Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

A good approximation

Προσπαθώ να καταγράψω ένα μέρος από αυτά που σκέφτομαι αυτό τον καιρό, αλλά περιέργως δεν μπορώ. Νιώθω όπως στα όνειρα που θέλεις να ουρλιάξεις μα δεν βγαίνει φωνή. Κι επιπλέον αισθάνομαι ότι ακούω γύρω μου τόσους άλλους να ουρλιάζουν, τόσες άλλες φωνές που καταφέρνουν εκείνες να βρουν το δρόμο τους στις λέξεις, που αναρωτιέμαι τί νόημα έχει να προσθέσω τις κοινοτοπίες μου σε όλο αυτό το βόμβο. 



Στην πίσω βεράντα άνθισε ένα μικρό ρόδινο κυκλάμινο. Όχι από αυτά τα ρωμαλέα του εμπορίου, αλλά από εκείνα της φύσης, τα μικρούλικα. Είχε φέρει ο Θ. τις ρίζες του από τη Χίο τότε που έκανε εκεί φαντάρος (βάλε οπωσδήποτε 15 χρόνια πριν), μετά το έφερε από το πατρικό του στο σπίτι μας, για χρόνια δεν άνθιζε, πότε-πότε μόνο έβγαζε κανένα φυλλαράκι. Μα δεν μου έκανε καρδιά να πετάξω τις ρίζες. Τις έβαλα μαζί με μιά φτέρη στην ίδια γλάστρα, κι ως φαίνεται κάνανε χωριό οι δυό τους και μέσα από τα φύλλα της φτέρης (κακοπαθημένη κι αυτή) ξεπήδησε το λουλουδάκι μας.

 

Η θεία μου πέθανε τελικά. Αιτία θανάτου: δεν άντεξε άλλο να ζει. Εσωτερίκευσε το άγχος και τη στενοχώρια της κι έτσι, σχεδόν νομοτελειακά, δεν είχε άλλο δρόμο να βαδίσει. Αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση είναι πώς έγινε κι άφησε πίσω της τον για πάνω από 50 χρόνια αγαπημένο σύντροφό της, τον "αντρούλη" της. Έλεγε βέβαια πάντοτε, μισο-αστεία μισο-εγωιστικά, ότι ήθελε να φύγει πρώτη.


Οι δυό τους υπήρξαν για μένα πάντα το ιδανικό ζευγάρι. Ακόμη κι όταν ψευτομάλωναν φαινόταν πόσο πολύ ερωτευμένοι ήταν. Θυμάμαι σαν παιδί πόσο τους παρατηρούσα και μεγαλώνοντας πόσο πολύ ευχόμουν να αποκτήσω αυτό που είχαν. Έμοιαζαν εξωπραγματικοί μα ήταν αληθινοί, απτοί, καθημερινοί άνθρωποι. Με έκαναν να πιστεύω στο μεγάλο έρωτα, στην βαθιά αγάπη, στην πολύχρονη σχέση.
Την πρώτη στιγμή που κράτησα στο χέρι μου το χέρι του Θ. παρατήρησα ότι έμοιαζε με το χέρι του θείου μου και το θεώρησα καλό σημάδι.
Τώρα που σκέφτομαι τον θείο μου μόνο του, μπαίνοντας έστω για ένα λεπτό στη θέση του, τρομοκρατούμαι με το απύθμενο βάθος της μοναξιάς που θα νιώθει.


Εξακολουθώ να ασχολούμαι όποτε έχω λίγο χρόνο με το μεγάλο μου παζλ. Το πάνω αριστερό γωνιαίο κομμάτι εξακολουθεί να λείπει. Ένα κομμάτι πράσινος ουρανός.
Θυμήθηκα όμως κάτι. Προ καιρού σε έναν περίπατο μάζεψα από κάτω ένα μικρό κομμάτι από παζλ. Είναι μονόχρωμο, έντονα γαλάζιο, πιθανότατα κι αυτό ένα κομμάτι ουρανός.
Το γαλάζιο κομμάτι δεν ταιριάζει βέβαια στο δικό μου παζλ, μα καθώς το σκέφτομαι τώρα με έναν τρόπο δεν θα έπρεπε να παραπονιέμαι. Έχασα ένα κομμάτι ουρανό και βρήκα ένα άλλο.


 
Δεν ξέρω γιατί μάζεψα εκείνο το κομμάτι τότε. Ίσως για τον ίδιο λόγο που καμιά φορά μαζεύω αν βρω σπασμένα κομμάτια από πορσελάνινα πιάτα ή πλακάκια. Έχουν μιά γοητεία από μόνα τους, όσο κι αν είναι τελικά το μέρος ενός όλου που δεν θα συμπληρωθεί ξανά ποτέ.

Παρεμπιπτόντως ανακάλυψα ότι μπορεί κανείς να παραγγείλει στον "γιατρό των παζλ" ένα καινούργιο κομμάτι για να αντικαταστήσει το χαμένο. Ωστόσο κι ο ίδιος ο γιατρός ομολογεί: "Your hand-made replacement jigsaw puzzle piece will be a good approximation of the original missing piece".



Αύριο ο Θ. γυρνάει από την Κρήτη. Τρεις μέρες μακριά. Μέχρι να τον δω στο αεροδρόμιο θα προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά, ενώ στην πραγματικότητα θα χρειάζομαι επειγόντως μιά καλή απόψυξη.


 
******
Οι φωτογραφίες της ανάρτησης προέρχονται από την Αυστραλοασιατική Αποστολή στην Ανταρκτική (1911-1914) που δημοσιεύονται εδώ.


Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2011

Το χαμένο κομμάτι

Η θεία μου εδώ και δυό βδομάδες διασωληνωμένη σε μιά εντατική. Παρακαλώ εγωιστικά να μην πεθάνει και πάρει μαζί της τις αναμνήσεις των γιορτών στο σπίτι της στο Χαϊδάρι. Να μην πάρει μαζί της ένα μεγάλο κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας τη δεκαετία του '70. Παρακαλώ να σηκωθεί και να πιούμε μαζί ένα ολόκληρο μπουκάλι σκούρο κόκκινο βερμούτ. Να πάνε κάτω τα φαρμάκια.


Lollipops (1910)

Ο Pascal γράφει πώς "ποτέ δεν είναι αργά για ευτυχισμένα παιδικά χρόνια".
Δεν ξέρω αν έχει δίκιο. Ξέρω πώς το πίστεψα αυτό διακαώς για μιά μεγάλη περίοδο της ζωής μου -ψέμματα, ακόμη το πιστεύω και διαρκώς πασχίζω να ζήσω αυτή την περίφημη ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Ίσως να αξίζει η προσπάθεια, ίσως αυτή η ίδια η προσπάθεια να γίνεται στο τέλος η ευτυχισμένη παιδική ηλικία, αν δεν σταματήσεις ποτέ να προσπαθείς και αν καταφέρεις τελικά να πείσεις πρώτον απ'όλους τον εαυτό σου.
Μα μερικές φορές κουράζεσαι να προσπαθείς και αισθάνεσαι ότι ούτε τον εαυτό σου δεν μπορείς να πείσεις.


Mother and Child (1903)

Η μαμά μου μού φέρνει ένα πακέτο με τα μωρουδιακά μου ρούχα. Το πρώτο μου φόρεμα είναι ένα άσπρο φόρεμα με ροζ κεντημένα λουλουδάκια στο στήθος. Αυτός ο άνθρωπος που χώραγε εκεί μέσα ήμουν εγώ.
Γιατί με συγκινεί αυτή η απλώς λογική διαπίστωση ότι κάποτε χωρούσα εκεί μέσα; Τίνος είναι αυτό το μωρό;

Μεγαλώνοντας έβλεπα ότι στη ζωή μου δεν είχα άλλο δρόμο, δεν είχα άλλο τρόπο από το να προσπαθώ να είμαι καλύτερη, ευσυνείδητη, μελετηρή, εργατική. Πίστευα ότι για ανθρώπους "σαν εμένα" δεν υπήρχε άλλη οδός από την αριστεία και την ελπίδα ότι αυτή θα ανταμειφθεί. Θυμάμαι σκεφτόμουν ότι είναι λογικό όλοι να θέλουν στη δουλειά τους τον καλύτερο, τον πιό εργατικό -αν είσαι αρκετά καλός έχεις ελπίδα να βρεις δουλειά και να την κρατήσεις -παρά τις αντιξοότητες, τους νεποτισμούς και την έλλειψη κατάλληλης "υποστήριξης"- γιατί "όλοι θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους".


The Picture Book (1903)


Νομίζω ότι περισσότερο απ'όλα με φοβίζει η σκέψη ότι το φαινομενικά αλάνθαστο λογικό μου επιχείρημα καταρρέει. Στη ζωή εδώ, πιά, δεν επιβιώνουν οι εργατικοί, οι μελετηροί, οι άριστοι. Δεν επιβιώνουν οι βιοποριστές. Αυτούς το σύστημα μπορεί πλέον να τους απορρίψει, να τους αποβάλει.
Θα επιβιώσουν, είναι σαφές, όσοι έχουν ήδη εξασφαλίσει τον βιοπορισμό τους.
Τί θα απογίνουμε εμείς;

Εδώ και καιρό φτιάχνω ένα μεγάλο παζλ. Μιά χειμωνιάτικη σκηνή του Brueghel.
Λίγο καιρό αφού το ξεκίνησα διαπίστωσα ότι είχα χάσει το πάνω αριστερό γωνιακό κομμάτι του παζλ. Στην αρχή ήλπιζα ότι θα το βρω, μα κάποια στιγμή βεβαιώθηκα πώς το κομμάτι εκείνο λείπει.
Αναρωτιέμαι αν άλλος στη θέση μου θα σταματούσε να φτιάχνει το παζλ.
Εγώ συνεχίζω -κι ας μην ελπίζω πιά πώς το κομμάτι θα βρεθεί.


Blessed Art Thou Among Women (1899)


Οι φωτογραφίες της ανάρτησης είναι της Gertrude Käsebier.

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

She had a thirst for knowledge


She came from Greece, she had a thirst for knowledge
She studied sculpture at St. Martin's College
That's where I caught her eye

She told me that her dad was loaded
I said, "In that case I'll have a rum and Coca Cola"
She said "fine"
And then in thirty seconds' time - she said:
"I want to live like common people
I want to do whatever common people do
I want to sleep with common people
I want to sleep with common people like you"





Πατάτε απαραιτήτως το play για να συνεχίσετε την ανάγνωση, αλλιώς αλοίμονό σας. 

Well what else could I do?
I said "I'll see what I can do"
I took her to a supermarket
I don't know why, but I had to start it somewhere
So it started there

I said "Pretend you've got no money"
She just laughed and said "Oh you're so funny"




Το τραγούδι των Pulp έχει πίσω του μιά πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, που ασφαλώς όσοι τυρβάζετε περί τα μουσικά θα γνωρίζετε. Τα ρέστα τα γράφω για όσους ίσως αγνοούν.

Ο Jarvis Cocker έγραψε το τραγούδι αναφερόμενος σε μιά ελληνίδα συμφοιτήτριά του στο Saint Martins College of Art and Design. Κατά δήλωσή του, δεν είχαν ποτέ σχέση, απλώς την άκουσε να λέει ότι ήθελε να ζήσει στο Hackney με τους "απλούς ανθρώπους". Χρόνια αργότερα το BBC κάνοντας ένα αφιέρωμα στην ιστορία και την επίδραση του τραγουδιού, το The Story of Pulp's Common People,  επιχείρησε ανεπιτυχώς να εντοπίσει την ελληνίδα φοιτήτρια. Έψαξαν όλους τους σύγχρονους με τον Cocker φοιτητές, έδειξαν και φωτογραφίες στον ίδιο, αλλά η κοπέλα δεν βρέθηκε ποτέ. O Cοcker χρόνια αργότερα φέρεται να αμφιβάλλει αν η κοπέλα ήταν καν από την Ελλάδα.

Σύμφωνα πάντως με διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο η ελληνίδα αυτή φέρεται να ονομάζεται Σοφία Φωκά και μιά απλή έρευνα μέσω Google δίνει ένα αποτέλεσμα που ταιριάζει στο προφίλ της, δεδομένου ότι η κοπέλα με αυτό το όνομα όντως έχει σπουδάσει στο St. Martins. Η Σοφία Φωκά είναι υποψήφια διδάκτωρ στο University of Creative Arts και έχει μια  ιδιαιτέρως εντυπωσιακή εργογραφία. Φυσικά μπορεί να πρόκειται για απλή συνωνυμία ή παρανόηση -και μάλλον το BBC θα έκανε ενδελεχέστερη έρευνα από μένα. Σε κάθε περίπτωση αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται το κορίτσι του τραγουδιού, πώς να βίωσε την τεράστια δημοφιλία του και τί να σκέφτεται όταν ακούει το Common People.

Η εκδοχή του τραγουδιού όπως το αποδίδει ο William Shatner είναι δίχως αμφιβολία η αγαπημένη μου.



You'll never live like common people
You'll never do whatever common people do
You'll never fail like common people
You'll never watch your life slide out of view

Την ωραιότερη φράση που διάβασα εδώ και πολύ καιρό την έγραψε πριν λίγο η Lemon εδώ:
Οι συγκυρίες είναι πιθανότατα δυό κυρίες που κάθονται δίπλα-δίπλα και σου κλείνουν το δρόμο, κι ορίζουν αυτές την πορεία της ζωής σου.


 
You will never understand
How it feels to live your life
with no meaning or control
and with nowhere left to go



In other news, έχω την τιμή να σας ανακοινώσω ένα προσωπικό νέο, ιδιαίτερα σπουδαίο για την επιστημονική μου εξέλιξη, τολμώ να πω και καταξίωση, ελπίζοντας ότι κι εσείς θα μοιραστείτε τη χαρά μου.
Κατόπιν της ανακοίνωσης του τελικού προγράμματος του 11ου Κρητολογικού συνεδρίου που θα λάβει χώρα στο Ρέθυμνο, θα αξιωθώ να βρεθώ εισηγήτρια στο ίδιο συνέδριο στο οποίο θα πραγματοποιήσει βαρυσήμαντη ανακοίνωση και η αγαπημένη του ιστολογίου κα Καλλίτσα Γιαννοπούλου-Τσιάκα (σύντομη εργοβιογραφία της είχα παρουσιάσει εδώ). Η κα Γιαννοπούλου θα αναπτύξει το θέμα "Η ταύτιση της θρησκείας και της γλώσσας της μινωικής Κρήτης με την αρχαία Ελλάδα".
(Για τους δύσπιστους το πρόγραμμα εδώ)
Το γεγονός βεβαίως με γεμίζει δέος, αφού σε τόσο νεαρή ηλικία (οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες, ως γνωστόν) θα βρεθώ να συνδιαλέγομαι με τέτοιες προσωπικότητες της επιστήμης. Από την άλλη όμως, όπως φαντάζομαι αντιλαμβάνεστε, με κυριεύει ένα άγχος ανεξέλεγκτο: θα μπορέσω να ανταποκριθώ στην υψηλή περίσταση, να συνδιαλλαγώ με τέτοιους βράχους της διανόησης, μήπως να αποσύρω τη συμμετοχή μου; Μήπως εκεί οφείλονται οι ανεξέλεγκτες αϋπνίες μου;


 
Laugh along with the common people
Laugh along even though they're laughing at you
and the stupid things that you do


Πώς το λένε αυτό το παιχνίδι που σου παίζει η ζωή όταν, εκεί που πας να πάρεις τον εαυτό σου στα σοβαρά, εκείνη σου κάνει μιά ωραιότατη φάρσα και αντιλαμβάνεσαι ότι όλα τα πράγματα κατά βάθος είναι απίθανα γελοία;



Υ.Γ. Πάει καιρός που βρήκα στο διαδίκτυο αυτή τη σειρά φωτογραφιών με τούτο το κορίτσι που φορά ένα ελληνότροπο φουστάνι. Δεν σημείωσα και δεν θυμάμαι πού τις μάζεψα. Περιέργως μου θυμίζει κάπως τον εαυτό μου σε εκείνη την ηλικία.

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Στην οδό Γενναδίου

Ανεβαίνω ασθμαίνοντας την οδό Γενναδίου στο πλάϊ του Ευαγγελισμού. Κάθε τόσο σταματάω να πάρω μιά ανάσα. Είναι Αύγουστος γερός κι η ζέστη με υπερβαίνει.
Προσπερνάω την πόρτα του νεκροτομείου κοιτάζοντας κλεφτά, όπως πάντα. Είναι κλειστή. Άλλες φορές τυχαίνει να είναι παρκαρισμένη κάποια νεκροφόρα επάνω στο πεζοδρόμιο περιμένοντας με την πίσω πόρτα ανοικτή. Τότε είναι συνήθως ανοικτή και η πόρτα του νεκροτομείου. Κοιτάζω μέσα μα ποτέ δεν φαίνεται τίποτα καθαρά -μόνο ένα χωλ σκοτεινό και κάποιοι διάδρομοι - αλλά κάθε φορά που διαβάζω για τις πύλες του Άδη και τα νεκυομαντεία της αρχαιότητας φέρνω στο νου μου αυτή την πόρτα.


Μαζεύω το κουράγιο μου και συνεχίζω την ανηφόρα. Λίγο παραπάνω κοντοστέκομαι πάλι έξω από τη μάντρα της Αμερικάνικης Σχολής. Με κρύβουν τα μεγάλα δέντρα και οι θάμνοι.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο κατηφορίζει βαδίζοντας προσεκτικά ένας ψηλός λεπτός ηλικιωμένος άντρας που στηρίζεται και με τα δυό του χέρια σε πατερίτσες. Ξάφνου στέκεται μπροστά σε μιά μεγάλη ολάνθιστη πικροδάφνη, ακουμπά τη μιά πατερίτσα στο πλευρό και με το ένα χέρι κόβει ένα μεγάλο κλωνάρι γεμάτο ροζ λουλούδια. Είναι ο Παναγιώτης Τέτσης. Με το λουλουδιασμένο κλωνάρι του και τις πατερίτσες συνεχίζει προσεκτικά να κατεβαίνει τη Γενναδίου.
Παίρνω κουράγιο και συνεχίζω την ανηφόρα.




Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2011

Στη χώρα των Τατάρων

Φέτος το καλοκαίρι ξενέρωσα ανεπανόρθωτα με όλη αυτή την επαναστατικότητα που ξεσπάθωσε μέχρι τις πρώτες άδειες. Την παρακολούθησα από απόσταση ασφαλείας, αλλά αναπόφευκτα με πήραν μερικά σκάγια. Δε βαριέσαι. Σκέφτομαι τώρα ότι το Αιγαίο, το Κυκλαδονήσι και το Ελληνικό Φως, αυτό το ακατανίκητο σύμπλεγμα νεοελληνικών κλισέ είναι απείρως δολοφονικότερο.
 

Συζητώντας με τον Μ. τις προάλλες καταλήξαμε ότι ο πιό σκληρός, ο πιό οδυνηρός θάνατος είναι ο θάνατος από κλισέ. Εν τω μεταξύ νιώθουμε κι οι δυό μας σαν υπόδικοι που κρεμάται επί των κεφαλών μας η εν λόγω ποινή ώστε εύλογα βρισκόμαστε (εδώ και χρόνια είναι η αλήθεια) στο στάδιο της αυτοσυντήρησης: αυτό που επειδή δεν μπορείς να αρχίσεις τα χαστούκια και τις προσβολές, αποσύρεσαι στο σπίτι σου, στη φωλιά σου και ιδιωτεύεις.
Τα έχω ξαναπεί αυτά, το ξέρω.
Δεν είμαι σίγουρη τί φταίει που σταμάτησα να γράφω εδώ και καιρό στο blog. Ίσως ότι διαβάζω πολλά άλλα blogs γεγονός που έχει διπλή συνέπεια: αφενός να διαβάζω κείμενα που μου αρέσουν πολύ (οπότε μπαίνω στη λογική "δεν μπορώ να τα γράψω καλύτερα") αφετέρου να διαβάζω κείμενα εντελώς ηλίθια (οπότε με πιάνει παραίτηση μπροστά στην ηλιθιότητα και αρνούμαι να επικοινωνήσω, ως προαναφέρθηκε).


Ίσως η πιό ρεαλιστική αιτία είναι το γεγονός ότι από το Μάρτιο ετοιμάζουμε με τον Θ. ένα μεγάλο, κολοσσιαίο για την ακρίβεια, project που καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος του "ελεύθερου" χρόνου μας, το μυαλό μας, το σώμα μας, τέλος πάντων όλες τις διαθέσιμες πηγές ενέργειες. Ελπίζουμε, αν όλα πάνε καλά, η πρώτη φάση του project να ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο, οπότε θα μπούμε στη δεύτερη φάση. Προσωρινός τίτλος: "the Perseus project".


Επειδή έχω πολύ καιρό να γράψω, δεν νιώθω καμιά απολύτως ανάγκη να έχει συνοχή αυτή η ανάρτηση, οπότε μπορώ εδώ να αναφέρω ότι σήμερα το πρωί διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα θυμήθηκα την θεία μου τη Σοφία.


 
Η Σοφία ήταν "η Ρωσίδα" και είχε έρθει με το θείο μου από την Τασκένδη, νομίζω κάποια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του '70. Έχω να την δω πάρα πολλά χρόνια, ασφαλώς πάνω από 20 και αναρωτήθηκα σήμερα τί να κάνει και πώς να είναι. Αφορμή μιά φράση του προαναφερθέντος μυθιστορήματος που ανέφερε τη "Χώρα των Τατάρων". Ας εξηγηθώ.

Όταν η περίφημη Σοφία ήρθε με τον θείο Τ. από τη Ρωσία (προφανώς με τον όρο εννοούσαμε την τότε ΕΣΣΔ) αναπόφευκτα συγκέντρωσε την προσοχή όλων μας. Ήταν μιά γυναίκα εντυπωσιακή τόσο για την εμφάνιση όσο και το χαρακτήρα της. Την θυμάμαι κοκκινομάλλα με σχιστά μάτια και ψηλά ζυγωματικά, ψηλή και πολύ αδύνατη, εν γένει μάλλον άχαρη. Είχε πολύ τσιριχτή φωνή και συνήθιζε να πλακώνεται με το θείο μου στα Ρωσικά. Απομονώνονταν σε ένα δωμάτιο του σπιτιού στο χωριό και γινόταν της κακομοίρας. Μετά τα ρώσικα βρισίδια ακούγονταν και υπόκωφοι θόρυβοι, ένδειξη ότι έπεφτε ξύλο. Η Σοφία πάντως δεν τις έτρωγε, αν καταλαβαίνετε τί εννοώ. Τέλος πάντων κανείς δεν τολμούσε να παρέμβει, ούτε βέβαια να υπαινιχθεί τίποτα στον ίδιο τον θείο Τ., αλλά ως γνήσια ελληνική οικογένεια σχολιάζαμε το εντυπωσιακό γεγονός ότι ο θείος τις έτρωγε.

Η Σοφία δεν ήταν εύκολος άνθρωπος για κανέναν. Καταλάβαινε ελληνικά και μιλούσε λίγο σπαστά, αρκετά χαριτωμένα, αλλά ήταν διαπιστωμένο ότι ακόμη κι αν έλεγε κάτι και συμφωνούσες, αμέσως εκείνη έλεγε το αντίθετο και βρισκόσουν να διαφωνείς μαζί της. Δεν είχες από που να την πιάσεις.

Η μαμά μου προσπαθώντας να εξηγήσει το φαινόμενο αναζητούσε, ως άλλος Ηρόδοτος, σχετικές πληροφορίες για τις συνήθειες των Ρώσων από άλλους παλινοστούντες, και είχε έτσι οδηγηθεί σε μιά συγκλονιστική αποκάλυψη σχετικά με την καταγωγή της. Διότι η Σοφία, όπως την είχαν πληροφορήσει, δεν ήταν γνήσια Ρωσίδα, σαν αυτές τις δίμετρες ξανθές κουκλάρες που βλέπαμε τότε τα καλοκαίρια στο Βεάκειο να γλυστράνε στροβιλίζοντας στη σκηνή με τις παραδοσιακές στολές τους - βέβαια τα σχιστά της μάτια έπρεπε να μας είχαν ψιλιάσει κι εμάς, πριν τους πληροφοριοδότες. Τέλος πάντων.

Η Σοφία προερχόταν σύμφωνα με τις αφηγήσεις από κάποια φυλή πέρα από τον Καύκασο, ήταν "Τατάρα". Από τη στιγμή που διευκρινίστηκε το φυλετικό ζήτημα, η μαμά μου τελείωνε πάντα τις σχετικές συζητήσεις με την επωδό "καλέ μην το συζητάτε, αυτή δεν πιάνεται φίλος, είναι Τατάρα" με αφάνταστη έμφαση σε όλα τα γράμματα της λέξης, κυρίως στο τονιζόμενο "ά". Η μαμά σταματούσε εκεί, κουνούσε το κεφάλι κι αρνιόταν να δώσει άλλες εξηγήσεις. Υπαινισσόταν με νόημα όλες τις ταινίες που είχαμε δει ως τότε με Ούνους, Μογγόλους και άλλους άγριους λαούς που κοιμώνταν πάνω στα άλογά τους καλπάζοντας στις στέπες της Μογγολίας και στα άξενα τοπία, τα "πέρα από τον Καύκασο". Οι Τάταροι στο μυαλό μας φορούσαν δερμάτινες στολές, είχαν μακριές κοτσίδες, το μαχαίρι στο στόμα και έστηναν τις σκηνές τους όπου έβρισκαν. Άγριος νομαδικός λαός, δεν πίστευε σε θεό.


 
Όταν επιλύθηκε το φυλετικό, η στάση της οικογένειας απέναντι στη Σοφία απέκτησε μια παράδοξη ανοχή: οι ιδιαιτερότητες του χαρακτήρα της αποδίδονταν πλέον σε στοιχεία εγγενή, που δεν μπορούσε, ακόμη κι αν ήθελε, να αποβάλει. Οι σφαλιάρες και τα μπινελίκια στον θείο μάς στενοχωρούσαν βέβαια, αλλά από την άλλη καταλαβαίναμε ότι για όλα έφταιγε η Τατάρικη φύση της, δεν γινόταν να μην τις τρώει ο θείος.
Θυμάμαι μόνο μιά φορά να έχω πάει στο σπίτι των θείων στην Αθήνα, σε ένα διαμέρισμα με μπαλκόνι. Δεν έχω άλλη ανάμνηση από αυτή την επίσκεψη, μόνο ένα τεράστιο σαμοβάρι πάνω σε έναν μπουφέ. Με τα χρόνια απομακρυνθήκαμε πλήρως από την οικογένειά τους. Ο θείος ήταν απελπιστικά μυστικοπαθής, άλλαζε το τηλέφωνο του σπιτιού τους και δεν μας το έδινε, τέτοια πράγματα. Τηλεφωνούσε ο ίδιος μετά από 5 χρόνια ας πούμε και σε ρώταγε τί κανεις και πώς είσαι, σαν να μην τρέχει τίποτα. Ήταν σαφές ότι δεν ήθελε επαφές.


 
Μετά από πολλά χρόνια μάθαμε ότι χώρισε με τη Σοφία κι εκείνη έμεινε μόνη στο διαμέρισμά τους. Φαντάζομαι ότι εκείνη ζει ακόμη - κάπως θα μαθαίναμε το αντίθετο. Εκείνος συνέχισε να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται κατά διαστήματα και μαθαίναμε ότι έκανε σχέσεις με άλλες γυναίκες, όλες αλλοδαπές, Ρωσίδες, Αγγλίδες κλπ. Έτσι έλεγαν τα κουτσομπολιά, επιβεβαιώνοντας πλήρως την θεωρία που έχω αναπτύξει με τα χρόνια και φροντίζω να αναφέρω ως επωδό σε όλες τις σχετικές οικογενειακές συζητήσεις κουνώντας το κεφάλι με νόημα: ότι δηλαδή ο θείος Τ. είναι "πράκτορας της KGB".
Γιατί βλέπεις κι εγώ δεν πάω πίσω σε φαντασία, είμαι κόρη της μαμάς μου.


 
***
Την ανάρτηση εικονογραφούν polaroid φωτογραφίες του Andrei Tarkovsky.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

D'un tempérament passablement volcanique




Josephine baker, πάλι. Μέχρι να μου περάσει.





Με γοητεύει αφάνταστα αυτή η νέα αλλαγή στο χαρακτήρα μου: ενώ είμαι παρούσα μέσα σε μιά έντονη συζήτηση και υποτίθεται μάλιστα ότι συμμετέχω, μπορώ πλέον να αποσύρομαι, να αποστασιοποιούμαι και να παρακολουθώ τα λεγόμενα σαν να μην με αφορούν καθόλου. Μερικές φορές αποσύρομαι τόσο, ώστε δεν προσέχω καν τί λέγεται, δεν  ακούω κανέναν ήχο, παρατηρώ τις εκφράσεις του προσώπου των ομιλητών, τα ρούχα τους ή μερικές φορές ούτε καν αυτό: απλώς χασμουριέμαι και βαριέμαι. Δεν ξέρω αν έχει όνομα αυτή η κατάσταση - ή αν έχει, ελπίζω να είναι κάτι γοητευτικό και όχι "αναισθησία", "γαϊδουριά" και άλλα συναφή.***




***Σε αυτό που μόλις έγραψα χωράει μιά μεγάλη διευκρίνιση-εξαίρεση: δεν μπορώ να αδιαφορήσω όταν η συζήτηση στρέφεται γύρω από το καυτό θέμα της επικαιρότητας, την "ελληνική κρίση". Μου είναι δύσκολο δυστυχώς να αντιμετωπίσω την ολοένα αυξανόμενη επιθετικότητα των συνομιλητών μου, όλων όσοι πιστεύουν ότι εγώ προσωπικά ευθύνομαι για την κυβέρνηση Παπανδρέου ή τα δάνειά τους ή τη μείωση των μισθών. Όχι, δεν είμαι πανευτυχής με την κατάσταση, κάθε άλλο, απλώς δεν θέλω να αναπαράγω μιζέρια, απαισιοδοξία και επιθετικότητα. Θα ήθελα πολύ να μπορούσα να πω σε όσους μου ανοίγουν σχετικές συζητήσεις ότι δεν με ενδιαφέρει η γνώμη τους, ούτε θέλω να τους πείσω για τη δική μου και σε καμιά περίπτωση δεν θέλω να συζητήσω το ζήτημα μαζί τους. Δυστυχώς δεν έχω τα κότσια κι έτσι ενίοτε μπλέκω σε ατέρμονες συζητήσεις με ηλίθια ένθεν και ένθεν επιχειρήματα, υπερκατανάλωση φαιάς ουσίας χωρίς ουσία και -δεν ξέρω αν το είπα- επιθετικότητα.



Σε κάθε περίπτωση, αν θέλω να είμαι φιλαλήθης, πρέπει να παραδεχτώ ότι το έχω παρακάνει με την επίκληση της "ανθρωποπαρατήρησης". Το είπα μιά, το είπα δυό, έχω αρχίσει και βαριέμαι τον εαυτό μου, φαντάσου. Μέχρι και στο μπλογκ με τις λιγοστές του φετινές καταχωρήσεις, όλο αυτό αναφέρω. Φαντάζομαι ότι είναι ένα είδος ζωτικού ψεύδους που με παρηγορεί από τα διάφορα δυσάρεστα ή δύσκολα της καθημερινότητας.




Τέλος πάντων, όπως και να έχει, εγώ δεν μπορώ να απελπιστώ πιά, θα ήταν ηλίθιο εκ μέρους μου και αγνώμον με έναν τρόπο για όλα τα ευχάριστα της ζωής μου. Απαγορεύω πιά, μπλοκάρω στον εαυτό μου αυστηρά την γκρίνια και τη μίρλα. Δεν έχω το δικαίωμα κι αντιθέτως έχω την όρεξη να δοκιμάσω κι έναν τρόπο αλλιώς.



Νομίζω ότι η πιό εντυπωσιακή είδηση που διάβασα τελευταία είναι η ακόλουθη: η Βρεταννίδα συγγραφέας Ali Smith αυτοβιογραφούμενη στη στήλη του Guardian "Once upon a life" αναφέρει μεταξύ άλλων πώς ανακάλυψε και αγάπησε την Αλίκη Βουγιουκλάκη κάποια στιγμή που βρισκόταν σε διακοπές στην Ελλάδα και πώς ξεπέρασε τη βαθιά κατάθλιψη από το θάνατο του πατέρα της παρακολουθώντας σκηνές ελληνικών ταινιών με την Αλίκη.

And in Greece there's a film musical starring Aliki Vougiouklaki which everybody all over that country is whistling the tunes from, since it's the year's biggest cinema grosser. Not that I'll know Aliki Vougiouklaki even exists until 30-odd years later, when I will be idly watching Greek TV one evening on holiday, and will come upon this film and love it. Not that I'll know then that 10 years on, in 2010, when I'm in what I suppose is a quite deep depression after my dad dies (my mum will have died 20 years earlier), that one of the things that will get me through this dark time will be watching a lot of snippets, in the middle of the night, of bright benign Greek musicals starring the evanescent Vougiouklaki, on YouTube. Trava bros! she sings in 1961, when I'm an embryo. Move on, don't worry about a thing. We should live bravely, our life is short. The world's a big wheel, it keeps turning. Move on, don't think twice.

[από εδώ]







Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Does the noise inside my head bother you?

Εδώ και σαράντα σχεδόν χρόνια απαντούσα άλλα αντ'άλλων στην κλασική ερώτηση "αν ναυαγούσες σε ένα έρημο νησί ποιά βιβλία θα έπαιρνες μαζί σου". Το κριτήριό μου ήταν συνήθως να είναι το βιβλίο ευμέγεθες (για να έχω μπόλικες σελίδες να μη βαριέμαι) ή κάτι περίπλοκο και ακαταλαβίστικο (γιατί υποτίθεται θα είχα αρκετό χρόνο να το ξεδιαλύνω). Σκεφτόμουν ας πούμε το "Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο" ή τον "Οδυσσέα", που κανένα τους μάλιστα δεν έχω διαβάσει.
Βλακείες. 
Αν ναυαγούσα αύριο θα έπαιρνα μαζί μου την "Πρώτη Γουλιά της Μπύρας" του Philippe Delerm, γιατί είναι ένα βιβλίο που διαβάζω ξανά και ξανά και ξανά και δεν το βαριέμαι ποτέ, ένα βιβλίο-μανιφέστο ενός τρόπου ζωής που τον πρεσβεύω στο έπακρο, ένα βιβλίο που γιορτάζει τις ασήμαντες χαρές της καθημερινότητας. 


(επ! τί δουλειά έχει ο Tyler εδώ;)


Στον μικρόκοσμο της αποβάθρας του Προαστιακού κάθε πρωί νωρίς-νωρίς έχω την ευκαιρία να παρατηρώ τον κόσμο με την άνεσή μου. Εχτές συνειδητοποίησα ότι ένας από τους τακτικούς ταξιδιώτες μοιάζει καταπληκτικά στον Gerard Depardieu. Σωματώδης, κάπως άγριος, με σκληρό πρόσωπο και μεγάλα χέρια, μου θυμίζει τον Depardieu στην περίφημη "Πράσινη Κάρτα" με την Andie MacDowell. Θυμάμαι τί επιτυχία έκανε τότε η ταινία -και το κυρίαρχο θέμα της: μιά καλλιεργημένη γυναίκα συναντά έναν φαινομενικά ακαλλιέργητο άνθρωπο με τη συστολή του μετανάστη που δεν μπορεί να επικοινωνήσει καλά και που εν τέλει αποδεικνύεται ένας άκρως ερωτεύσιμος ευαίσθητος καλλιτέχνης.



Κοιτάζοντας τον ψευδο-Depardieu στην αποβάθρας αναρωτιέμαι αν απολαμβάνει στην πραγματική ζωή του έναν έρωτα σαν αυτόν της "Πράσινης Κάρτας", αν γυρίζει να τον κοιτάξει ερωτικά κάποια από τις καλλιεργημένες κυρίες που επιβαίνουν μαζί του στον Προαστιακό -εγώ πάντως δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο.


Προσοχή: ακολουθεί ύμνος για τον Steven Tyler από σαραντάχρονη groupie*. Απομακρύνετε τα μικρά παιδιά από την οθόνη του υπολογιστή.


Ο τίτλος της ανάρτησης είναι δανεισμένος από την αυτοβιογραφία του Steven Tyler, του τραγουδιστή των Aerosmith. Τον λατρεύω τον Tyler, μου αρέσει με τον τρόπο που αγαπούσα τους τραγουδιστές στην εφηβεία μου. Όχι μόνον τον θεωρώ πολύ ωραίο άντρα, αλλά λατρεύω αυτό το καρναβαλικό ροκ στυλ του με τα κολλητά χρωματιστά παντελόνια, τα τρελά ξασμένα μαλλιά και το τεράστιο στόμα του. Κι αν ακόμη έχει κάπως παραμορφωθεί από τις πλαστικές κι είναι σαν μούμια, κι αν ακόμη έχει πάρει τόσα ναρκωτικά που κατά δήλωσή του θα μπορούσε να έχει δικό του καρτέλ, είχε και έχει μιά καταπληκτική ροκ φωνή και πολύ ροκ τρέλλα.



(η θεότης λίγες μόνον ημέρες πριν, ροκάρει τον τελικό του American Idol)

Για να συμπληρωθεί το τρίπτυχο sex, drugs and rock-and-roll, ας αναφερθεί ότι ο Tyler είχε υποτίθεται μυθικές επιδόσεις στο σεξ (προφανώς χάρη και στα πλούσια ελέη που του έδωσε ο Θεός σύμφωνα με αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων). Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι καμιά γυναίκα δεν του αντιστάθηκε ποτέ - παρά μόνο μία: η θαυμάσια Joan Jett για την οποία ο Tyler έτρεφε και τρέφει τεράστια αγάπη.


Το παρακάτω στιγμιότυπο είναι χαρακτηριστικό: ο Tyler εμφανίζεται στην σκηνή σε συναυλία της Jett στο Atlantic City κρατώντας μιά τούρτα για 49α γενέθλιά της. Της τραγουδά το Happy Birthday και στο τέλος τρώει ένα κομμάτι τούρτα από το στόμα της -you have no idea how much I love this woman λέει και αποχωρεί.
(για να δείτε τη σκηνή πατήστε εδώ)


Είμαι σίγουρη πιά ότι αν ήμουν ροκ σταρ θα ήθελα να είμαι ο Steven Tyler.


[Εσείς;]




Κατακλείδα - (και τώρα τί κάνουμε; πώς συνδέονται τα ασυνάρτητα;)


Με τούτα και με εκείνα αναρωτιέμαι τώρα αν κάπου εκεί έξω, μέσα σε όλα τα μικρά και μεγάλα της καθημερινότητας, περνάει δίπλα μου ένας Steven Tyler στον οποίο δεν δίνω την πρέπουσα σημασία.


* Σύμφωνα με τη wikipedia "A groupie is a person who seeks emotional and sexual intimacy with a musician or other celebrity". Μμμμ. Ενδιαφέρον.



Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Λουλούδια Τρομερά


"Νεκρός άνδρας" σχέδιο του Federico Garcia Lorca, περίπου 1932



Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές



Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.


Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.


Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.


Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.


Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ' όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.



Γιάννης Βαρβέρης, Αναπήρων πολέμου, εκδ. Ύψιλον, 1982


Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

Je suis vive, je suis charmante

Το τραγούδι είναι απολύτως αταίριαστο με την ανάρτηση, αλλά έχει σφηνωθεί πολύ καιρό στο μυαλό μου.
Πατήστε το play anyway.



Je suis vive, je suis charmante

Comme un p'tit oiseau qui chante...


Η ροδιά μας, ξεραμένη εδώ και έναν χρόνο, αποφάσισε να βλαστήσει ξανά και τώρα μεγαλώνει κάθε μέρα με ιλλιγγιώδεις ρυθμούς.
Δεν πετάμε ποτέ αμέσως τα φυτά που ξεραίνονται. Τα κρατάμε κανέναν χρόνο για να βεβαιωθούμε ότι έχασαν όντως τη μάχη με τη ζωή - που λένε και οι δημοσιογράφοι. Πολλές φορές μας διαψεύδουν ευχάριστα και ξαναβλασταίνουν.

Enclosed Garden (2010)

Εδώ και δυό εβδομάδες αντιλαμβάνομαι τον κόσμο μέσα από την αιθάλη που δημιουργούν στον εγκέφαλό μου δυό απανωτές ιώσεις.

Μέσα από τους ιλίγγους και τον πυρετό αντιλαμβάνομαι τα στοιχειώδη μαθηματικά που θέλουν σχεδόν έναν νεκρό, έναν τραγικά σκοτωμένο ή σοβαρά τραυματισμένο κάθε μέρα στην Αθήνα.

The Sick Girl (2010)

Κρυφοκοιτάζω την πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς του διαδικτύου, υποτίθεται άνθρωποι σαν εμένα. Απορώ με αυτούς που έχουν τόσες πολλές απαντήσεις, τόση πολλή σιγουριά στις απόψεις τους. Πού την βρίσκουν τόση ευγλωττία - μερικοί παράγουν σχεδόν ένα κείμενο κάθε μέρα! Πού βρίσκεται μέσα τους όλος αυτός ο λυρισμός, από πού έρχονται όλα αυτά τα λογοπαίγνια όταν πρόκειται να περιγράψουν το θάνατο ενός ανθρώπου ή την οικτρή κατάσταση που φτάσαμε να ζούμε;

Σκέφτομαι ότι πάντα με φοβίζουν οι πολύ σίγουροι άνθρωποι. Είναι με έναν τρόπο απειλητικοί.

Lead Us Lantern (2010)


Κάποιοι ειρωνεύονται το γεγονός ότι δεν έχουμε βγει όλοι στους δρόμους να διαμαρτυρηθούμε για όλο αυτό το θανατικό. Μια κοπέλα στο twitter γράφει σωρηδόν προσβλητικές παρατηρήσεις για όλους εμάς τους κάφρους νεοέλληνες που καθόμαστε στα σπίτια μας - εννοεί κι εμένα. Αυτές οι κατηγορίες μου γεννούν θυμό. Μπαίνω στον πειρασμό να την ειρωνευτώ κι εγώ - είναι τόσο εύκολο: μένει στο εξωτερικό.
Αλλά αρνούμαι. Δεν θέλω να απολογηθώ σε κανέναν, να απαντήσω σε καμιά κατηγορία, αρκετή επιθετικότητα καταπίνω πιά στην καθημερινή μου ζωή.

Το τελευταίο μου προπύργιο - εδώ και καιρό το έχω συνειδητοποιήσει, εδώ και καιρό το κρατάω λυσσαλέα- είναι ότι δεν θέλω να αναπαράγω την επιθετικότητα που δέχομαι.
Και δέχομαι, πιστέψτε με, αρκετή στη ζωή μου.

Perched (2010)

Φτάνει μπροστά μου ένα λινκ για το φωτομπλογκ του τραυματισμένου διαδηλωτή. Κοιτάζω την πρώτη σελίδα και φεύγω γρήγορα. Νιώθω σαν να βρήκα μιά πόρτα ανοικτή σε ένα σπίτι και μπαίνω να χαζέψω ενώ ο οικοδεσπότης λείπει. 

Κλείνω τον υπολογιστή.

Κοιτάω ξανά τη βεράντα. Η φραγκοσυκιά στην καινούργια της γλάστρα, ένα φυτό θαυμάσιο, σοφό σαν προϊστορικό παχύδερμο, έβγαλε ένα μικρό λουλούδι.

View of the Hummingbirds (2011)

Το πρωί στις 6 ανοίγω τα μάτια μου και αποχαιρετώ τον Θ. που φεύγει για δουλειά.
Δουλεύει στο κέντρο. Του λέω να προσέχει και από μέσα μου αναρωτιέμαι αν πρέπει πλέον να αποχαιρετιώμαστε κάθε πρωί σαν να μην πρόκειται να ξαναειδωθούμε.

Αναρωτιέμαι -χωρίς να έχω το δικαίωμα- αν ο Μανώλης της Γ΄ Σεπτεμβρίου έκανε με τη γυναίκα του τη συζήτηση που κάνουμε πιά με τον Θ. "Να φύγουμε;" Αποφάσισαν άραγε από κοινού να μείνουν, το ήθελε ό ένας περισσότερο από τον άλλον;
Εχτές είπα "όχι", μα σήμερα αναρωτιέμαι τί δικαίωμα έχω να το λέω. Με πόσες συνέπειες βαρύνεται αυτό το "όχι" αν πάθει ποτέ κανείς μας το παραμικρό.


Why the Willow Weeps (2010)


******
Υ.Γ. Η είδηση της σύλληψης του Στρος-Καν με παρηγορεί. Κάπου εκεί έξω υπάρχει ένα κράτος που μιά αφροαμερικανή καμαριέρα μπορεί να οδηγήσει στη δικαιοσύνη έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη γιατί εκεί η σεξουαλική επίθεση είναι κακούργημα που τιμωρείται με βαριές ποινές κι εκεί ο νόμος είναι επάνω από το πρόσωπο.
Σκέφτομαι ότι την ημέρα που κάτι τέτοιο θα συμβαίνει και στην Ελλάδα, δεν θα πεθαίνει ο κόσμος στο πεζοδρόμιο σαν τα σκυλιά, δεν θα καίγεται ζωντανή μιά γυναίκα που πουλάει λουλούδια, δεν θα θέλουμε πιά να φύγουμε από εδώ.


******

Η ανάρτηση εικονογραφείται με πίνακες της Kelly Louise Judd, το site της οποίας μπορείτε να επισκεφθείτε εδώ.


Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

So very difficult, Yeats, beauty so difficult


Μιά τυχαία συνάντηση του Θ.
σήμερα, οδός Μεγάλου Βασιλείου, Ρουφ




Les hommes ont je ne sais quelle peur étrange,
said Monsieur Whoosis, de la beauté

La beauté, “Beauty is difficult, Yeats” said Aubrey Beardsley

when Yeats asked why he drew horrors
or at least not Burne-Jones
and Beardsley knew he was dying and had to
make his hit quickly

Hence no more B-J in his product.

So very difficult, Yeats, beauty so difficult.




Ezra Pound, Canto LXXX
 
 
 
[Νικόλας Κάλας, Η Τέχνη την Εποχή της Διακύβευσης και άλλα δοκίμια, εκδ. Άγρα, μτφ. Ανδρέας Παππάς]

Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Ένα μεγάλο κρεμμύδι


Flaura and Fauna


Είδα χθές βράδυ στον ύπνο μου ένα σωρό περίεργα όνειρα, ως συνήθως.
Σε ένα από αυτά ήμουνα λέει η Mary Poppins, μιά Mary Poppins ξεμαλλιασμένη, με βρώμικα κουρελιασμένα ρούχα, ταλαιπωρημένη, κουρασμένη. Ανέβηκα με κόπο τα σκαλιά μιάς παλιάς πολυκατοικίας, μπήκα σε ένα μικρό αλλά ψηλοτάβανο διαμέρισμα, φτωχικό μάλλον, με μιά λάμπα-γλόμπο να κρέμεται από το ταβάνι κι έναν τοίχο στο βάθος βεραμάν ξεφλουδισμένο. Κατευθύνθηκα στο βάθος και προσπάθησα να κλείσω με πολύ κόπο τα φύλλα μιάς ψηλής παλιάς τζαμαρίας. Ήταν νύχτα, έξω φύσαγε κι έβρεχε, ο αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου σκουπίδια και φύλλα ξερά κι εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη να κλείσω τα φύλλα της τζαμαρίας φοβούμενη όλη την ώρα μήπως σπάσουν και σωριαστούν πάνω μου τα γυαλιά. Δεν θυμάμαι αν την έκλεισα τελικά.

Humpty Dumpty and Infant


Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να παίζω ένα παιχνίδι στη μαμά μου.
Όταν εκείνη έφευγε για λίγο από το σπίτι, να ψωνίσει κάτι ή να πεταχτεί σε μιά γειτόνισσα, επέστρεφε και με έβρισκε ξαπλωμένη κατάχαμα σε στάση δολοφονημένου ή λιπόθυμου θύματος.
Έκλεινα τα μάτια μου, κρατούσα την ανάσα μου, προσπαθούσα να είμαι σοβαρή να μην γελάσω και για λίγα δευτερόλεπτα ζούσα με την ηδονή της προσμονής της αντίδρασής της.
Ήθελα να τρέξει επάνω μου γεμάτη αγωνία και να φωνάξει σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας "ωιμέ, το παιδί μου" ή κάτι τέτοιο.
Σπανίως το έκανε, είναι πολύ σκληρό κοινό, αρνιόταν να μου χαρίσει την εξαρτημένη αντίδραση.
Εγώ όμως εκεί, επιζητούσα να τελειοποιήσω το ρόλο μου ως θύματος και να προκαλέσω την αγωνία των αγαπημένων, και κάθε λίγο και λιγάκι, τσουπ, ξάπλωνα προσποιούμενη ότι είχα πεθάνει τον βίαιο θάνατο.

Το θυμήθηκα αυτό αυτές τις μέρες που συνειδητοποίησα ότι αν ποτέ χρειαστεί να πεθάνω από θάνατο τραγικό, από μιά χρόνια ασθένεια ας πούμε, δεν θα είμαι από αυτούς τους αξιοπρεπείς ανθρώπους που βιώνουν στωικά αυτό που τους συμβαίνει ή αντιθέτως εκπέμπουν κέφι παρηγορώντας εκείνοι τους οικείους τους.
Θα είμαι μία μελοδραματική ασθενής που θα ζητάει συνέχεια την προσοχή, την περιποίηση και την αγάπη. Θα ζητάω πράγματα διαρκώς, θα κάνω παράπονα, σκηνές κουραστικές, θα είμαι αβάσταχτη, εκνευριστική. Οι φίλοι θα με αποφεύγουν, οι συγγενείς θα απηυδίζουν.

Θα είμαι πάντα εκείνο το τρελλό παιδί που ήταν πάντα της κακή ηθοποιός.
Θα είμαι μιά από εκείνες τις ηρωίδες της όπερας που θέλουν μιά ολόκληρη πράξη μέχρι να πεθάνουν -κι ένα σωρό άριες μαρτυρικές στο μεταξύ.

Very Well


Αυτές τις μέρες τις περνάω με έναν τρόπο περίεργο. Λίγοι άνθρωποι ξέρουν πού βρίσκομαι και ακόμη λιγότεροι πώς ακριβώς είμαι. Έτσι μπορώ να λειτουργώ με σχετική ελευθερία, βιώνοντας το πρωτόγνωρο συναίσθημα του να ζει κανείς σε έναν χώρο μή-χώρο, αφού παρατήρησα ότι τελικά και ο χώρος μπορεί να καθορίζεται από τους άλλους.
Εδώ λοιπόν μέσα στη φωλιά μου, στον πάτο της κατσαρόλας μου πάλι, μπορώ να αναπνέω βαθιά περιμένοντας, να αφήνω τα παράθυρα κλειστά και να προσποιούμαι ότι είναι πάντα νύχτα.
Μπορώ να έχω την πολυτέλεια να περνάω όσες ώρες θέλω με τον Χαρούκι Μουρακάμι στο κρεββάτι μου.
Μπορώ επιτέλους να απομονώσω το βόμβο και να σκεφτώ.

Desire and the Burning Bush


Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είμαι ένα πελώριο κρεμμύδι.
Καθώς με ξεφλουδίζει κανείς, καθώς αφαιρεί και πετάει τα στρώματα που έχω να με προστατεύουν, να πρέπει αναπόφευκτα να κλαίει κι αυτός γοερά, μέχρι να φτάσει στο τελευταίο φύλλο.

Fauna and the Crying Queen


Την ανάρτηση εικονογραφούν πίνακες της Margo Selski. Σε ορισμένα έργα της παρατήρησα γραμμένες ελληνικές λέξεις ή λέξεις με ελληνικά γράμματα. Ψάχνοντας τη σχέση της με την Ελλάδα βρήκα αυτό
"she often uses Greek writing in her paintings to convey a sense of narrative. Sometimes it's actual Greek, while other times they are words that only she can understand."



(από εδώ)

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Με το αγκίστρι στην καρδιά

Θέλω να γράψω μα δεν κατορθώνω να τιθασεύσω τις σκέψεις μου και να τις περάσω από το κόσκινο που οφείλουν πιά να περνούν προκειμένου να εκτεθούν εδώ.
Μα τρόπο βρήκα να εκφραστώ τελικά.
Πάντα υπάρχει τρόπος, ευτυχώς.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης, διαλέγω εδώ για το ιστολόγιο ποιήματα του  πολυαγαπημένου Henri Michaux - μήν ξεχνάτε άλλωστε τον υπότιτλο της "Ιφιμέδειας" που είναι μιά σκέψη δική του. Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή "Με το αγκίστρι στην καρδιά" των εκδόσεων Γαβριηλίδης σε μετάφραση Αργύρη Χιόνη.


ΚΡΑΥΓΗ

Το καλαγκάθι είναι φρικτό μαρτύριο. Όμως αυτό που μ'έκανε ακόμη πιό πολύ να υποφέρω, ήταν που δεν μπορούσα να φωνάξω. Καθότι ήμουν σε ξενοδοχείο. Η νύχτα μόλις είχε πέσει κι η κάμαρά μου ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο άλλες όπου κοιμόταν κόσμος.
Βάλθηκα, λοιπόν, να βγάζω απ'το κρανίο μου τεράστια τύμπανα, χάλκινα πνευστά και ένα όργανο που δυνατότερα κι από τις χορδοσύριγγες ηχούσε. Και, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη τη φοβερή που μού'δινε ο πυρετός, έφτιαξα μ'αυτά μιάν εκκωφαντική ορχήστρα. Τα πάντα τρέμαν απ'τους κραδασμούς.
Τότε, σίγουρος πιά ότι δεν θ'ακουγόταν η φωνή μου μέσα σ'αυτό το πανδαιμόνιο, άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω επί ώρες, και κατάφερα, σιγά σιγά, να ανακουφιστώ.


Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ

Επιμένεις πράγματι ν'ανεβείς τη σκάλα;
Κι αν είναι για να καταλήξεις κρεμασμένος;



 
Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ

Όποιος καθημερινά καταποντίζεται δεν έχει ανάγκη από υπερωκεάνια και παγόβουνα ακυβέρνητα για να βουλιάξει, να βουλιάξει δίχως όρια. Δεν έχει ανάγκη από σκηνοθεσία.
Δεν χρειάζεται Τιτανικός. Ούτε Ατλαντίδα. Συνοδεία καμιά ούτε να βλέπεις τίποτε. Απλώς βυθίζεσαι.



 
Από το
ΥΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟ ΦΑΡΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

Δεν είναι ακόμη παρά μιά ελάχιστη άλως, κανένας δεν την βλέπει, όμως αυτός το ξέρει ότι από κει θα'ρθεί η πυρκαγιά, μία τεράστια πυρκαγιά θα'ρθεί, κι αυτός, καταμεσής της, θα πρέπει να τα καταφέρει, να συνεχίσει όπως πριν να ζει (Πώς πάει; Καλά, κι εσείς;), αφανισμένος απ'το ευσυνείδητο και αδηφάγο πυρ.



Η σημερινή ανάρτηση εικονογραφείται με φωτογραφίες του Κινέζου φωτογράφου, σκηνοθέτη και ηθοποιού Fan Ho.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

Six impossible things before breakfast

Του Πρόβατου, για την Παρήχηση του Τζ


Αυτή η συζήτηση της Αλίκης με τη Βασίλισσα στο 5ο κεφάλαιο του "Μέσα απ'τον Καθρέφτη" θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του υπερρεαλιστικού κινηματογράφου, ένα έργο που άνετα συναγωνίζεται ταινίες όπως ο Ανδαλουσιανός Σκύλος του Μπουνιουέλ. Αναφέρομαι στην ταινία Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης, από τις δημοφιλέστερες ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, βρίθει σουρεαλιστικών περιστατικών που γίνονται αποδεκτά ως απολύτως φυσικά από τους ήρωες και κατ'επέκταση το κοινό. Ο σκηνοθέτης αποδεσμεύεται φαντασμαγορικά από τις συμβάσεις της καθημερινότητας, τις αποδεκτές φυσικές μορφές και τις κοινωνικές νόρμες δημιουργώντας έναν σουρεαλιστικό κόσμο με δικούς του κανόνες, ενώ κλείνει το μάτι στο θεατή προτείνοντάς του την εναλλακτική θέαση, τον θρίαμβο της διαφορετικότητας και την νίκη επί των φυσικών δυνάμεων.

Η πρόθεση του σκηνοθέτη δηλώνεται σαφώς από την πρώτη σκηνή της ταινίας όταν οι δύο πρωταγωνιστές, νικώντας όλους τους κανόνες της Φυσικής, τραγουδούν ένα ντουέττο με φόντο χαρακτηριστικά τοπία της Κέρκυρας. Κανείς δεν αναρωτιέται πώς μεταφέρονται τόσο γρήγορα στο χώρο, πώς αλλάζουν ρούχα στη συνέχεια του ίδιου κιόλας στίχου, γιατί η Ρένα (Αλίκη Β.) φοράει πορτοκαλί μαγιώ με ασορτί μπότες μες στο κατακαλόκαιρο ή γιατί ο Λευτέρης (Δημήτρης Π.) τραγουδάει "Ρίχνω τα δίχτυα δίπλα στην ακρογιαλιά" ενώ τραβάει ένα παλαμάρι που δεν είναι δεμένο σε κανένα εμφανές αντικείμενο -κορυφαίο σημείο συμβολισμού.

Ενώ εκτυλίσσεται το πάρτυ αρραβώνων της Ρένας Κατσαρού (όνομα όχι τυχαίο, αλλά ασφαλώς ένα υπαινικτικό tribute στον Κερκυραίο μουσουργό Γιώργο Κατσαρό) έξω από το παράθυρό της ακούγεται μιά μακρινή φωνή που τραγουδάει μιά "Βαρκαρόλα" (νομίζω της Πόπης Αστεριάδη). Το τραγούδι αυτό είναι τόσο μαγικό, ώστε αφενός διαρκεί όσο να κατέβει η Ρένα στον κήπο, να μαλώσει και να γυρίσει στην κάμαρα για να ακούσει τη συνέχεια, αφετέρου έχει την ιδιότητα να μεταφέρει το ίδιο το σπίτι της Ρένας, το οποίο στην σκηνή αυτή είναι παραθαλάσσιο με θέα στο Ποντικονήσι, σε άλλη όμως βρίσκεται στην ενδοχώρα, "μακριά από την πόλη" ως λέγεται. Λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Ίσως, θα σας απαντήσω.

Οι ανατροπές της λογικής συνεχίζονται. Ποιός άνθρωπος που έχει σώας τας φρένας ή ακολουθεί την πεζή λογική, ενώ θέλει να το σκάσει και να περάσει απαρατήρητος, επιλέγει τελικά από την πλούσια γκαρνταρόμπα του να φορέσει ένα λαμπερό ταγιέρ-κοστούμι με ζωηρά κίτρινα λουλούδια σε γαλάζιο φόντο; Μήπως πρόκειται για υπαινιγμό του σκηνοθέτη ότι η ηρωίδα θέλει τελικά να βρεθεί ή, πιό σωστά, δεν θέλει να χαθεί;

Η Ρένα περνάει τη νύχτα στο ταπεινό σπίτι ενός βαρκάρη και το πρωί, αφήνοντας πίσω το αστραφτερό ταγιέρ, φορά τα ρούχα του γιού του που κοιμάται (προφανώς γυμνός) έξω από την παράγκα. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς τί φόρεσε το πρωί ο γιός του βαρκάρη;

Το κορυφαίο επίτευγμα του σουρεαλιστικού σεναρίου: η ηρωίδα μεταμφιέζεται από ενήλικη χυμώδης γυναίκα σε μετέφηβο αγόρι, μιά μετάλλαξη ασφαλώς συμβολική. Κουρεύει μιά καστανή περούκα και φορά αντρικά (ή τέλος πάντων unisex) ρούχα. Όλοι όσοι την αντικρύζουν αποδέχονται την δεδηλωμένη της ταυτότητα, την εξίσωση που τους προτείνει: κοντό μαλλί+πουκάμισο+παντελόνι = άνδρας, χωρίς να αμφισβητούν την σεξουαλικότητά της. Μήπως μιλάμε για την ιδεώδη κοινωνία της απελευθέρωσης από τα πρότυπα του φύλου; Προφανώς ναι.

Κανείς δεν αναρωτιέται πού βρίσκει κάθε μέρα ο φτωχός Πίπης τόσο πολύ make-up και μάλιστα έναν τόνο πιό σκούρο από το δέρμα του για να δείχνει ηλιοκαμένος. Κανείς δεν απορεί για τα καλοβγαλμένα φρύδια του, για την μάσκαρα στις βλεφαρίδες ή για το δροσερό λιπ-γκλος. Ο Πίπης είναι αποδεκτός ως έχει, ως επιλέγει.

Ακόμη κι όταν ο Πίπης φλερτάρει με μιά άλλη γυναίκα σε ένα κέντρο, ενώ οι θεατές στην κινηματογραφική αίθουσα γνωρίζουν ότι είναι και ο ίδιος γυναίκα, κανείς δεν εξανίσταται, δεν απορεί. Το όλον είναι αστείο, μα όχι παράξενο, όχι απόβλητο. Πώς είναι δυνατόν; Μα επειδή ο σκηνοθέτης έχει ήδη κουρελιάσει την καθεστηκυία γνώση, έχει πετύχει να διαλύσει τον κόμβο των συμβάσεων, να απελευθερώσει τον θεατή από την ίδια του τη λογική.

Κι ο Λευτέρης; Αναρωτήθηκε κανείς για τα δικά του αισθήματα; Ποιά είναι η τραγική πάλη του ήρωα αυτού;
Γιατί σε όλο το κοινό οδοιπορικό των ηρώων ο Λευτέρης δεν αλλάζει ρούχα παρά το γεγονός ότι έχει ιδρωκοπήσει χίλιες φορές μες στο κατακαλόκαιρο; Είναι τυχαίο ότι το μόνο περιεχόμενο του ταπεινού του σακιδίου είναι ένα σετ ριγέ πυζάμες; Γιατί ο Λευτέρης δεν είχε μαζί του δεύτερο πουκάμισο; Αναρωτήθηκε κανείς τί συμβολίζουν όλα αυτά;


Όταν ο Πίπης με το χυμώδες κορμί του προσγειώνεται στα στιβαρά μπράτσα του Λευτέρη, ο τελευταίος δυσανασχετεί με έναν τρόπο περίεργο, η στιγμή είναι ασφαλώς μαγική. Το κοινό κρατά την ανάσα του αποδεχόμενο το παίγνιο αυτό. Ο σκηνοθέτης κλείνει πάλι το μάτι.
Λίγο μετά, η κορύφωση του δράματος ρίχνει αληθινό ράπισμα στην κοινή λογική. Πώς είναι δυνατόν να μετατραπεί τόσο γρήγορα, γρηγορότερα κι απ'την ταχύτητα του φωτός, το συναίσθημα του Λευτέρη για τον μετέφηβο Πίπη από αγνή συντροφική φιλία σε σαρκική επιθυμία αμέσως μετά τα αποκαλυπτήρια της Ρένας; Ποιά ήταν τελικά τα αληθινά συναισθήματα του Λευτέρη για τον Πίπη πριν αυτός μετέρθη της νέας μεταμόρφωσης;

Αγαπημένοι μου φίλοι, δεν θα συνεχίσω. Θα προτιμήσω να σας κλείσω κι εγώ το μάτι και να σας προτείνω να απελευθερωθείτε από τις παρωπίδες που καταδικάζουν συλλήβδην τις ταινίες του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα άνευ ουσιώδους αξίας.
Ποιός μπορεί στα αλήθεια να αμφισβητήσει ότι η "Αρχόντισσα κι ο Αλήτης" είναι ένα αριστούργημα του σουρεαλιστικού κινηματογράφου;

 
****

Υστερόγραφο

O κος Mersault γράφει ότι από κανένα μπλογκ δεν θα έπρεπε να λείπει ένα ποστ για τον Justin Bieber.
Νομίζω ότι μόλις έγραψα ένα τέτοιο ποστ.
Ας πούμε εν κατακλείδει ότι ο Justin Bieber είναι ο Πίπης της διεθνούς ποπ σκηνής.