Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Το τελευταίο πρόβλημα



Αυτή είναι η τρίτη φορά που κάθομαι στα σοβαρά να γράψω την τελευταία ανάρτηση αυτού του ιστολογίου. Για να δούμε αν φτάνοντας στο τέλος θα κατορθώσω να πατήσω τη "δημοσίευση". 

Πάει καιρός που δεν γράφω πιά εδώ. Έλλειψη χρόνου ναι, αλλά κυρίως ένας τεράστιος βραχνάς αυτολογοκρισίας που διαρκώς επικρεμάται πάνω από τα δάκτυλά μου στο πληκτρολόγιο ως Δαμόκλειος σπάθη. Γράφω, σβήνω. Γράφω σβήνω. Σβήνω. Δεν γράφω.

Αυτή πρέπει να είναι η τελευταία ανάρτηση. 
Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο να κλείσω αυτό το μπλογκ που το έχω τόσο αγαπήσει, που έχει συνυφανθεί τόσο στενά με τη ζωή μου τα τελευταία έξι χρόνια. Ήταν ένα ιδιότυπο ημερολόγιο, ένας τρόπος να καταγράφω αδιάσπαστη τις σκέψεις μου και να συζητώ με τους συγγενείς μου, έτσι όπως έβλεπα τουλάχιστον κάποιους από εσάς. Από την άλλη, δεν ωφελεί να κάθομαι έτσι δεμένη μαζί του και να μην μπορώ πιά να γράφω όπως θέλω. 




Ο βασικότερος λόγος που πρέπει πιά να σταματήσω να γράφω εδώ είναι το γεγονός ότι πλέον η ταυτότητα της Ιφιμέδειας έγινε γνωστή σε πολλούς ανθρώπους που γνωρίζω στην "κανονική" μου ζωή. Η ψευδωνυμία μου, χωρίς τη θέλησή μου, χάθηκε σιγά-σιγά. Και βρέθηκα έτσι να μοιράζομαι τις σκέψεις μου με ανθρώπους που δεν επιθυμώ να τις μοιράζομαι. Βρέθηκα να έχω αναγνώστες με τους οποίους δεν επιθυμώ να συνομιλώ. Κάποιοι από αυτούς τους νέους μου αναγνώστες, ταυτόχρονα παλιοί γνωστοί, φρόντισαν με διάφορους τρόπους να με ενημερώνουν ότι "ξέρεις, σε διαβάζουμε". Κι αυτό λειτουργεί τελικά σαν τροχοπέδη για μένα. Θα προτιμούσα να μην ξέρω ποιοί με διαβάζουν. Θα προτιμούσα να είμαστε όλοι κρυμμένοι πίσω από τα ωραία μας ψευδώνυμα, πιό αληθινοί όμως έτσι όπως διαγραφόμαστε μέσα από τα γραπτά μας. Ας είναι. Ο κόσμος δεν λειτουργεί όπως βολεύομαι εγώ. Αυτό πιά το κατάλαβα καλά. 


[Not safe anymore]

Υπάρχει κι άλλος ένας λόγος που αισθάνομαι πιά την ανάγκη να αποσυρθώ. Νιώθω ότι με κάποιο τρόπο οι φίλοι μου, οι συγγενείς μου που έλεγα προηγουμένως, φεύγουν κι αυτοί σιγά-σιγά, σιωπούν ολοένα και συχνότερα στα ιστολόγιά τους, διστάζουν όπως κι εγώ να εκφραστούν. Κι αντιθέτως στην ωραία παιδική χαρά μας παίζουν τώρα άλλα παιδιά, μαθημένα αλλιώς, μαθημένα στη λεκτική βία, στην επίδειξη, παιδάκια που μαζί τους δεν θέλω και δεν μπορώ να παίζω. Όπως έξω στον κόσμο, γύρω μας στην αληθινή ζωή, επικρατούν φαινόμενα νοσηρά κι ακραία, έτσι κι εδώ συσχετισμοί και νοσηρότητες, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα κι επανάσταση του καναπέ. Αναμενόμενο θα μου πεις, ακόμα και σ'αυτόν τον μικρόκοσμο η κοινωνία αντιπροσωπεύεται μιά χαρά. Είναι όμως πικρό, αβάσταχτο πιά για μένα, κι όπως στην αληθινή κοινωνία, έτσι κι εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να σωπάσω, δεν μου πάει να έχω το ρόλο της γριάς που κουνάει το δάκτυλο κι επισημαίνει ότι στην εποχή μας χάθηκε το ήθος. 



"Γράφω για να με διασχίζω" γράφει ο υπότιτλος της Ιφιμέδειας. Κι αυτό ήταν όλη η ουσία, ήταν το ζητούμενο αυτής της διαδρομής. Και υπήρξα πολύ, μα πάρα πολύ τυχερή που γνώρισα σ'αυτή τη διαδρομή τόσο υπέροχους ανθρώπους, τα καλά παιδιά της παιδικής χαράς, πνευματικά αδέλφια, παρήγορους φίλους, συγγενείς της καρδιάς. 
Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους πολύ. Ήσασταν εδώ στο γάμο μου, στις δουλειές μου, στη γέννηση του παιδιού μου και στο θάνατο της μαμάς μου. 
Σας ευχαριστώ αλήθεια πολύ. Για το ωραίο ταξίδι, τα γέλια και τα κλάματα.

Xilaren, Έντεκα, Lemon, Α.Κ., Βαρόμετρε, Κουρούνα, Πρόβατε, Ou Ming, Thas, Damsel in Stress, Ιούδα, Τάκη, Πάνο, Μάνο, Λένα, Δόκτορα Φλάντζα, θεία Σοφία, Πασταφλώρα, Τσαλαπετεινέ, Σταυρούλα, Χαμένο Επεισόδιο, εσάς ειδικά, επειδή είπαμε έναν λόγο ουσίας παραπάνω. 


"Γράφω για να με διασχίζω" 
Και τώρα τί; 



******
Υ.Γ. Πέρασα την εφηβεία μου διαβάζοντας όλα τα έργα του Sir Arthur Conan Doyle που είχαν πρωταγωνιστή τον Sherlock Holmes, τις συλλογές διηγημάτων και τα τέσσερα μυθιστορήματα που συνιστούν τον περίφημο κανόνα. Ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης προέρχεται από την ιστορία The Final Problem, από τη συλλογή Οι Αναμνήσεις του Sherlock Holmes. Σε αυτήν ο Holmes έρχεται αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο με τον αντίπαλό του καθηγητή Moriarty στους καταρράκτες του Reichenbach στην Ελβετία και προκειμένου να τον εξολοθρεύσει, ο Holmes δεν διστάζει να πέσει μαζί του στο κενό... 







Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Σιγά-σιγά και μερικές φορές ξαφνικά

Με το πέρασμα των ημερών οι στάχτες από την μεγάλη πυρκαγιά κάθονται διαρκώς παντού, σιγά-σιγά, αλλά σταθερά.  Έτσι γίνεται και μετά από τις εκρήξεις ηφαιστείων. Σου λέει η τέφρα κάνει πολύ καιρό να κατακάτσει. Καλύπτουν τα πάντα, κάθε επιφάνεια, το μέσα και το έξω, όπου κοιτάξω γύρω μου τις βλέπω.Μαζεύονται μέσα στο στόμα μου για να περάσουν μέσα μου και συχνά μου κλείνουν την αναπνοή, δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Κυριολεκτικά μου κόβεται η ανάσα, κυρίως το βράδυ την ώρα που κοιμάμαι. Δεν βλέπω πιά όνειρα, μόνο πολύ αμυδρές σκιές που κινούνται με υποτυπώδη αφήγηση. Μάλλον φταίνε οι στάχτες.

Ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, πρέπει να πάρω διαζύγιο από εκείνην που νόμιζα ότι ήταν η καλύτερή μου φίλη. Ήρθε στο σπίτι μου την Παρασκευή που μας πέρασε να με συλλυπηθεί και μου ανακοίνωσε ότι παντρεύτηκε στο τέλος Αυγούστου. Ξαφνικά μου είπε το αποφάσισαν και έσπευσαν σε ένα δημαρχείο. Δεν μου έδωσε καμιά εξήγηση γιατί δεν μου το είπε νωρίτερα ή αργότερα, ούτε φυσικά γιατί δεν προσκλήθηκα. Αυτό το ξαφνικά έπρεπε να μου τα πει όλα. Με παρατηρούσε την ώρα που μου αφηγόταν μιά περίεργη ιστορία εργασιακής πρεμούρας για ένα επίδομα -που υποτίθεται εξηγούσε αυτό το "ξαφνικά". Εγώ ήμουν ήρεμη. Της είπα εκείνη την ώρα ότι μετά το θάνατο της μαμάς μου δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να με ταράξει. 

Είπα ψέμματα. Όταν έφυγε, άρχισα να το σκέφτομαι διαρκώς και ταράχτηκα όντως και περιέργως πολύ. 
Το βράδυ έκανα μιά έρευνα στο Google με το όνομά της. Δεν το είχα ξανακάνει ποτέ. Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και τί περίμενα. 
Βρήκα την αγγελία του γάμου της σε ένα παλιό φύλλο της Αυγής. Από το τέλος Ιουνίου. Περίπου δεκαπέντε μέρες πριν την βάφτιση του μωρού μου στην οποία φυσικά την είχα καλέσει. 
Δεν ξέρω γιατί με ενόχλησε και η επιλογή της Αυγής. Ήθελα να πάρω τηλέφωνο την εφημερίδα και να τους πω ότι αυτοί που δημοσίευσε την αγγελία τους δεν είναι αληθινοί αριστεροί, δεν είναι έτσι οι αριστεροί. Ή μπορεί και να είναι ακριβώς έτσι, ξέρω κι εγώ;

Τώρα εγώ που δεν είχα κανένα πρόβλημα μαζί της θα πρέπει να βρω το κουράγιο να χωρίσουμε. Σαν εκείνα τα ζευγάρια που την απόφαση πρέπει να πάρει ο κερατωμένος. Για να μην εξευτελίσουμε περισσότερο τα 25 χρόνια της φιλίας μας της αχώριστης. Πώς χωρίζεις μετά από 25 χρόνια; Θα το μάθω κι αυτό ως φαίνεται. Σαν μικρός θάνατος θα είναι κι αυτό λιγάκι. Τουλάχιστον σε αυτή την περίπτωση θα διαλέξω εγώ την ώρα, κάτι είναι κι αυτό. Δεν θα τρομάξω.

Συνεχίζουν να πέφτουν γύρω μου στάχτες. Τις βλέπω στα βλέφαρά μου όταν μισοκλείνω τα μάτια. Όπως εχτές στο πάρκο. Ο μικρός είχε κοιμηθεί στο καρότσι, μεσημεράκι και μαζεύονταν τα σύννεφα για τη βροχή. Καθόμουν σ'ένα παγκάκι κι αισθανόμουν ασφαλής και ήρεμη μέσα στις ευτυχισμένες οικογένειες, στους μπαμπάδες που έπαιζαν μπάλα και στις μαμάδες που κουνούσαν κούνιες. Μόλις κοίταξα τον ουρανό άρχισαν πάλι να πέφτουν στάχτες και δεν έβλεπα καλά και πήρα το μωρό κι έφυγα. Τώρα που το σκέφτομαι πιό πολύ ταίριαζα με μια μισότρελη κυρία με ένα κόκκινο φόρεμα που καθόταν με ανοικτά πόδια σε ένα άλλο παγκάκι. Μαύρα εγώ, κόκκινα αυτή, ταιριάζαμε.

Όλο το Σαββατοκύριακο καταπίνω στάχτες. Τρώω γλυκά διαρκώς για να μπορέσω να τις καταπιώ καλύτερα, αλλά αυτές δεν πάνε με τίποτα κάτω. Με μπουκώνουν και ξυπνάω μέσα στη νύχτα χωρίς ανάσα, πάλι και πάλι. Πρέπει να ψάξω στο Google πώς καταπίνονται οι στάχτες. 





Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

τέλος

Είναι μέρες πολλές που έφυγες κι ακόμη σε ψάχνω.
Σου γράφω κι εδώ γιατί φοβάμαι ότι δεν μ'ακούς που σου μιλάω από μέσα μου και δεν μ'ακούς όταν στο σπίτι σε φωνάζω δυνατά.
Δεν ξέρω τί άλλο τρόπο να βρω για να επικοινωνήσω μαζί σου μα θα συνεχίσω να ψάχνω έτσι τρόπους, θα συνεχίσω να σε ψάχνω μέχρι να σε βρω -ή να βεβαιωθώ ότι εξαφανίστηκες, έτσι απλά.
Θέλω να σε δω μια στιγμή ακόμη, μια στιγμούλα. Θέλω να έρθεις πάλι κοντά μου για λίγο, θα ήθελα μια αγκαλιά, μα το ξέρω πώς ζητάω πολλά. Έστω να σε δω μια στιγμή και πάλι φεύγεις. Να μου χαϊδέψεις λίγο τα μαλλιά, όπως μόνο εσύ μαμά μου. Να προλάβω να σου πω ότι σ'αγαπώ πολύ, απέραντα πολύ, και τίποτα δεν θα είναι ίδιο χωρίς εσένα και περισσότερο απ'όλα να σου πω ότι στενοχωριέμαι γιατί ξέρω ότι δεν ήθελες εσύ να φύγεις. Κάποιος, κάτι σε πήρε από την αγκαλιά μου, το ένιωσα κι είμαι σίγουρη. Κάτι πιό δυνατό από μένα, με νίκησε, σε τράβηξε μακριά μου και σε πήρε. Εσύ μικρούλα μου, αδύναμο κορμάκι, δεν έφερες αντίσταση, κοριτσάκι μου. Κι εγώ η δυνατή δεν σε προστάτευσα, δεν πρόλαβα μανούλα μου. Δεν πρόλαβα.
Στενοχωριέμαι που έφυγες χωρίς να θέλεις, που είχες σχέδια κι όνειρα, έφυγες τόσο νέα μικρούλα μου, παιδάκι μου μιά ζωή απροστάτευτο.
Μανούλα μου, μου λείπεις όλη την ώρα. Βρες έναν τρόπο σε παρακαλώ να μου στείλεις ένα σημάδι, να μου στείλεις κάτι από σένα. Μου φαίνεται αδιανόητο που υπάρχει κάτι που μπορεί εμάς τις δυό να μας κρατήσει χωριστά. Πώς είναι δυνατόν;


Ο χρόνος περνάει, η ζωή συνεχίζεται και οι μέρες είναι άνισες, σκιερές.
Εξακολουθώ να αναρωτιέμαι πού είσαι. Αυτό που φοβόμουνα μιά ζωή, η υποψία ότι δεν υπάρχει Θεός, έρχεται κάθε μέρα που περνάει να το επιβεβαιώσει. Ξέρω θα θύμωνες αν με άκουγες να το λέω, αλλά έτσι σκέφτομαι. Θυμώνω κι εγώ μαζί σου, θυμώνω με όλα, θυμώνω με τον Θεό αν υπάρχει και με το Θεό που δεν υπάρχει, με ό,τι τέλος πάντων σε πήρε μακριά μας, έτσι. Κατάντησα να ζηλεύω όλους αυτούς τους θρήσκους που με βεβαιότητα πιστεύουν. Τους ζηλεύω και ταυτόχρονα θέλω να τους χαστουκίσω και να τους ρωτήσω πού είναι η μαμά μου. Αφού είναι τόσο σίγουροι για το Θεό και για το Χριστό και για όλα, να μου πούνε πού είναι η μαμά μου. Ψεύτες. Αν υπήρχε Θεός δεν θα έπαιρνε τη μαμά μου, δεν θα έπαιρνε αθώα παιδάκια και νέους ανθρώπους, δεν θα άφηνε κτηνάνθρωπους να ζουν. Ψεύτες. Αν υπήρχε Θεός η μαμά μου θα ερχόταν πάλι έστω μιά στιγμή για να με καθησυχάσει. Η μαμά μου δεν θα με άφηνε ποτέ να στενοχωριέμαι τόσο.


Ο Θάνατος δεν φοράει βέβαια σαλβάρι και τέτοιες σαχλαμάρες. Μπήκε αόρατος, ανεπαίσθητος στο σπίτι μου και μου πήρε την μεγάλη μου αγάπη. Μου την άρπαξε βίαια μέσα από την αγκαλιά μου. Κι αυτό που έμεινε είναι ένα τεράστιο κενό, ένα πολύ βαθύ πηγάδι που διασχίζει όλο το μέσα μου και δεν έχει πάτο.
Δεν ξέρω πώς να ζήσω πιά τη ζωή μου χωρίς τη μανούλα μου. Φυσικά έχω τους αγαπημένους, το παιδί, μα τίποτα απολύτως δεν μπορεί να είναι πιά απόλυτη ευτυχία γιατί πάντα θα λείπει εκείνη. Αισθάνομαι ότι πρέπει να μάθω να ζω από την αρχή. Πώς κόπηκε τώρα για πρώτη φορά στα σαράντα μου ο ομφάλιος λώρος και δεν θα είμαι ποτέ ξανά παιδί, ποτέ ξανά ανήλικη, θα είμαι πιά για πάντα ένα ενήλικο παιδί που θα του λείπει η μαμά του.

Σου θυμώνω μαμά μου που δεν γύρισες. Πού σου φώναζα να γυρίσεις και δεν γύρισες. Γιατί πίστευα ότι για την αγάπη μας μπορείς όλα να τα νικήσεις και τον θάνατο ακόμα. Και μου λείπεις κάθε μέρα πιό πολύ, όλη την ώρα πολύ. Καθόλου δεν λιγοστεύει ο πόνος καθώς περνάνε οι μέρες, ψέμματα λένε όλοι, αντίθετα μεγαλώνει. Η τρομάρα μου γίνεται φρικτή βεβαιότητα. Κάθε πρωί που ανοίγω τα μάτια η μέρα ξεκινάει με μιά φρικτή είδηση. Ξανά και ξανά κάθε μέρα, κάθε πρωί μαθαίνω ότι πέθανες. Πώς θα τη ζήσω τέτοια ζωή;


Δεν ξέρω γιατί η πιό ισχυρή εικόνα την ώρα της κηδείας ήταν το τετράδιό μου της πρώτης Δημοτικού. Αυτό που η κάθε σελίδα ήταν μοιρασμένη, επάνω ένα πλαίσιο κενό για ζωγραφιές, κάτω γραμμές. Αυτό το τετράδιο το δικό μου σε βλέπω στο μυαλό μου συνέχεια να το ζωγραφίζεις εσύ, βλέπω συνέχεια τα μακριά λεπτά σου δάκτυλα, έχει τις δικές σου ζωγραφιές επάνω και τα δικά μου γραμματάκια κάτω. Και είμαι έτσι πέντε χρονών διαρκώς και θέλω να γυρίσεις να μου ζωγραφίσεις το τετράδιο, να συνεχίσουμε να ζωγραφίζουμε και να γράφουμε μαζί. Είμαι ακόμη το παιδάκι σου μαμά μου και μου λείπεις.

Γύρνα πίσω μαμά μου μιά στιγμούλα. Σε παρακαλώ βρες ένα τρόπο να μου δώσεις ένα σημάδι. Θα σε περιμένω πάντα, μα κάνε ό,τι μπορείς και μην αργήσεις.

Πρόλαβες να το νιώσεις άραγε που σε φίλησα όταν μείναμε οι δυό μας;










Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

An affair to remember


Ο τρόπος που καθαρίζω πιά το σπίτι έχει αλλάξει. Στοιχεία που κάποτε εμμονικά κυνηγούσα να εξαλείψω γίνονται τώρα πολύτιμα και κοιτάζω να τα διατηρήσω με κάθε τρόπο, όσο γίνεται περισσότερο. 
Οι δακτυλιές του μωρού στο κάτω μέρος του καθρέφτη. 
Μισή πατημασιά από το γυμνό πόδι της μαμάς μου στο πάτωμα του σαλονιού καθώς μπαίνεις από τη βεράντα. 
Ρούχα του Θ. κρεμασμένα σε διάφορα σημεία του σπιτιού.

Συνειδητά δεν καθαρίζω τον καθρέφτη, σφουγγαρίζω γύρω από την πατημασιά και δεν μαζεύω τα ρούχα στη θέση τους. Αφήνω πιά επίτηδες γύρω μου τα σημάδια των αγαπημένων μου. Πέφτει το μάτι μου σ'αυτά σε ανύποπτο χρόνο και ζωντανεύει μπροστά μου η κίνησή τους. 
Σκέφτομαι ότι αν αφήνω έτσι παντού τα σημάδια τους, το σπίτι θα είναι διαρκώς γεμάτο από εκείνους.


Alphonse van Besten, Fragility 1913


Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Ο ανύποπτος χρόνος


Φέτος το καλοκαίρι σε ανύποπτο χρόνο σκέφτηκα ότι όταν έρθει να με πάρει ο Χάρος θα φοράει μακρύ κόκκινο ριγέ παντελόνι, μπλούζα πετρόλ ξεχειλωμένη μακό, σανδάλια δερμάτινα ή τσόκαρα scholl. Θα έχει βρώμικα νύχια και μαλλιά ράστα, άλουστα. Θα μυρίζει την ξυνίλα της απλυσιάς και θα ακούει δυνατά στο κινητό του Manu Chao. Τώρα που το σκέφτομαι θα έχει και τη φάτσα του Manu Chao -ή του Στέλιου Ρόκκου, το ίδιο είναι. Θα έρθει έτσι να μου πάρει την ψυχή για να με τσαντίσει κι από πάνω, για σπάσιμο. 

Μετά σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να καθίσω να κάνω μιά λίστα με ένα σωρό πράγματα που με αναστατώνουν τόσο που αν έχω πεθάνει υπάρχει περίπτωση να αναστηθώ από τον εκνευρισμό μου. Ας πούμε -σημειώνω τώρα εκ του προχείρου: 
Αν εμφανιστεί ο Παντελής Θαλασσινός στην κηδεία μου και τραγουδήσει ντουέτο με τον Κότσιρα.
Αν ακούγεται το τραγούδι Λαμπάντα. 
Αν φέρουν και μου ρίξουν μέσα στο φέρετρο ψάρια. 


Μετά σκέφτηκα ότι αντί να σκέφτομαι τέτοιες βλακείες (τί θα φοράει ο Χάρος ή πώς θα αναστηθώ αν έχω πεθάνει) θα έπρεπε να ασχοληθώ με το τί θα φορέσω εγώ. Αυτό είναι ένα πραγματικά σοβαρό πρόβλημα. Δεν έχω ακόμη καταλήξει στις λεπτομέρειες, αλλά ξέρω ότι θέλω να φοράω κραγιόν, μάλλον κόκκινο αφού δεν το φοράω ζωντανή, και ψηλά, πολύ ψηλά τακούνια. Θα ήθελα επίσης να έχω τα πλατινέ μαλλιά της Μονρόε, πάλι επειδή μάλλον ποτέ δεν θα τολμήσω να τα βάψω έτσι ζωντανή. Ξέρω, το όλον ακούγεται φτηνιάρικο, δεν θέλω να με θάψουνε σαν ιερόδουλη, μα θα δουλέψω τις λεπτομέρειες και πιστεύω ότι θα καταλήξω με κάτι πολύ κομψό. 

*Τώρα που ξαναδιαβάζω αυτό που μόλις έγραψα συνειδητοποιώ ότι αυτά που θέλω αλλά διστάζω να τα κάνω ζωντανή, φιλοδοξώ να τα κάνω πεθαμένη. Χμ.


******
Δεν ξέρω ακριβώς τί είναι ο ανύποπτος χρόνος, αλλά νομίζω ότι από όλα τα είδη του χρόνου είναι ο πιό αγαπημένος μου γιατί είναι ο πιό διασκεδαστικός. Είναι η στιγμή που το μυαλό σου σε συλλαμβάνει εξ απίνης και παράγει μια εξωφρενική σκέψη. Το δικό μου το μυαλό κάνει όλο εξωφρενικές σκέψεις και φαίνεται ότι βρίσκεται συχνότατα σε μιά κατάσταση ανύποπτου χρόνου. Σε αυτή την περίπτωση όμως δικαιούται ο χρόνος να ονομάζεται ανύποπτος ή μήπως πρέπει να θεωρηθεί ύποπτος; 







Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Η σημασία του επισκεπτηρίου


Η σημασία του επισκεπτηρίου
ή γιατί είναι χρήσιμο να φοράει κανείς κόκκινο παλτό όταν ανεβαίνει την Πίνδο


Το χειμώνα του 2004, Φεβρουάριο, ο αδελφός μου παρουσιάστηκε φαντάρος στην Άρτα. 
Αν και είκοσι χρονών τότε, για μένα ήταν -και είναι ακόμη- ο αδελφούλης μου, το αγοράκι που με περίμενε να γυρίσω από το σχολείο το μεσημέρι, το παιδάκι που καμάρωνα στις σχολικές γιορτές και τις παρελάσεις. Όσο κι αν μεγαλώνει, ψηλώνει και γίνεται άντρας, σε μιά γωνία του μυαλού μου μένει με ένα μαγικό τρόπο ακόμη παιδί. 

Αυτό το παιδί λοιπόν έπρεπε στις αρχές του 2004 να το αποχωριστούμε. Ήταν η πρώτη φορά που έφευγε τόσο μεγάλο διάστημα από το σπίτι μας. Παρουσιάστηκε στην Άρτα κι έφυγε μόνος του με τη συγκοινωνία. Δεν ήθελε να πάει κάποιος μαζί του μέχρι την πόρτα του στρατοπέδου. Δεχτήκαμε την απόφαση, αλλά μας έτρωγε ο καημός που θα βρέθηκε έτσι μόνος του στο ξένο περιβάλλον και η στενοχώρια που δεν θα είχε κάποιον μαζί έστω για τη διαδρομή.

Αυτή την ημέρα που αναχώρησε από το σπίτι για το στρατό δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Θυμάμαι πήγα το πρωί κανονικά στο γραφείο, αλλά όταν σχόλασα το μεσημέρι δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι, βολόδερνα στους δρόμους για να ξεχαστώ και συγχρόνως τρόμαζα στη σκέψη ότι κάποια στιγμή θα βράδιαζε. Δεν άντεχα στη σκέψη ότι θα γύριζα στο σπίτι και ο αδελφός μου δεν θα ήταν εκεί. Ότι θα νύχτωνε και δεν θα κοιμόταν σπίτι μας αλλά κάπου σε έναν κρύο θάλαμο με ένα σωρό ξένους που ποιός ξέρει τι καρυδιάς καρύδια ήταν. 

Όταν πέρασαν οι πρώτες μέρες της θητείας του και ήρθε η ώρα για το πρώτο επισκεπτήριο δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να είμαι εκεί οπωσδήποτε. Ήμουν τότε ακόμη άπειση νέα οδηγός και το αυτοκίνητο το φοβόμουν αρκετά. Θα πήγαινα από την Αθήνα ως τα Τρίκαλα το Σάββατο και την Κυριακή θα έκανα το Τρίκαλα-Αρτα. 

Το πρώτο σκέλος της διαδρομής πήγε καλά. Η διαδρομή γνώριμη, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Την Κυριακή το πρωί με καλό καιρό ξεκινήσαμε για Άρτα. Ο ταξιδιώτης που θέλει να πάει από τα Τρίκαλα στην Άρτα έχει δυό τρόπους: να ανέβει από την Καλαμπάκα μέσω Κατάρας, προς Μέτσοβο και Ιωάννινα και να κατέβει Άρτα ή να διασχίσει κάθετα την Πίνδο και να περάσει στη Δυτική Ελλάδα μέσω Μεσοχώρας. Επέλεξα ως συντομότερη τη δεύτερη διαδρομή και μάλιστα ως φοβική και τρελά οργανωμένη θυμάμαι ότι είχα τηλεφωνήσει και στην τοπική Τροχαία να ρωτήσω αν ο δρόμος είναι ανοικτός και χωρίς προβλήματα γιατί κάποιος μου είχε πει ότι ίσως έχει κομμάτια με χωματόδρομο. Ο υπεύθυνος στην Τροχαία ήταν καθησυχαστικός. 

Ξεκινάμε λοιπόν με τον Θ. και υπολογίζω με βάση το χάρτη ότι μάξιμουμ σε 3 ώρες θα ήμασταν στην Άρτα. Θα φτάναμε άνετα με την έναρξη του επισκεπτηρίου. Αρχίσαμε λοιπόν την ανάβαση. 

Δεν θα αναλύσω λεπτομερώς όλα όσα μας συνέβησαν στη διαδρομή αυτή. Θα τα αναφέρω έτσι παρατακτικά γιατί με έναν τρόπο κάπως έτσι τα βιώναμε κιόλας, τη μιά αναποδιά μετά την άλλη: ο καιρός ανεβαίνοντας πήγαινε από το κακό στο χειρότερο: συννεφιά, ομίχλη να μην βλέπεις στα τρία μέτρα, χαλάζι (!) ως και χιόνι σε πολλά σημεία. - Σε πολλά σημεία της διαδρομής είχε κατολισθήσεις βράχων. Κάποια στιγμή ακούω ένα άγριο γρατζούνισμα κάτω από το αμάξι. Είχα πάρει πέτρα από κάτω. Την έβγαλε ο Θ. και συνεχίσαμε με το φόβο μήπως είχαμε πάθει καμιά ζημιά. - Σε όλη την ανάβαση και μέχρι το πρώτο χωριό από την πλευρά της Ηπείρου είδαμε μόνο ένα αυτοκίνητο. - Το κινητό πολύ σύντομα μετά την αναχώρησή μας από τον κάμπο δεν είχε σήμα. Ό,τι κι αν μας συνέβαινε δεν θα είχαμε τρόπο να ειδοποιήσουμε. 



Σε όλη τη διάρκεια της εφιαλτικής αυτής διαδρομής θυμάμαι τον εαυτό μου τρομαγμένο. Η λογική έλεγε ότι έπρεπε να γυρίσουμε πίσω και πολλές φορές το σκέφτηκα. Ήμουνα άπειρη οδηγός, ο Θ. δεν οδηγούσε και έβαζα και τη δική του ζωή σε κίνδυνο. Δεν είχαμε όμως καν σήμα στο κινητό για να ειδοποιήσω τον αδελφό μου ότι δεν θα πηγαίναμε. Και πώς θα έκανα κάτι τέτοιο πού είχα καταλάβει από τα τηλεφωνήματά του πόσο πολύ ήθελε να μας δει; Συνέχιζα λοιπόν. Έσφιγγα τα δόντια και συνέχιζα. Έπρεπε οπωδήποτε να φτάσουμε στην Άρτα και να προλάβουμε το επισκεπτήριο. 

Κάποια στιγμή θυμάμαι το γελάσαμε κιόλας. Πόσο χειρότερα μπορεί να πάει αυτό το ταξίδι; 
Το γέλιο μας κόπηκε όταν εκεί που οδηγούσαμε χάθηκε ο δρόμος και καταλήξαμε να ανεβαίνουμε το χαλικόστρωτο ελικοειδή "δρόμο" σε ένα νταμάρι. Δίπλα μας ένα ποτάμι ορμητικό και μιά ξύλινη γέφυρα από αυτές που ξέρεις από τις πολλές ταινίες που έχεις δει ότι είναι σάπιες και θα πέσεις μέσα.
Εκεί λοιπόν, πάνω σε αυτό το νταμάρι έφτασα τα όρια των αντοχών μου. Καταλάβαινα ότι από ώρα σε ώρα το αμάξι θα κόλλαγε στα χαλίκια. 
Τράβηξα χειρόφρενο και βγήκα από το αυτοκίνητο. Έριχνε χιόνι ψιλό, το κρύο σε περόνιαζε. Άνθρωπος ούτε για δείγμα. Μόνο κάτι εγκατελειμένες μπουλντόζες ψηλότερα στο νταμάρι. 
Θυμάμαι κοίταξα τον γκρίζο ουρανό και ήθελα να υπάρχει Θεός να με ακούσει που του παραπονιόμουνα. Μου ερχόταν να βάλω τα κλάματα, αλλά αυτά κάτι τέτοιες στιγμές είναι πολυτέλειες. 
Αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο τελευταίο χωριό που είχαμε περάσει, τη Μεσοχώρα. Θυμόμουνα αμυδρά ότι είχα δει έναν αστυνομικό σταθμό. 

Δεν βρήκαμε κανέναν στην αστυνομία. Ερημιά γύρω, άνθρωπος κανείς. Απελπισμένη, ήμουνα έτοιμη να αρχίσω να χτυπάω τις πόρτες των σπιτιών να δούμε τέλος πάντων αν μένει κανείς σ'αυτό το χωριό. Ο Θ. με το ζόρι με κράταγε. Για καλή μας τύχη άνοιξε μιά πόρτα και βγήκανε δυό άνθρωποι, τους ρωτήσαμε πώς να πάμε στην Άρτα. Από τη γέφυρα, μας είπαν. Και μετά ακολουθείς τον χωματόδρομο. Να, ακολουθάτε αυτό το φορτηγό, κατά κει πάει. 

Κουτρουβαλώντας παίρνω ξωπίσω το φορτηγό, πέφτω σε λακκούβες μέσα στα χώματα, περνάω και την περίφημη γέφυρα. Το φορτηγό όμως δεν πήγαινε στην Άρτα και σύντομα έστριψε για κάποιο χωριό. 
Λίγο παρακάτω ο δρόμος πάλι χανόταν, σε έβγαζε πιά ευθεία στην όχθη του ποταμού. 
Δεύτερη φορά απελπισία, μα τώρα είχα πάρει το κολάϊ. Βγαίνω από το αμάξι και κοιτάζω γύρω, βλέπω μακριά ένα αγροτικό. Δεν προλάβαινα να ξαναμπώ στο αμάξι και να το ακολουθήσω κι αρχίζω να τρέχω με τα πόδια ξωπίσω του και να κουνάω αλαλιασμένη τα χέρια -μου φαίνεται είχα και μιά χρωματιστή ομπρέλλα. 

Με τα πολλά ο οδηγός φαίνεται με είδε από τον καθρέφτη. Φορούσα βλέπεις κι ένα κόκκινο παλτό, που αποδείχτηκε εν τέλει το πιό χρήσιμο αξεσουάρ για ανάβαση στην Πίνδο. Ο άνθρωπος αυτός, καλή του ώρα όπου και να είναι, μας καθησύχασε, μας είπε να τον ακολουθήσουμε και σύντομα μας ξανάβαλε στον ίσιο δρόμο και αρχίσαμε την συναρπαστική κατηφόρα για την Άρτα. Δεν θυμάμαι πολλά από την κατάβαση, γιατί έτρεχα όσο μπορούσα περισσότερο. Με όσα είχαν δει τα μάτια μου η αδρεναλίνη είχε χτυπήσει κόκκινο - σαν το παλτό μου- και το μόνο που με ένοιαζε ήταν να προλάβω να δω τον αδελφούλη μου. Γιατί βέβαια με όλα αυτά η ώρα είχε περάσει. 




Ήταν πιά οριακό αν θα προλαβαίναμε ή όχι να τον δούμε έστω μιά στιγμή. Τον φανταζόμουνα να κοιτάζει την πόρτα και να μη μας βλέπει, την απογοήτευση και τη μοναξιά του, την ανησυχία του που δεν είχε νέα μας. Κατεβαίνοντας ευτυχώς τον ειδοποιήσαμε για όσα είχαν συμβεί μα καταλάβαινες κι από το τηλέφωνο πόσο θα στενοχωριόταν αν δεν μας έβλεπε. Όλοι είχαν τους δικούς τους κοντά κι εκείνος; Γκάζι λοιπόν, κουτρουβαλώντας οι στροφές και μπαίνοντας στην Άρτα - χαρά Θεού ένας ήλιος χάρμα!- ντουγρού να βρούμε το στρατόπεδο. Πάνω σε έναν λόφο πευκόφυτο ήταν θυμάμαι. 

Προλάβαμε τελικά να τον δούμε ένα μισάωρο. Είχε αδυνατίσει και φαινόταν ταλαιπωρημένος, αλλά τον είδαμε και μας είδε. Αγκαλιαστήκαμε. Και μετά από λίγο κάτσαμε θυμάμαι έτσι κάπως θλιμμένοι και οι τρεις σε κάτι τσιμεντένια σκαλιά και προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι ευχάριστο να πούμε για να ευθυμήσουμε. Δεν βρίσκαμε τίποτα να πούμε αληθινά αστείο, καταφύγαμε στα γνώριμα κωδικά μας, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Την ώρα του αποχαιρετισμού δεν την θυμάμαι, την διέγραψα από τη μνήμη μου. 

Αυτό το μισάωρο επισκεπτήριο άξιζε και με το παραπάνω την ταλαιπωρία της χειρότερης διαδρομής της ζωής μου. 


Υ.Γ. Φεύγοντας από την Άρτα έπρεπε να γυρίσουμε πάλι στα Τρίκαλα. Δεν θα επαναλάμβανα βέβαια την πεντάωρη εφιαλτική διαδρομή που είχα μόλις κάνει. Αυτή τη φορά επέλεξα να περάσω την Κατάρα. Και πράγματι την πέρασα. Με ενάμιση μέτρο χιόνι, χωρίς αλυσίδες. Αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία. 




******
Αυτό το κείμενο γράφτηκε ακολουθώντας την παραίνεση του Βιβλιοθηκάριου να γράψουν και γυναίκες ιστολόγοι κάποιο κείμενο σχετικό με τη στρατιωτική θητεία -προφανώς όχι τη δική τους, αλλά κάποιου οικείου τους. Έχει προηγηθεί ένα μίνι δι-ιστολογικό αφιέρωμα των καθ'ύλην αρμοδίων ανδρών ιστολόγων: ξεκινώντας από την ιστορία του Βιβλιοθηκάριου εδώ ακολουθήσατε τα λινκ στο τέλος και θα οδηγηθείτε και στις υπόλοιπες ιστορίες. 
Αρχηγός και οργανώτρια στη συμβολή των γυναικών ιστολόγων η αγαπητή μας Αναγεννημένη, που γράφει Ξώφαλτσα.


Γράφουν ακόμη οι 


Σίλια, Μιά φορά κι έναν καιρό, ένας στρατιώτης κι ένα κορίτσι
RubinakiM, Σου'παν να βάλεις το χακί
Nefosis, Μην αλλάξεις τίποτα
Ξωτικό, Στο χακί;
Πολυάννα, Η Πολυάννα και ο Ελληνικός Στρατός :-)







Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

το καλοκαίρι της σιωπής

Δεν έχω ιδέα τί άνθρωπος θα γίνει όταν μεγαλώσει. Πώς, από τί ερεθίσματα δικά μας διαμορφώνεται ο χαρακτήρας του. Προς το παρόν περισσότερο με διαπαιδαγωγεί εκείνος παρά εγώ. Εγώ τον παρατηρώ. Παρακολουθώ τον τρόπο που παρατηρεί το περιβάλλον του. Τον τρόπο που κοιτάζει. Νομίζω ότι ξέρει πόσο πολύ τον παρακολουθώ. Ακόμη κι όταν κρύβομαι από το οπτικό του πεδίο, στρέφεται προς τα εκεί που είμαι και με αναζητά με το βλέμμα. Πότε-πότε αφαιρείται και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Φαίνεται να σκέφτεται, αν και είναι πολύ μικρός για περίπλοκες σκέψεις. Ώρες-ώρες αναστενάζει. Γιατί αναστενάζεις; τον ρωτάω. Δεν μου απαντάει, δεν μπορεί, αλλά με κοιτάζει βαθιά μέσα στα μάτια και μετά καταλαβαίνω, ξέρω γιατί αναστενάζει. Αυτό το στάδιο πριν την ομιλία δεν θα το ζήσουμε ποτέ ξανά έτσι μαζί και καταλαβαίνω πόσο πολύτιμο είναι. Σαν να γνέθουμε μαζί όλη μέρα κι όλη νύχτα ένα αόρατο νήμα που θα μας δέσει γερά για πάντα. Μερικές φορές, όταν είναι χαλαρός, μισοξαπλωμένος, πέφτω δίπλα του, μπαίνω εγώ στην αγκαλιά του, κι εκείνος απλώνει το χέρι του, μου χαϊδεύει το μάγουλο και χαμογελάει. Σαν να μου λέει να μην ανησυχώ, όλα θα πάνε καλά. Γίνομαι το παιδί του, αφήνομαι να με γιατρέψει, αφήνομαι να με αγαπήσει. Μετά θυμάται ότι είναι εκείνος το παιδί, αρπάζει τα τσουλούφια μου και τα τραβάει με όλη του τη δύναμη και γελάει. 




Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

The Great Divide


[πάτα το play και πάμε παρακάτω]
There's a monster growing in our heads 
raised up on the wicked things we've said 
a great divide between us now 
something we should know 

The Great Divide, The Cardigans, από το First Band on the Moon του 1996




Αυτό θα είναι μάλλον το μοναδικό μου σχόλιο για την τωρινή πολιτική κατάσταση. Αυτό νιώθω διαρκώς: είναι πολλά αυτά που μας διαιρούν, είναι πολλά αυτά που μας χωρίζουν, περισσότερα και βαθύτερα από αυτά που μας ενώνουν. Νομίζω ότι θα θέλαμε να πάρουμε διαζύγιο, όλοι οι Έλληνες συγχρόνως, ο ένας με τον άλλον. 10.000.000 x 10.000.000 διαζύγια. Η σχέση μας πιά δεν πάει άλλο, θέλουμε διαφορετικά πράγματα και η συνύπαρξή μας έγινε οδυνηρή.
Όπως πάντα όμως στα διαζύγια: μας φοβίζει η επόμενη μέρα. Πώς θα συνεχίσουμε τη ζωή  μας; Κι έτσι συνεχίζουμε λίγο ακόμη τη συμβατική μας σχέση. 


'Divorce your loved one with dignity'
Frank Sinatra under the sign of a mexican divorce attorney in the film "Marriage on the Rocks" (1965) 


Κάτι ακόμη που δεν κρατιέμαι να μη γράψω: μου έκανε φοβερή εντύπωση το γεγονός ότι, παρά την παταγώδη αποτυχία του πολιτικού συστήματος που βασίστηκε στην γοητεία των προσώπων, την λεγόμενη "χαρισματικότητα", είδα πολλούς νοήμονες ανθρώπους να πιστεύουν και να υποστηρίζουν παθιασμένα, ειλικρινά, σφοδρά τον Αλέξη Τσίπρα.  Διευκρινίζω: όχι τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά τον Τσίπρα προσωπικά. Αναφέρομαι κυρίως σε ανθρώπους που διαβάζω χρόνια και την κρίση τους την εκτιμώ γι'αυτό δεν προτίθεμαι να κανιβαλίσω την επιλογή τους - προς τί άλλωστε; Αν τους έβλεπα από κοντά θα ήθελα να τους ρωτήσω πώς είναι δυνατόν να τους συμβαίνει αυτό, πώς δεν έχασαν οριστικά μετά από όλα αυτά την πίστη τους στα πολιτικά ζώα που παράγει αυτός ο τόπος. Τί είναι αυτό που τους ενθουσιάζει στο εν λόγω πρόσωπο, πού το βλέπουν να διαφέρει - γιατί εγώ ειλικρινά ούτε να ενθουσιαστώ μπορώ, ούτε καμιά ουσιώδη διαφορά διακρίνω.
Τέλος πάντων. Δεν έχει αυτό που γράφω καμιά σημασία. 




Seeing the invisible


Τον τελευταίο καιρό μου συμβαίνει το εξής περίεργο πράγμα. Τώρα που το σκέφτομαι είναι και κάπως σαν αστείο -ή μπορεί να είναι και κάποιου είδους πάθηση τύπου Αlzheimer, τέλος πάντων, δεν ξέρω. Όταν θέλω να πω μπανιέρα, στο μυαλό μου σχηματίζεται η εικόνα της μπανιέρας αλλά δεν μου έρχεται η λέξη, μου έρχεται η λέξη λεκάνη. Το ίδιο με τη λέξη ανεμιστήρας. Θέλω να πω ανεμιστήρας, φέρνω στο νου την εικόνα ενός ανεμιστήρα και τέλος λέω ασανσέρ. Είναι τόσο ισχυρό αυτό το μπέρδεμα που (πιστέψτε με) μόλις διόρθωσα όλη την προηγούμενη πρόταση. Είχα γράψει παντού ασανσέρ. 




Αν δεν είχαμε την τέχνη της μεγαλοποίησης θα ήμασταν καταδικασμένοι σε μιά φοβερά ανιαρή ζωή, σε μιά ύπαρξη που δεν θα άξιζε πιά να τη ζήσουμε. Και έχω αναπτύξει σε απίστευτο βαθμό την τέχνη της μεγαλοποίησης. Για να κάνουμε κάτι κατανοητό, πρέπει να μεγαλοποιήσουμε, μόνο η μεγαλοποίηση χαρίζει παραστατικότητα, και ο κίνδυνος να μας πουν τρελούς δεν μας ενοχλεί πια άμα μεγαλώσουμε. Δεν υπάρχει τίποτε καλύτερο από το να σε αποκαλούν τρελό άμα έχεις μεγαλώσει. Αν έχουμε τη δυνατότητα γι'αυτό, θα πρέπει το πολύ στα σαράντα να ανακηρυχθούμε τρελοί λόγω ηλικίας και να επιδιώξουμε να εξωθήσουμε στα άκρα την τρέλα μας. Η τρέλα είναι αυτό που μας κάνει ευτυχισμένους. 
Thomas Bernhard, Αφανισμός. Μία κατάρρευση (μτφ. Β. Τομανάς)




Σκέφτομαι συχνά ότι βρέχει για να μπορούμε να κλαίμε με την ησυχία μας δημοσία. Τα δάκρυα που κυλούν στα μάγουλά σου λυτρωτικά ενώνονται με τις στάλες της βροχής (τί ποιητικό) και κανείς δεν καταλαβαίνει γύρω σου τίποτα. Το καλοκαίρι είναι μιά αβάσταχτη εποχή ακριβώς γι'αυτό το λόγο: ο μόνος τρόπος να κλάψεις με την ησυχία σου είναι κατ'ιδίαν. 



Αυτή την εποχή δεν διαβάζω ουσιαστικά κανένα βιβλίο. Βιώνω έναν μη-χρόνο που κυλάει ρυθμικά και αμείλικτα, με μιά επανάληψη που η βεβαιότητά της είναι καθησυχαστική. Θυμάμαι ότι όταν ήμουν μικρή έλεγα μέσα μου ότι ήθελα να κάποτε να αποκτήσω ρουτίνα. Ήταν αυτό που μου έλειπε και πίστευα ότι μέσα στην ρυθμικότητά της θα έβρισκα ασφάλεια. Ακόμη πιστεύω ότι με έναν τρόπο η ρουτίνα σε απελευθερώνει. Η έλλειψη συγκινήσεων και ταραχών σε οδηγεί στην αναζήτησή τους με έναν τρόπο ενεργητικό: δεν σου συμβαίνουν ταραχές και συγκινήσεις, εσύ τις δημιουργείς, τις επιδιώκεις, τις αναζητάς. 




Τα κορίτσια με τα μπικίνι. 
Μωσαϊκό από την Villa Romana del Casale στη Σικελία. 



Στο μεταξύ εκεί έξω το καλοκαίρι συνεχίζεται αμείλικτο. Είναι μια εποχή που δεν έμαθα ποτέ να διαχειρίζομαι αληθινά. Δεν ξέρω στ'αλήθεια πώς να φερθώ σωστά το καλοκαίρι. Τρώω καρπούζια, τρώω παγωτά, βάζω τον κλιματισμό γιατί ζεσταίνομαι, φοράω κοντομάνικα, αλλά ξέρω καλά ότι κάτι ουσιώδες μου διαφεύγει. 



Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

10 αγαπημένες ταινίες

Ο φίλτατός μου Πάνος Μιχαήλ μου έκανε την τιμή να με καλέσει στο lifo.gr να διαλέξω τις 10 πιό αγαπημένες μου ταινίες για τη στήλη του NoMIRACLEShere
Αναμενόμενες οι επιλογές μου όπως θα δείτε όσοι με διαβάζετε - κάποιες όχι και τόσο ; 
Τέλος πάντων. Αν έχετε κέφι, κάντε μιά βόλτα από την ανάρτηση του Πάνου να τις δείτε :)

Πάνο σ'ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση!




Τα ρουμπινένια γοβάκια που φορούσε η Judy Garland ως Dorothy από την ταινία Ο Μάγος του Οζ (1933)

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Ο ρυθμός του κόσμου

Αυτός ο μικρός θεός που μιλά

Ο ποιητής
Αυτός ο αθώος
Αυτός ο μάγος
Ο θαυματοποιός
Ο μυστηριώδης δαμαστής των λέξεων
Που λατρεύει την ομορφιά
Αυτός ο μικρός θεός που μιλά
Και με το λόγο του γίνεται φως

Τάκης Βαρβιτσιώτης




Το πρώτο βιβλίο ποίησης που αγόρασα ήταν το Πούσι του Νίκου Καββαδία. Το αγόρασα σε μιά έκθεση βιβλίου, νομίζω την πρώτη έκθεση που οργανώθηκε στην Αθήνα. Για την ακρίβεια θυμάμαι ότι είχε γίνει στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας στο Φάληρο, σε κάτι περίεργους ημιφωτισμένους διαδρόμους στρωμένους με μοκέτα. Πρέπει να ήμουν στο Γυμνάσιο, πήγαμε στην έκθεση με τη φίλη μου τη Ρένα ένα Σάββατο κι όταν σταθήκαμε στον πάγκο με τις ποιητικές συλλογές του Καββαδία δεν ήξερα ποιά να πρωτοδιαλέξω. 


Στο σπίτι είχαμε μιά ανθολογία ποιημάτων, τρίτομη, παράρτημα της εγκυκλοπαίδειας "Παιδεία". Ήταν διαρθρωμένη χρονολογικά και έφτανε να περιλαμβάνει αρκετούς σύγχρονους ποιητές, που έγιναν και οι πιό αγαπημένοι μου. Την διάβαζα μετά μανίας και τσάκιζα τις σελίδες με τα ποιήματα που μ'άρεσαν για να τα βρίσκω ευκολότερα. Ποτέ δεν μ'άρεσε να τσακίζω τις σελίδες των βιβλίων. Δεν ξέρω τί μανία με είχε πιάσει με τους συγκεκριμένους μικρούς τόμους. Εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι η ιδέα ήταν μάλλον κουτή, αφού κατέληγαν οι περισσότερες σελίδες τσακισμένες. Τώρα βέβαια όταν ξαναπιάνω στα χέρια μου εκείνα τα τομίδια, τα τσακίσματα αποκτούν μιά άλλη αξία, σηματοδοτούν εκείνη την περίεργη εποχή. Τέλος πάντων. 

Ο Καββαδίας με τον εύληπτο στίχο του ήταν ο αγαπημένος μου ποιητής στην ανθολογία εκείνη. Εφηβεία βλέπεις. Είχα αποστηθίσει όλα τα ποιήματα του, θυμάμαι όμως πως με συγκινούσαν ιδιαίτερα οι Γάτες των Φορτηγών και ο Νέγρος Θερμαστής από το ΤζιμπουτίΌταν απέκτησα το Πούσι (και σιγά-σιγά και τις άλλες συλλογές του Καββαδία) σε εκείνη την ωραία έκδοση του Κέδρου με το κοκκινωπό χαρτονένιο εξώφυλλο και την προμετωπίδα του Τσαρούχη, δεν καταλάβαινα ότι έτσι ξεκινούσα ένα ωραίο ταξίδι σε ένα είδος λογοτεχνίας που αγάπησα πολύ και ακόμη δεν το έχω χορτάσει. 


Ένας από τους λόγους που ξεκίνησα να φτιάξω αυτό το ιστολόγιο, πριν έξι χρόνια, ήταν γιατί σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα επιτέλους όχι μόνο να καταγράφω αλλά και να μοιράζομαι τα ποιήματα που αγαπώ. Πριν το ιστολόγιο, είχα ένα μικρό σημειωματάριο -κι ακόμη το έχω κάπου φυλαγμένο- που αντέγραφα τα ποιήματα που μου άρεσαν. Σιγά-σιγά, πολλά από τα ποιήματα εκείνα τα αντέγραψα εδώ. Σχεδόν όλες οι πρώτες μου αναρτήσεις περιλαμβάνουν ποιήματα. Κι ίσως δεν είναι τυχαίο που μιά από τις δημοφιλέστερες αναρτήσεις της Ιφιμέδειας είναι Το ποίημα που άρεσε στην Καίτη.


Αν έπρεπε να σκεφτώ ποιό είναι το πρώτο ποίημα που μου έκανε εντύπωση, θα έπρεπε μάλλον να ανατρέξω σε κάποιο από τα σχολικά μας Ανθολόγια. Μου έρχεται αίφνης στο νου το Τσιριτρό του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Θυμάμαι όμως πιό έντονα ένα άλλο ποίημα, πολύ μελοδραματικό, που το διάβαζα ξανά και ξανά στην αγαπημένη μου Νέα Εγκυκλοπαίδεια του Παιδιού της Αντιγόνης Μεταξά: Ο Βορειάς που τ'αρνάκια παγώνει, του Γεωργίου Ζαλοκώστα. 

Ἦτον νύχτα, εἰς τὴν στέγη ἐβογγοῦσε
Ὁ βορειᾶς, καὶ ψιλὸ ἔπεφτε χιόνι.
Τί μεγάλο κακὸ νὰ ἐμηνοῦσε
Ὁ βορειᾶς ποῦ τ' ἀρνάκια παγώνει;


Ποιήματα σοβαρά δεν έγραψα ποτέ. Στα χρόνια του σχολείου όμως υπήρξα μεγάλο πειραχτήρι και διαπίστωσα ήδη από το δημοτικό την μεγάλη μου ευχέρεια στο να συνθέτω σατιρικούς στίχους -με θέματα εμπνευσμένα από τους συμμαθητές και τη σχολική ζωή φυσικά. Έχω ευχέρεια στην ομοιοκαταληξία, ακόμη και σήμερα που παραλλάσσουμε τραγούδια με τον Θ. όλη την ώρα στο σπίτι, αυθόρμητα κι εύκολα παράγω ομοιοκατάληκτους στίχους με κάποιο στοιχειώδη ειρμό και τους προσαρμόζω σε γνωστές μελωδίες. Θα μπορούσα λοιπόν να γράψω σκωπτικά ποιήματα ή στίχους για επιθεώρηση. Κάτι είναι κι αυτό. 


Μιά από τις χαρές που μου έδωσε τόσα χρόνια η ενασχόληση με το ιστολόγιο αυτό ήταν η δυνατότητα να ασχοληθώ κάπως και με τη μετάφραση ποιημάτων. Μετέφρασα για το ιστολόγιο κάποια λίγα ποιήματα που μου άρεσαν (απλά πράγματα, όπως το πολύ αγαπημένο μου Nous Deux του Eluard) αλλά και ποιήματα στο πλαίσιο μιάς θαυμάσιας πρωτοβουλίας που είχε ο ιστολόγος Cyrus του Gravity and the Wind (που δυστυχώς δεν γράφει πιά), την λεγόμενη Ιστοσυνάντηση Ποιητικής Μετάφρασης. Ο Cyrus οργάνωσε συνολικά πέντε Ιστοσυναντήσεις Ποιητικής Μετάφρασης, στις οποίες έδινε πέντε αγγλόφωνα ποιήματα τα οποία επιχειρούσαμε -όσοι ιστολόγοι θέλαμε- να μεταφράσουμε. Ο ίδιος συγκέντρωνε και δημοσίευε όλες τις μεταφράσεις και εν συνεχεία συζητούσαμε πάνω στις δυσκολίες που είχαμε συναντήσει, τις επιτυχέστερες επιλογές απόδοσης, κλπ. Όποιος θέλει να δει καλύτερα αυτό που περιγράφω, ας κάνει μιά επίσκεψη εδώ


Η αγγλόφωνη ποίηση είναι μιά από τις πολύ μεγάλες μου αγάπες. Από τον Shakespeare (που εκεί στα 20 επιχειρούσα να προσεγγίσω στο πρωτότυπο συχνάζοντας στη δανειστική του Βρετανικού Συμβουλίου) και την Barrett Browning ως την Carol Ann Duffy και τον Tim Burton
Αγαπώ ιδιαίτερα και την ποίηση της Άπω Ανατολής: Κινέζους και Ιάπωνες. Για λόγους προσωπικούς, το πολυτιμότερο βιβλίο που έχω είναι τα 300 Eρωτικά Ποιήματα της Ιζούμι Σικίμπου.

Αγαπώ τον Νερούδα.  

Αγαπώ τα παιδικά ποιήματα και τα nonsense limericks


Εχθές το βράδυ ο Τσαλαπετεινός είχε την ευγένεια να με καλέσει να συμμετέχω στη συλλογική ανάρτηση που ετοίμασε για την σημερινή παγκόσμια ημέρα ποίησης. Έπρεπε να διαλέξω ένα ποίημα αγαπημένο -και δυσκολεύτηκα πολύ στην επιλογή. Σκέφτηκα πολλά αλλά κατέληξα στο εξής: αν έπρεπε οπωσδήποτε να διαλέξω, θα έλεγα ότι ο πιό αγαπημένος  μου ποιητής είναι ο Κ.Π. Καβάφης, αυτός μου ταιριάζει περισσότερο. Τα Άπαντα Ποιητικά από τις εκδόσεις Ύψιλον είναι το βιβλίο ποίησης στο οποίο επανέρχομαι συχνότερα. Ποιό να διαλέξω όμως από όλα τα ποιήματά του; Επέλεξα τελικά τον Δεμένο Ώμο -κυρίως γι'αυτούς τους συγκλονιστικούς στίχους: 

Ξανάδεσα τον ώμο, και στο δέσιμο
αργούσα κάπως· γιατί δεν πονούσε,
και μ' άρεζε να βλέπω το αίμα. Πράγμα
του έρωτός μου το αίμα εκείνο ήταν.



Ποιό είναι το δικό σας αγαπημένο ποίημα;



******
Η ανάρτηση εικονογραφείται με φωτογραφίες του Βέλγου Charles Corbet (1868-1936).





Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Κάνε ό,τι μπορείς





Στην καλύτερη σκηνή του Greenberg, ο 40χρονος ήρωας, που πρόσφατα έχει νοσηλευτεί σε κλινική για ψυχική διαταραχή, βρίσκεται σχεδόν αιφνιδιαστικά στο κέντρο ενός πάρτυ που οργανώνουν νεαρά παιδιά, γύρω στα 18-20. Κάποια στιγμή του προτείνουν και παίρνει κοκαΐνη γεγονός που του προκαλεί υπερδιέγερση αλλά και ένα αίσθημα απελευθέρωσης και τότε, μεταξύ άλλων, απευθυνόμενος σε αυτά τα παιδιά τους λέει αυτά που αληθινά σκέφτεται  για τη γενιά τους - πράγματα που σε μεγάλο βαθμό αισθάνομαι κι εγώ. 

You’re mean. The thing about you kids is that you’re all kind of insensitive.  I’m glad I grew up when I did.  Your parents were too good at parenting.   All that Baby Mozart and Dan Zanes songs.   You’re so sincere and interested in things.   There’s a confidence in you guys that’s horrifying.   You’re all ADD and carpal tunnel -- you wouldn’t know agoraphobia if it bit you in the ass. And it makes you mean. You say things to someone like me who is older and smarter with this blithe air.   I’m freaked out by you kids.   I hope I die before I end up meeting one of you in a job interview...
[η σκηνή εδώ]



Στις 2 Μαρτίου 1840, η Doña Gertrudis Castañeda ταξιδεύοντας με πλοίο έπεσε σε φοβερή καταιγίδα στη θάλασσα και σε αυτή την τρομερή θέση επικαλέστηκε την Παρθένο της Soledad της Santa Cruz και αφού σώθηκε αφιερώνει αυτόν το τάμα.


Βάζω να φτιάξω μιά κούπα τσάι του βουνού και αιφνιδιάζομαι γιατί διαβάζω: 
Συμφιλιώσου με το παρελθόν σου για να μη σου καταστρέψει το παρόν.

Η εταιρεία Fino (το site εδώ) που πουλάει βότανα συσκευασμένα σε φακελάκια, είχε την εξυπνότατη ιδέα να προσθέσει μηνύματα στο καρτελάκι που συγκρατεί το σχοινάκι έξω από το χείλος της κούπας. 





Στις 18 Σεπτεμβρίου 1930, ο κύριος Donato Lopez, ενώ κυνηγούσε την αγελάδα του μέσα σε ένα ρέμα, καθώς προσπάθησε να την πιάσει με το λάσσο, είχε την ατυχία να πέσει σε έναν βράχο και να σπάσει το αριστερό του πόδι. Μετά από τέτοιο ισχυρό χτύπημα απευθύνθηκε με όλη την καρδιά του για βοήθεια στο Άγιο Τέκνο της Atocha και με ευγνωμοσύνη αφιερώνει αυτό το τάμα.



Ο Στ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής, Βουλευτής Πειραιώς και Νήσων με το κόμμα του ΛΑΟΣ (για δεύτερη θητεία παρακαλώ) έχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον blog, ιδιαιτέρως ενημερωτικό για τις δραστηριότητές του. Ο βουλευτής, που το σύνθημά του θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση "Ελάτε να αγαπηθούμε", παρουσιάζει στην πρώτη σελίδα τις επερωτήσεις που απευθύνει σε υπουργούς, εκθέτει τη φιλοσοφία του με λίγα λόγια και δίνει ένα αναλυτικότατο βιογραφικό.

Αυτό το τελευταίο το βρήκα σχεδόν συγκινητικό, ιδίως στο πεδίο που αναφέρει τις σπουδές του, αφού είναι σαφές ότι κάθε μάθημα που έχει παρακολουθήσει, έστω υπό τον τύπο απλού σεμιναρίου, το θεωρεί πτυχίο 
Βιοσοφία, Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Βιοηθική (I.M.Παναγιωτόπουλος, Ε.Παπανούτσος) Κυβερνητική, Φιλοσοφία, Θεολογία, Ψυχανάλυση, Αστρονομία, Αισθητική, Αρχαιολογία, Ιστορία  Ευρωπαϊκού Πολιτισμού 
Είναι όμως συγκινητικός ο Βαΐτσης και στο πεδίο Πολιτικές-Κοινωνικές δραστηριότητες, όπου με κάθε ειλικρίνεια αναφέρει την απασχόλησή του ως
Εκδότης, Συγγραφέας βιβλίων, Αρχισυντάκτης στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, Δημοσιογράφος 9,84  Ραδιοφωνικός Παραγωγός, T.V. Sex-therapy, Couple counseling, Life couching [sic]. 
Πολλά θαυμάσια μπορεί κανείς να ανακαλύψει χαζεύοντας το blog του, όπως π.χ. τις 111 φωτογραφίες του υπό τον τίτλο "Μια εικόνα, χίλιες λέξεις", αλλά σπουδαιότερη θεωρώ τη συλλογή ρηθέντων υπό του ιδίου του Βαΐτση που ειπώθηκαν σε διάφορες συνεδριάσεις της Βουλής. Η συλλογή έχει τον εκπληκτικό τίτλο Vais Advice [μάλλον έβλεπε κι εκείνος Miami Vice, στη δεκαετία του '80] και από εκεί σταχυολογώ τη μαγική φράση 
Για την Αρκαδία οφείλουμε όλοι να μιλάμε πάντα
που ο κος Αποστολάτος εκστόμισε στις 3-6-2011 κατά τη Συζήτηση Επικαίρων Ερωτήσεων.

Εντυπωσιακό είναι επίσης το γεγονός ότι τελικώς στον κο Αποστολάτο αποδίδεται η γνωστή λατινική φράση de gustibus et de coloribus non est disputandum, την οποία φέρεται να είπε στις 3 Αυγούστου 2011 στη συζήτηση του σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Οικονομικών. 





Τον μήνα Μάιο του 1839 η Doña Gabriela Lois είχε μιά σοβαρή ασθένεια που την έφερε σε κατάσταση απελπισίας, χωρίς ελπίδα ότι θα ζήσει. Εκείνη εμπιστεύθηκε τον εαυτό της με όλη της την καρδιά στον Άγιο του San Salvador ο οποίος την θεράπευσε αμέσως. Απευθύνει πολλές ευχαριστίες σε έναν τόσο μεγάλο Κύριο, και Θεό. 
                              



Στις 28 Απριλίου 1952 η Marilyn Monroe εισήχθη σε νοσοκομείο του Λος Άντζελες για αφαίρεση σκωληκοειδίτιδας. Είχε προφανώς τεράστια αγωνία για την επέμβαση, αφού όταν οι γιατροί σήκωσαν την ιατρική ρόμπα για να ξεκινήσουν, βρήκαν κολλημένο πάνω στην κοιλιά της ένα ιδιόχειρο σημείωμά της που έλεγε τα εξής: 

Dear Dr. Rabwin,
cut as little as possible I know it seems vain but that doesn't really enter in to it. The fact I'm a woman is important and means much to me. 
Save please (I can't ask enough) what you can – I'm in your hands. You have children and you must know what it means – please Dr Rabwin – I know somehow you will!
thank you – thank you – thank you – For God's sakes Dear Doctor no ovaries removed – please again do whatever you can to prevent large scars. 
Thanking you with all my heart.
Marilyn Monroe

Πόσο παιδιάστικο και πικρό αυτό το no ovaries removed...



[όλη η ιστορία από εδώ]



Ευχαριστώ το Θεό και τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης γιατί τέτοια μέρα, πριν 25 χρόνια, σώθηκα ενώ είχα δεχτεί 4 πυροβολισμούς στην πόλη San Luis Potosi, S.L.P. 28-Δεκ.-2006

Οι μικροί πίνακες που είναι διάσπαρτοι μέσα στην ανάρτηση είναι μεξικάνικα τάματα. Είναι συνήθως φτιαγμένοι από τσίγκινα κεραμίδια ή μικρά πλακίδια και απεικονίζουν την περίσταση κατά την οποία ένας πιστός που διατρέχει κάποιο κίνδυνο ζητά τη βοήθεια ενός αγίου και σώζεται με θεία παρέμβαση, συνήθως από βέβαιο θάνατο. Οι πιστοί ανέθεταν την εκτέλεση σε ντόπιους ναΐφ ζωγράφους θέλοντας με τους πίνακες να αφηγηθούν με άμεσο τρόπο τις προσωπικές τους ιστορίες σωτηρίας, που κυμαίνονται από οικιακά δράματα και πυροβολισμούς μέχρι χτυπήματα κεραυνών και διασώσεις από πνιγμό. Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι μαζί με την εύγλωττη εικονογράφηση περιλαμβάνεται πάντα και μια αναλυτική επεξηγηματική επιγραφή.
Τα τάματα αυτά εμφανίζονται από τον 18ο αιώνα και συνεχίζουν να κατασκευάζονται ακόμη στην εποχή μας. Ως ζωγραφικά έργα επηρέασαν σημαντικά τον Diego Rivera και την Frida Kahlo που τα συνέλεγαν συστηματικά. 
Δείτε και μάθετε περισσότερα για τα μεξικάνικα τάματα ΕΔΩ.



Στις 29 Νοεμβρίου του έτους 1862, ο Calletano Favera και η σύζυγός του Agustina Murillo δέχτηκαν επίθεση από τρεις ληστές στην είσοδο του δρόμου του Sangarri de Urrutia. Ο Calletano δέχτηκε επίθεση και γδάρθηκε το μέτωπό του από μιά σφαίρα κι έπειτα πυροβολήθηκε στην πλάτη, όπου παραμένει ακόμη η σφαίρα. Και η Agustina Murillo δέχτηκε δύο χτυπήματα στο κεφάλι. Και οι δύο είναι υγιείς χάρη σε μεγάλο θαύμα του Κυρίου της Villaseca.



Να νικιέσαι καμιά φορά, αλλά να μην υποκύπτεις ποτέ - Alfred de Vigny 


Μέχρι να τελειώσει αυτή η ανάρτηση ήπια και ένα χαμομήλι ;)