Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2006

Το Τέλος του Χρόνου

The Death of the Old Year
Alfred Lord Tennyson

Full knee-deep lies the winter snow,
And the winter winds are wearily sighing:
Toll ye the church bell sad and slow,
And tread softly and speak low,
For the old year lies a-dying.
Old year you must not die;
You came to us so readily,
You lived with us so steadily,
Old year you shall not die.

He lieth still: he doth not move:
He will not see the dawn of day.
He hath no other life above.
He gave me a friend and a true truelove
And the New-year will take 'em away.
Old year you must not go;
So long you have been with us,
Such joy as you have seen with us,
Old year, you shall not go.

He froth'd his bumpers to the brim;
A jollier year we shall not see.
But tho' his eyes are waxing dim,
And tho' his foes speak ill of him,
He was a friend to me.
Old year, you shall not die;
We did so laugh and cry with you,
I've half a mind to die with you,
Old year, if you must die.

He was full of joke and jest,
But all his merry quips are o'er.
To see him die across the waste
His son and heir doth ride post-haste,
But he'll be dead before.
Every one for his own.
The night is starry and cold, my friend,
And the New-year blithe and bold, my friend,
Comes up to take his own.

How hard he breathes! over the snow
I heard just now the crowing cock.
The shadows flicker to and fro:
The cricket chirps: the light burns low:
'Tis nearly twelve o'clock.
Shake hands, before you die.
Old year, we'll dearly rue for you:
What is it we can do for you?
Speak out before you die.

His face is growing sharp and thin.
Alack! our friend is gone,
Close up his eyes: tie up his chin:
Step from the corpse, and let him in
That standeth there alone,
And waiteth at the door.
There's a new foot on the floor, my friend,
And a new face at the door, my friend,
A new face at the door.


Ernst Barlach, Η Έβδομη Ημέρα, από τις Μεταμορφώσεις του Θεού (1920-21)

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2006

Είναι παραμονή Χριστουγέννων!

by Clement Clarke Moore

'Twas the night before Christmas, when all through the house
Not a creature was stirring, not even a mouse;
The stockings were hung by the chimney with care,
In hopes that St. Nicholas soon would be there;

The children were nestled all snug in their beds,
While visions of sugar-plums danced in their heads;
And mamma in her 'kerchief, and I in my cap,
Had just settled down for a long winter's nap,
When out on the lawn there arose such a clatter,
I sprang from the bed to see what was the matter.

Away to the window I flew like a flash,
Tore open the shutters and threw up the sash.
The moon on the breast of the new-fallen snow
Gave the lustre of mid-day to objects below,
When, what to my wondering eyes should appear,
But a miniature sleigh, and eight tiny reindeer,
With a little old driver, so lively and quick,
I knew in a moment it must be St. Nick.


More rapid than eagles his coursers they came,
And he whistled, and shouted, and called them by name;
"Now, Dasher! now, Dancer! now, Prancer and Vixen!
On, Comet! on Cupid! on, Donder and Blitzen!
To the top of the porch! to the top of the wall!
Now dash away! dash away! dash away all!"

As dry leaves that before the wild hurricane fly,
When they meet with an obstacle, mount to the sky,
So up to the house-top the coursers they flew,
With the sleigh full of toys, and St. Nicholas too.
And then, in a twinkling, I heard on the roof
The prancing and pawing of each little hoof.
As I drew in my hand, and was turning around,
Down the chimney St. Nicholas came with a bound.


He was dressed all in fur, from his head to his foot,
And his clothes were all tarnished with ashes and soot;
A bundle of toys he had flung on his back,
And he looked like a peddler just opening his pack.
His eyes -- how they twinkled! his dimples how merry!
His cheeks were like roses, his nose like a cherry!
His droll little mouth was drawn up like a bow,
And the beard of his chin was as white as the snow;
The stump of a pipe he held tight in his teeth,
And the smoke it encircled his head like a wreath;
He had a broad face and a little round belly,
That shook, when he laughed like a bowlful of jelly.
He was chubby and plump, a right jolly old elf,
And I laughed when I saw him, in spite of myself;

A wink of his eye and a twist of his head,
Soon gave me to know I had nothing to dread;
He spoke not a word, but went straight to his work,
And filled all the stockings; then turned with a jerk,
And laying his finger aside of his nose,
And giving a nod, up the chimney he rose;


He sprang to his sleigh, to his team gave a whistle,
And away they all flew like the down of a thistle.

But I heard him exclaim, ere he drove out of sight,
"Happy Christmas to all, and to all a good-night."

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2006

Ήρθαν τα Χριστούγεννα!


Δεν ξέρω τι λέτε και τι γράφετε οι γκρινιάρηδες. Δεν ξέρω τι σκέπτεστε οι σκεπτικιστές.

Εγώ ξέρω ότι από σήμερα το πρωί ήρθαν τα Χριστούγεννα.

Κι επειδή δεν αποκλείεται εντός ολίγων ωρών να αναχωρήσουμε για το χωριουδάκι μας και δεν ξέρω αν θα μπορέσω να γράψω ξανά κάτι εδώ ως τα Χριστούγεννα, ε, σας εύχομαι από καρδιάς


Υ.Γ. Σίγουρα ήρθαν: μέχρι και τον Scrooge, τον ήρωα του Dickens, είδα πρωί-πρωί στην Ομόνοια. Αμέ!

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006

Το πικρό ποτήρι

ή Τέσσερις Σκέψεις που μου Προξενούν Απογοήτευση.
1. Εχτές συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορέσω τελικά ποτέ να πραγματοποιήσω το πιό τρελλό μου όνειρο. Να χορέψω στο μπαλέτο του Γιάννη Φλωρινιώτη.
Τι κι αν ξέρω όλα τα τραγούδια απέξω και θα μπορώ να συνοδεύω τον τραγουδιστή;
Τι κι αν ξέρω όλες τις χορογραφίες απ'την καλή κι απ'την ανάποδη;
Τι κι αν μπορώ να κάνω συγχρόνως τα δύο προηγούμενα με χαρακτηριστική άνεση;
Το μπαλέτο του Γ. Φλωρινιώτη διαθέτει πανέμορφες χορεύτριες με τέλεια κορμιά. Δεν έχει χώρο για μένα. :(
2. Μετά από στενή παρατήρηση του συγκοινωνιακού συστήματος του νομού Αττικής, διαπιστώνω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να φτάσω στη δουλειά μου σε χρόνο κάτω από μία ώρα. Αυτό είναι το minimum.
Δεν αναφέρω βέβαια το maximum. Αυτό έχει γίνει σαν την κορυφή ενός μαγικού βουνού που όλο ψηλώνει καθώς το ανεβαίνεις. Σήμερα έκανα 2 1/2 ώρες να φτάσω στο Κολωνάκι. Θα είχα φτάσει στο Ναύπλιο χωρίς να τρέχω και πολύ.
Να διαμαρτυρηθώ στον Λιάπη;;
(Που βρίσκω κουράγιο να αστειεύομαι, ούτε εγώ το ξέρω!)
3. Οι δουλειές του σπιτιού δεν τελειώνουν ποτέ. Το άκουγα, αλλά δεν το πίστευα...
Πρόκειται για σατανικότατο φαύλο κύκλο. Ιδού ορισμένες σκέψεις μου -απόσταγμα ολίγων ημερών έγγαμου βίου:
Δεν θα έχεις ποτέ όλα τα ρούχα πλυμένα και σιδερωμένα, εκτός αν κάνεις τις δουλειές σου θεόγυμνος.
Δεν θα έχεις ποτέ το σπίτι πεντακάθαρο: θα πατήσεις πάνω στα σφουγγαρισμένα για να πας τη σφουγγαρίστρα στη θέση της, ο αέρας από το ανοικτό παράθυρο που στεγνώνει το πάτωμα συγχρόνως το λερώνει, κλπ.
Κάθε φορά που τρως και πίνεις παράγεις λερωμένα πιάτα και ποτήρια.
κλπ. κλπ.
4. Με πολύ λίγους ανθρώπους πιά μπορώ να συζητήσω χωρίς να μου πουν κάτι που θα με στενοχωρήσει. Που θα πάει αυτό;

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2006

Η γιορτή της μητέρας (μου)

Et si tu n'existais pas,
Dis-moi comment j'existerais.

Joe Dassin

Τη μητέρα μου τη λένε Ελευθερία. Σήμερα γιορτάζει. Η νονά της της έδωσε το όνομα αυτό, χωρίς να ρωτήσει τους γονείς της. Είχε τους λόγους της. Η μαμά μου γεννήθηκε το 1948 σε ένα χωριό του Θεσσαλικού κάμπου όπου είχαν αναγκαστεί να κατέβουν από το δικό τους ορεινό χωριό οι παπούδες μου με τα παιδιά τους για να γλυτώσουν από την πείνα και τα μετεμφυλιακά. Η νονά της λοιπόν, την ονόμασε Ελευθερία για γούρι. Σαν ευχή, προκειμένου κάποτε να μπορέσουν να 'ελευθερωθούν' οι άνθρωποι αυτοί από τα δεινά τους -σκεφτείτε ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος έχει τελειώσει. Δεν προσδοκούν ελευθερία από τους κατακτητές, αλλά...

Είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειάς της και ταυτόχρονα το μοναδικό των γονιών της μεταξύ τους. Είχαν και οι δύο παιδιά από τον πρώτο γάμο τους όταν παντρεύτηκαν δεύτερη φορά και απέκτησαν τη μαμά μου.

Δεν ήταν χαϊδεμένη, τα προβλήματα ήταν πάρα πολλά, που καιρός για χάδια. Αλλά διαπιστώνω εκ των υστέρων ότι πάντοτε σκέφτεται τους γονείς της με πολλή αγάπη, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις. Οι παπούδες μου -και οι δύο συχωρεμένοι πιά- ήταν μεν αγράμματοι, πολύ φτωχοί άνθρωποι, αλλά ήταν και οι δύο άνθρωποι εύστροφοι και ικανοί, δούλευαν με κόπο και επιμονή για να ορθοποδήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και, ως φαίνεται, δεν ξέχασαν να τους δείξουν, να τα πείσουν ότι τα αγαπούν.

Παρεμπιπτόντως, αν και αυτό είναι θέμα άλλης αφήγησης, σημειώστε ότι και οι δύο παπούδες μου ήταν ερωτευμένοι μεταξύ τους πριν τους πρώτους γάμους τους. Βρέθηκαν κι οι δυό παντρεμένοι με άλλους ανθρώπους, αλλά ως φαίνεται το αίσθημά τους -όπως όλα τα αληθινά αισθήματα, έτσι δεν είναι;- δεν έσβησε.
Γι'αυτό μ'αρέσει να σκέφτομαι ότι η μαμά μου είναι παιδί της αγάπης.

Η γιαγιά μου όταν έμεινε έγκυος ντρεπόταν, γιατί η ηλικία της ήταν πιά προχωρημένη και δεν ήθελε να ακούει τα σχόλια του χωριού. Είχε ξεμάθει κιόλας από μικρά παιδιά, είχε κουραστεί από πολλά και πολλά και κυρίως από τον θάνατο του πρωτότοκου στο Αντάρτικο -θάνατο που αξίζει να σημειωθεί ότι δεν ξεπέρασε, δεν ξέχασε ούτε μιά μέρα μέχρι που άφησε την τελευταία της πνοή στα 75. Προσπάθησε λοιπόν η γιαγιά με διάφορους αυτοσχέδιους τρόπους να απαλλαγεί από το μωρό -έπινε μαντζούνια, σήκωνε επίτηδες βάρη, μπας και αποβάλει. Τίποτα. Η μαμά ήταν πεισματάρα από την κοιλιά της μάνας της.

Αυτό το παιδί της αγάπης έγινε ένας ενήλικας γεμάτος αγάπη ο ίδιος. Δυστυχώς δεν έζησε τον μεγάλο έρωτα με τον μπαμπά μου, έζησε μαζί του μιά ζωή δύσκολη, συχνά σκληρή, κουραστική. Έχουν όμως μιά σχέση αγάπης μεταξύ τους σαν αυτή που κανείς νομίζω συναντά σε ζευγάρια παλαιότερων γενεών. Συντροφικότητα, συνήθεια (με την κυριολεκτική έννοια), συμπόνοια, συμπαράσταση. Όλα τα συ- τέλος πάντων. Αυτά που καθόριζαν κάποτε την συζυγική συμβίωση. Νομίζω ότι κι αν δεν έχουν μιά σχέση έρωτα, έχουν μιά σχέση αγάπης. Κι αυτό είναι κάτι. Ή μάλλον είναι πολύ.

Από αυτή τη μεγάλη αγάπη ξεδιψάσαμε εγώ και ο αδελφός μου -να δυό πολύ τυχεροί άνθρωποι. Ως παιδιά και τώρα ως ενήλικες είχαμε αγάπη απεριόριστη. Έτσι μόνο μπορώ να την χαρακτηρίσω: αγάπη τόσο μεγάλη που φαντάζει να μην έχει όρια. Αγάπη από τη μαμά μου προς εμάς και τούμπαλιν, αγάπη τεράστια μεταξύ μας. Πολύ αγάπη πλάκωσε σ'αυτό το ποστ ε;

Σήμερα που γιορτάζει η μαμά μου σκέφτομαι από το πρωί ότι είναι εκπληκτικό, θαυμάσιο που την σκεφτόμαστε έτσι, που την χαιρόμαστε έτσι, ως έναν άνθρωπο γεμάτο αγάπη. Ότι είναι εκπληκτικό επίτευγμα ζωής. Κι ελπίζω, εύχομαι και προσπαθώ να μπορέσω να γίνω αντάξιά της. Να δώσω όσο περισσότερη αγάπη μπορώ. Γιατί ξέρω καλά ότι μόνο αυτή έχει αξία.

Μαμά, σ'αγαπώ.

Et si tu n'existais pas,
Dis-moi pourquoi j'existerais.

Από το πρωί μουρμουρίζω αυτό το τραγούδι. Ο Joe Dassin είναι πολύ αγαπημένος τραγουδιστής της μαμάς μου.

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2006

Έξι σχόλια ημέρας

Του Αγίου Σπυρίδωνος σήμερα. Μεγάλη η χάρη του. Λέγεται ότι είναι πολύ θαυματουργός. Εγώ ακόμη περιμένω...


Τι απαίσια η διακόσμηση στο Μετρό! Οι αφίσες κάποιας κυρίας (που το όνομά της μου διαφεύγει, λυπάμαι) με έμπνευση από τα παιδιά του κόσμου ή κάτι τέτοιο. Έλεος! Αξιοποιήστε τα τόσα ταλαντούχα παιδιά της Σχολής Καλών Τεχνών. Κάτι μοντέρνο και με χρώμα ρε παιδί μου.


Διαβάζω την Καλοσύνη των Ξένων του Πέτρου Τατσόπουλου.

Βιβλίο καλογραμμένο, αλλά και απίστευτα τολμηρό. Ό συγγραφέας αυτοβιογραφείται γράφοντας την ιστορία της υιοθεσίας του. Μου φάνηκε πολύ γενναίο εκ μέρους του Τατσόπουλου να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα και δεν διαψεύστηκα. Παρά το πρόσφατο του γεγονότος και το σχετικώς νεαρόν της ηλικίας του συγγραφέα, το βιβλίο λειτουργεί ως πολύ καλή μαρτυρία εποχής και νοοτροπιών. Μ'αρέσει και ο τίτλος του πολύ.

Κι επειδή το έχω ρίξει πολύ στα βιβλία αυτού του είδους -με εξαίρεση την ποίηση, αποφεύγω το fiction τον τελευταίο καιρό- συνιστώ ένα ακόμη διαμάντι:
Μίνου Δούνια, Θα Νικήσουμε Αλλά Υπέρ την Νίκην Δόξα
Ο Δούνιας εργαζόταν στην υπηρεσία Λογοκρησίας την εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μπόρεσε να συλλέξει μικρά σχόλια από επιστολές και δελτάρια ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά της περιόδου. Από πολύ συγκινητικό ως πολύ αστείο.


Σήμερα έλαβα στο mailbox το ακόλουθο μήνυμα. Οι επισημάνσεις δικές μου:

ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΟΠΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΕΛΕΤΕ (χωρίς να την παρακαλάτε,να την πληγώνετε ή να την πληρώνετε) (Για πες, για πες. Πόσο με ενδιαφέρειιιι)
Αγαπητέ φίλε (!!!!),
Κι όμως είναι αλήθεια ! (Είναι ε; Κι εγώ που νόμιζα ότι ήταν φήμη!)
Αν είσαι το είδος του άντρα που πραγματικά ενδιαφέρεται να απολαμβάνει την ΠΟΙΚΙΛΙΑ, ΕΠΙΛΟΓΗ και ΔΥΝΑΜΗ ΜΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ που συνήθως έχουν μόνο οι πλούσιοι,οι διάσημοι ή οι πολύ ωραίοι... (ναι, αυτό το είδος είμαι, που το βρήκες;;;) ...
ή αν απλώς ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ ΤΗ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑ-ΔΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ των ονείρων σου... (ε, εντάξει, δεν βαριέσαι, δεν πιστεύω στα όνειρα) ...
τότε αυτό ίσως να είναι το πιο σημαντικό μήνυμα πουέλαβες ποτέ ! (δεν νομίζω. Είμαι γυναίκα βλέπεις!!!!)
κλπ. κλπ.

Είμαι πολύ υπερήφανη για τους φίλους μου!


Καιρό έχω να γράψω κάτι για τον "Ιαγουάρο". Ευτυχώς μου λείπει η έμπνευση...

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2006

Οι Γυναίκες του Πρωινού

Οι Γυναίκες του Πρωινού μοιάζουν υπνωτισμένες. Περπατούν με μάτια άδεια, σέρνοντας τα πόδια τους, κρατώντας μιά πλαστική σακούλα.

Οι Γυναίκες του Πρωινού δεν εργάζονται. Είναι νοικοκυρές. Μένουν στο σπίτι και μεγαλώνουν τα παιδιά τους, φροντίζουν το νοικοκυριό. Μαγειρεύουν, καθαρίζουν, πλένουν.

Δεν ξέρω πώς να τις πω και τις λέω έτσι. Γιατί τις είδα να εμφανίζονται όλες μαζί προχτές που έτυχε να μείνω μιά μέρα πρωί στο σπίτι. Πέρασαν έξω από το παράθυρό μου. Δεν με πρόσεξαν, αλλά εγώ τις είδα καλά.

Βγήκαν σαν συνεννοημένες από τα σπίτια τους γύρω στις 9:30, πήγαν για ψώνια και λογαριασμούς, κάποιες έσερναν κι ένα παιδάκι από πίσω. Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, ατημέλητες. Άλουστες, αχτένιστες ή με τσιμπιδάκια στα μαλλιά, φορούσαν παπούτσια και ρούχα παλιά. Ξεχειλωμένα ρούχα, ξένα, χαχόλικα. Καφέ, μαύρα ή γκρι.

Οι Γυναίκες του Πρωινού ήταν άσχημες.

Σε λίγο γύρισαν. Μπήκαν στο σπίτι τους κι έκλεισαν την πόρτα. Και μετά άκουσα τις κραυγές τους.
Άκουσα τον Αρναούτογλου να κραυγάζει, τη Μενεγάκη να τσιρίζει, το Ρέμο να προσπαθεί να τραγουδήσει στη διαπασών.
Οι Γυναίκες του Πρωινού φώναζαν με τη φωνή των άλλων.

Εκεί γύρω στο μεσημέρι, άρχισαν να επιστρέφουν τα παιδιά από το σχολείο. Αργότερα γύρισαν κι οι άντρες.

Τα βράδια τις άκουγα να στριγγλίζουν στα παιδιά τους. Να ουρλιάζουν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους. Άκουγα τα κατσαρολικά τους να βροντοκοπάνε στους νεροχύτες. Έβλεπα τις μπουγάδες τους να απλώνονται και να μαζεύονται. Δεν ήξερα ποιές είναι, αλλά τώρα τις είδα. Τις είδα το πρωί.

Δεν ξέρω τι σκέφτονται αυτές οι γυναίκες. Τι σκέφτονται όταν καθαρίζουν κρεμμύδια ας πούμε. Τι ονειρεύονται αυτά τα κορίτσια; Τι τους δίνει χαρά; Τι σκέφτονται οι άντρες τους όταν κάνουν έρωτα μαζί τους; Πώς κάνουν έρωτα μαζί τους; Τι σκέφτονται τα παιδιά τους όταν τις παρατηρούν; Τι σκέφτονται αυτές όταν κοιτάζουν το εαυτό τους στον καθρέφτη;

Δεν ξέρω.
Μάλλον καφέ, μαύρα ή γκρι.

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2006

Η Anne Bradstreet τα γράφει πιό ωραία από μένα

To My Dear and Loving Husband

If ever two were one, then surely we.
If ever man were lov’d by wife, then thee.
If ever wife was happy in a man,
Compare with me, ye women, if you can.
I prize thy love more than whole mines of gold
Or all the riches that the East doth hold.
My love is such that rivers cannot quench,
Nor ought but love from thee give recompetence.
Thy love is such I can no way repay.
The heavens reward thee manifold, I pray.
Then while we live, in love let’s so persever
That when we live no more, we may live ever.

Anne Bradstreet (1678)


Veronese, επειδή ταιριάζει.

Έχουμε Δέντρο Μεγάλο - Όβερ


Που λέτε, την Παρασκευή που μας πέρασε ο καλός μου ο αντρούλης μου πήρε ένα μεγάλο δέντρο (ΝΑ μεγάλο!) και πολλά στολίδια και μπάλες και απ'όλα κι ας έχει και την μέση του που τον πονάει.

Και τώρα είμαι μιά χαρά -σχεδόν δηλαδή διότι το καυτό θέμα του μπαλκονιού εκκρεμεί... Η μαμά μου σκέφτηκε να τρυπήσουμε με τρυπάνι τα κουφώματα και να περάσουμε καλώδιο και κάτι τέτοια, αλλά δεν ξέρω είμαι κι εγώ σκεπτική (τα λυπάμαι καινούργια κουφώματα), σηκώνει και ο αντρούλης μου το φρύδι και προβληματίζομαι.

Πρέπει στο γάμο να κάνουμε υποχωρήσεις και να βάζουμε νερό στο κρασί μας. Εγώ καμιά φορά βάζω κόκα-κόλα, άσε που πίνω πολύ σπάνια. Τέλος πάντων. Σκέφτηκα να στολίσω το μπαλκόνι με στολίδια και πράσινο κλαδί και βλέπουμε.

Σήμερα θα στολίσω το γιγαντιαίο σούπερ-δέντρο και θα πατήσω για να φτάσω στην κορυφή στο σούπερ καινούργιο τέλειο σκαμνάκι που μου πήρε ο αντρούλης μου από την ΙΚΕΑ (και το έφτιαξε μόνος του) και θα τραγουδήσω κάλαντα. Γιούχου!

Στο μεταξύ σήμερα μας πήρε 2 ώρες να φτάσουμε στις δουλειές μας! Αντί να βελτιώνεται η κατάσταση, χειροτερεύει... Συνειδητοποιούμε ότι αν ταξιδεύαμε στην αντίθετη κατεύθυνση θα είχαμε φτάσει Θήβα, μή σου πω Λαμία και θα τρώγαμε και κανένα κοψίδι. Στο Κολωνάκι κοψίδια φευ, πουθενά...

Καλημέρα μας.

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2006

Ρώμη - Στιγμιότυπα ΙΙ

Ρώμη - Στιγμιότυπα Ι

Μεγάλες Προσδοκίες ή Δεν Έχουμε Πρίζα στη Βεράντα


Δεν μου φτάνει που ταλαιπωρούμαι τόσον φρικτά υπό του συγκοινωνιακού συστήματος, ταλαιπωρούμαι και ψυχικώς από διαφόρους γείτονες.
Δεν με ταλαιπωρούν εξ επί τούτου οι άνθρωποι. Τουναντίον. Άλλος είναι ο σκοπός των. Διασκεδαστικός είναι τρόπον τινά: οι γείτονές μου έχουν αρχίσει να στολίζουν τα μπαλκόνια και τα σπίτια τους για τα Χριστούγεννα. Εγώ όχι. Και ζηλεύω. Και υποφέρω (βαθύς αναστεναγμός). Και πολύ μου έχουν μπει στο μάτι (ειδικά ο Κρητικός απέναντι...)! Και αύριο μπαίνει ο Δεκέμβριος! Κλαψ λυγμ...

Θα πει κανείς, ε, στόλισε κι εσύ. Εμ, δεν είναι έτσι απλό. Γιατί βλέπεις εμείς ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΠΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΒΕΡΑΝΤΑ!!!
Και κάποιος που μου υποσχέθηκε να λύσει το πρόβλημα αυτό, τώρα κάνει την πάπια και λέει ότι δεν πειράζει και δεν χρειάζεται το στολισμένο μπαλκόνι και να στολίσουμε χωρίς φωτάκια και να βάλουμε μέσα στο σπίτι στολίδια και άλλες πολλές δικαιολογίες... :(

Αμ, δεν είναι έτσι ρε κύριε! Αφού το υποσχέθηκες, τώρα γιατί τα γυρίζεις ε; Και το μεγάλο δέντρο και το στολισμένο μπαλκόνι, τα υποσχέθηκες!

Εμένα δεν μου αρέσουν απλώς τα Χριστούγεννα. Εγώ τρελλαίνομαι για τα Χριστούγεννα. Και για τα φωτάκια και για τα στολίδια και για όλα. Και όλο το χρόνο, πολλές φορές και το Πάσχα και το κατακαλόκαιρο που κάνω ηλιοθεραπεία και σκάει ο τζίτζικας σκέπτομαι τα Χριστούγεννα που θα έρθουν, τι να κάνει αυτή τη στιγμή ο Άγιος Βασίλης και τέτοια. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν τώρα να αρχίσω τα ημίμετρα και τις εκπτώσεις;

Αχ, βαχ, αχ! Εύκολα δίνονται οι υποσχέσεις, δύσκολα κρατιούνται! Αλλά δεν θα το βάλω κάτω. Θα την βρω μόνη μου τη λύση. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου. θα κινήσω γη, ουρανό, Δ.Ε.Η., δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο και θα την βρω την άκρη. Και στην ανάγκη θα βάλω μπροστά και τα μεγάλα μέσα...

Άγιε Βασίλη μου, αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές, στείλε στον δρόμο μου έναν πρόθυμο ηλεκτρολόγο!

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2006

Η Οδύσσεια μιάς Ξεριζωμένης


Η Οδύσσεια ενός Ξεριζωμένου, 1969
Σκηνοθεσία Απ. Τεγόπουλος, σενάριο Πάνος Κοντέλης.
Πρωταγωνιστεί ο Νίκος Ξανθόπουλος και συμμετέχουν πλειάδα ελλήνων ηθοποιών, μιά αρκούδα κανονική και ένας ηθοποιός ντυμένος αρκούδα.

Υπόθεσις του έργου (εν συντομία):

Ο Αριστείδης Καρατζόγλου ήταν περίφημος γιατρός στη Σμύρνη, που χάθηκε κατά τα τραγικά γεγονότα της καταστροφής του 1922. Η οικογένειά του μετανάστευσε και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Πολλά χρόνια αργότερα, ο γιός του Βασίλης, διάσημος τραγουδιστής, μαθαίνει ότι ο πατέρας του, που τον νόμιζε νεκρό, είναι ζωντανός κάπου στα βάθη της Ανατολίας! Έτσι, ο Βασίλης ξεκινά να βρει τον πατέρα του, ακολουθώντας τον επιστήμονα καθηγητή Άντερσον που πραγματοποιεί εξερευνητική αποστολή στις εν πολλοίς αδιάβατες και επικίνδυνες αυτές περιοχές. Ευτυχώς ο καθηγητής Άντερσον ομιλεί απταίστως την ελληνική, ώστε οι συνεννοήσεις με τον Βασίλη δεν έχουν κανέναν απολύτως πρόβλημα.
Ο Βασίλης, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, εμπόδια, κινδύνους και απειλές, κατορθώνει να εντοπίσει τον πατέρα του, τον Γκιαούρ Ντοκτόρ, όπως τον λένε οι ντόπιοι. Παρά την διαφορά ηλικίας και τις κακουχίες, ο πατέρας και ο γιός μοιάζουν σαν δυό σταγόνες νερό, ίσως διότι τους υποδύεται και τους δύο ο ίδιος ηθοποιός. Παρά το γεγονός αυτό, ο πατέρας είναι κάπως δύσπιστος στην αρχή και ο γιός δυσκολεύεται να τον πείσει για την ταυτότητά του. Αφερίμ. Μετά την αναγνώριση, πρέπει να λυθεί το σοβαρό πρόβλημα της εξόδου του Γκιαούρ Ντοκτόρ από τη χώρα. Ο άμοιρος γεράκος, αν και έχει ταλαιπωρηθεί φρικτά όλα αυτά τα χρόνια, δεν έχει χάσει τελείως τα λογικά του. Επικαλούμενος τις επιστημονικές γνώσεις που δεν έπαψε να συσωρρεύει ακόμη και σε αυτόν τον άξενο τόπο, προμηθεύει τον γιό του με ένα βοτάνι το οποίο όταν κανείς το πιεί -φαντάζομαι ως αφέψημα- πέφτει σε τέτοιο βαθύ ύπνο ώστε μοιάζει με νεκρό! Έτσι θα μπορέσει ο Βασίλης να βγάλει τον πατέρα του υποτίθεται ως νεκρό μέσα σε κάσα και θα λυθεί το σοβαρό πρόβλημα του να παίζει διαρκώς τον διπλό ρόλο. Όταν περάσει η επήρρεια του αφεψήματος πρέπει ο νεκρός να ξυπνήσει και αν θυμάμαι καλά να πάρει κάποιο άλλο φάρμακο κλπ. ιατρικά.
Η αγωνία δεν μας εγκαταλείπει ως την τελευταία στιγμή καθώς διάφορες καθυστερήσεις που προξενούν οι κακοί Τούρκοι, κυρίως ο Στέφανος Στρατηγός, θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή του Γκιαούρ Ντοκτόρ. Τέλος πάντων με τα πολλά ο γιατρός σώζεται στο τέλος και ο τραγουδιστής τραγουδάει και νομίζω παίρνει και γυναίκα του την Κατερίνα Βασιλάκου που τον φλερτάρει ασύστολα σε όλο το έργο προξενώντας και αυτή άθελά της καθυστερήσεις στην ανεύρεση του γιατρού.

Ακόμη κι αν δεν έχετε δει την ταινία, αντιλαμβάνεστε νομίζω ότι δικαίως έχει κερδίσει τον τίτλο της. Από όποια σκοπιά κι αν το εξετάσεις, του πατέρα ή του γιού, πρόκειται πραγματικά για την οδύσσεια ταλαιπωρία ενός ανθρώπου ξεριζωμένου.

Από τότε που παντρεύτηκα και μετακόμισα από τα Ν.Π. στα Β.Π. σκέφτομαι καθημερινά τον Αριστείδη Καρατζόγλου και το γιό του. Καθοδόν για τη δουλειά μου τραγουδάω το χαρακτηριστικό τραγούδι της ταινίας, που όμως είναι στα τούρκικα και τούρκικα δεν ξέρω και αναγκάζομαι να φτιάχνω λέξεις ή να τραγουδάω τσάτρα-πάτρα ό,τι μου'ρθει. Τέλος πάντων σημασία έχει να βγαίνει από μέσα το ντέρτι. Μαζί με τον καλό μου σύντροφο στον ρόλο του καθηγητή Άντερσον, ξεκινάμε κάθε πρωί τη δική μας Οδύσσεια. Πιασμένοι χέρι-χέρι φεύγουμε από το όμορφο σπιτάκι μας χωρίς να είμαστε σίγουροι αν, πώς, πότε θα φτάσουμε στις δουλειές μας.

Η δική μας Οδύσσεια -την οποία παρακαλώ να φανταστείτε εις διπλούν και με αντίστροφη πορεία για την επιστροφή διότι βαριέμαι να τα ξαναγράφω- ξεκινά με το ιδιόκτητον αυτοκίνητον όχημά μας με το οποίον μεταβαίνομε εις σιδηροδρομικόν σταθμόν. Ξαναδιαβάστε παρακαλώ προσεκτικά: όχι σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, του άλλου τρένου λέμε, του κανονικού. Που είσαστε
φοιτητές και το παίρνατε να πάτε Θεσσαλονίκη; Που είσασταν φαντάροι και το παίρνατε για την μονάδα; Που πηγαίνατε στην Αλεξανδρούπολη και το παίρνατε για να ζήσετε κι εσείς μιά Οδύσσεια; Ε, αυτό εννοώ. Το τρένο του Ο.Σ.Ε.

Λοιπόν που λέτε παίρνουμε το τρενάκι, όρθιοι πάντοτε, και καταλήγομε εις τον σταθμόν Λαρίσης. Εκεί ανελλιπώς η φωνούλα μέσα μου για κάποιο ανεξήγητο λόγο αλλάζει ρεπερτόριο και πιάνει Άκη Πάνου: "Στο σταθμό του Μονάχου, με πέταξε άχου, η μαύρη μοίρα μου, μάνα κακομοίρα μου". Δεν ξέρω, μπορεί να φταίει και η
Μπέσσυ Μπίφας
γι'αυτό, τέλος πάντων.

Ήδη ταλαιπωρημένη, αλλάζω διαδοχικώς: μετρό (πρώτη γραμμή), τρένο Η.Σ.Α.Π., μετρό (δεύτερη γραμμή), λεωφορείο. Καθοδόν για την εργασία μου έρχομαι αντιμέτωπη με πλήθος ανθρώπων καλών και κακών, τέρατα που νόμιζα πώς υπάρχουν μόνον στα παραμύθια, θεούς, ημίθεους, προφήτες, κλπ. Να για παράδειγμα χτες μου έδωσε χρησμό μιά κυρία στο παγκάκι που καθόμουν και περίμενα το τρένο (του ηλεκτρικού). Μου είπε ότι φέτος οι γιορτές θα έρθουν χωρίς να το καταλάβουμε και ότι να το θυμηθώ τα παιδιά φέρνουν τύχη!

Σαν άλλος Βασίλης Καρατζόγλου, σαν άλλος Οδυσσέας πορεύομαι την Αττική σαν να ταξιδεύω την Ανατολία, σαν να με παρασύρει ο κακός Ποσειδώνας σε όλη τη Μεσόγειο. Ζω καθημερινά το δικό μου road movie. Ελπίζω μέσα από τα ταξίδια μου αυτά να αυξήσω τις γνώσεις και την υπομονή μου, να γνωρίσω άστεα και γνώμες ανθρώπων, να βρω τον χαμένο Γκιαούρ Ντοκτόρ. Ναι τον Γκιαούρ Ντοκτόρ, τον άλλο μου Εαυτό. Αυτόν που ουσιαστικά έψαχνε και βρήκε ο Βασίλης Καρατζόγλου στη δική του Οδύσσεια -δεν ήταν τυχαίο τελικά που τους δύο ρόλους έπαιζε το ίδιο πρόσωπο...

Σχετικές με την ταινία η 'Οδύσσεια ενός Ξεριζωμένου' πληροφορίες
εδώ. Η δική μου η περιπέτεια δεν γυρίστηκε ακόμη κινηματογραφική ταινία.

Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2006

When in Rome

Πράξις πρώτη.
Η προετοιμασία

Κι έφτασε η τελευταία εβδομάδα. Και τρέχαμε. Πήραμε άδεια από τη δουλειά και τρέχαμε περισσότερο. Και αγχωθήκαμε. Αλλά όταν αγχωνόμαστε, το ρίχνουμε στην τρελή και λέω όλα τα τρελά που μπορείς να φανταστείς και κάνω πολλά κόλπα και ματάκια και όλα και κάπως ξεαγχωνόμαστε και γελάμε λίγο.
Καλά πότε θα φτιάξουμε βαλίτσες για τη Ρώμη;
Πήρα το νυφικό -αμάν με σφίγγει λίγο, αλλά είναι τόσο όμορφο!
Ήρθαν οι μπομπονιέρες! Που θα μπούνε όλες αυτές οι μπομπονιέρες;
Το πουκάμισο του αδελφού μου είναι πολύ μεγάλο! Ωχ, αλλαγή γρήγορα!
Έχω αγωνία.
Καλά, σοβαρά τώρα εγώ θα παντρευτώ; Εγώ η Πρέσβειρα της Ελευθερίας ετοιμάζομαι ολοταχώς για το απονενοημένο διάβημα; Ρένα, που πήγαν όλα αυτά που λέγαμε; Έτσι νιώθει αυτός που προδίδει τα πιστεύω του ε; Οκ, το μάθαμε κι αυτό...
Εννοείται ότι δεν στρώνουμε κρεββάτι! Έλεος! Σιγά μην κάνουμε (όλα) αυτά που κοροϊδεύουμε!
O Νonprivatelife με ρωτάει (ξανά) πότε θα πάμε να μείνουμε στο σπίτι.
Τον Ν.Β. να τον καλέσω; Πώς θα το πάρει; (Το πήρε καλά!).
Πάλι το διαιτητή θα σας κάνω ρε γαμώτο; Άντε να βρούμε τη μέση λύση. Εντάξει κι αυτό.
Κλεφτή ματιά στο blog. Πώπω ευχές!! Με συγκινήσατε! Ακόμη και άνθρωποι που νόμιζα ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξή μου! Για φαντάσου!
Ποιός θα φροντίσει για την προετοιμασία της εκκλησίας; Το ποτήρι; Εντάξει κι αυτό.
Όλοι έρχονται να πάρουν οδηγίες.
Ο αδελφός μου ζητά Όσκαρ Δεύτερου Ανδρικού ρόλου. Αγάπη μου εσύ έχεις κερδίσει από τώρα Όσκαρ Συνολικής Προσφοράς...
"Πρώτη φορά βλέπω τόσο ήρεμη νύφη"
Αυτή ή με δουλεύει ή δεν φαίνομαι.
Κάνει ψύχρα το Σάββατο. Θα κρυώνω; Μπα, φούντωσα και δεν με νοιάζει τίποτα.
4:30 μμ. Τηλεφωνώ στον γαμπρό. Δεν το σηκώνει. Τηλεφωνώ στην κουμπάρα. Δεν το σηκώνει. Ή κλέφτηκαν μαζί ή λιποθύμισαν από το άγχος. Ο γαμπρός το σηκώνει: "Σε προλαβαίνω ή πέρασες τα σύνορα;" Τίποτα από τα δύο τελικά. Το τσούξανε και οι δύο και είναι μιά χαρά!
Πράξις δεύτερη
Η τελετή

Όλοι έτοιμοι; Φύγαμε! Πλάκα έχει και μου φαίνεται πολύ αστείο τελικά. Εγώ μεταμφιεσμένη σε γιγαντιαία μπομπονιέρα που θα φάει τους καλεσμένους, η κουμπάρα μου μιά κούκλα, ο γαμπρός σούπερ-υπέρ-πάρα πολύ-αγχωμένος.

Και μου δίνει την ανθοδέσμη και προχωράμε και μου ψυθιρίζει το αμίμητο: "Έχω ξεχάσει το κινητό μου στην τσέπη μου ανοικτό" Τι τρυφερή στιγμή! "Κι εγώ τι θες να κάνω να σου το κλείσω; Δώστο στον αδελφό μου κάποια στιγμή να στο κλείσει." Τελικά το κλείνει μόνος του στην αναμπουμπούλα του στησίματος.


Και να κοιτάω η κακομοίρα γύρω-γύρω για συμπαράσταση, αλλά που; Όλοι με τη μούρη προς τα κάτω! Κηδεία έχουμε ρε παιδιά; Εγώ πάλι δώστου να δαγκώνω τα μάγουλα. Ο γαμπρός μου σφίγγει το χέρι. Καλά θα σκεφτώ δυσάρεστα. Μα δυσάρεστα στο γάμο πάει; Τι να κάνω; Ό,τι πιό γελοίο μου έρχεται εκείνη την ώρα. Ουφ, λίγη κινητικότης με τις βέρες και τα στέφανα. Μπορώ και γελάω λιγάκι πιό άνετα. Ωχ, με μυρίστηκε ο παπάς και με κοιτάει μες στα μάτια. Ιφιμέδεια σοβαρέψου, θα σε ρεζιλέψει αυτός. Καλέ ο παπάς μου θυμίζει έναν συμμαθητή από το δημοτικό. Λες να είναι αυτός; Διόλου απίθανο. Η ώρα του κρασιού. Ο γαμπρός θα ήθελε να το κατεβάσει όλο αλλά κρατιέται. Πίνω κι εγώ και φαίνεται έκανα σχετική γκριμάτσα γιατί μου λέει ο παπάς: "Δεν σ'άρεσε ε;" Χιχιχι. Γιούπι! Η ώρα του Ησαία! Αυτό μάλιστα! Χασκογελάω όσο θέλω και το ευχαριστιέμαι.

Στη χαιρετούρα αφήσαμε εποχή με τον Nonprivatelife. Διότι δεν ξέρω πώς μου ήρθε, αλλά μόλις τον είδα συγκινήθηκα τόσο πολύ και τον αγκάλιασα με τόση λαχτάρα, λίγο σαν να αποχαιρετούσα την νιότη μου κάπως. Μπλιάχ, πολύ μελό μου βγήκε. Πάντως όλο και κάποιος θα σκέφτηκε ότι αποχαιρετώ τον πρώην με καημό! Παρεμπιπτόντως Npl ήσουν ένας κούκλος, όπως πάντα!

Ο φωτογράφος ξετρελλάθηκε με τα κόλπα μου στις φωτογραφίες μετά! Δεν βλέπεις κάθε μέρα τέτοια νούμερα χωρίς να πληρώσεις εισιτήριο... Νομίζω ότι είμαι σχεδόν έτοιμη για το μπαλέτο του κυρίου Γιάννη. Η φωτογράφηση και η όλη τελετή με βοήθησαν να ξεπεράσω κάπως τη φυσική μου συστολή. Ίσως να έχω και λιγότερο τρακ στα συνέδρια.

Λίγο στο σπίτι μου, λίγο στο σπίτι του, και μετά σπίτι μας.

Ρενάκι είδες; Δεν τα πρόδωσα όλα τελικά. Έ, όχι και δεξίωση γάμου γελοιωδέστερη των γελοίων και να χορεύουμε μπλουζ αλα '80ς και να χτυπάνε τα πηρούνια, κλπ. κλπ.

Σας τα χαρίζω μάγκες. Παντρεύτηκα, αλλά δεν ξετιλίστηκα!

Πράξις τρίτη
Το ταξίδι

Δεν είναι η πόλη ανοχύρωτη, ανοχύρωτος κι απροστάτευτος είναι ο επισκέπτης που δεν ξέρει πόση πολλή ομορφιά κρύβει η Ρώμη.

Το γαμήλιο ταξίδι μας ήταν απολύτως ονειρεμένο, μαγικό, αξέχαστο.

Ο καλός μου ξεσάλωσε, γέλασε, ευχαριστήθηκε! Κι εγώ μαζί του πολύ. Για να είμαι ειλικρινής συνειδητοποιώ τώρα που γράφω ότι αυτό το ταξίδι το έζησα περισσότερο μέσα από εκείνον, από τα δικά του μάτια. Μας έκανε και πολύ σούπερ ωραίο ζεστό καιρό!

Μείναμε σε μιά υπέροχη ρωμαϊκή βίλλα σε μιά θαυμάσια περιοχή όλο πρεσβείες και ερευνητικά κέντρα. Στο ξενοδοχείο μας αποκαλούσαν i ragazzi da Grecia.

Άφησα εποχή στη Ρώμη με τα τσάτρα πάτρα ιταλικά μου, αλλά κάπως συνεννοήθηκα. Ο καλός μου άφησε εποχή με τα αγγλικά του που είναι ίδια με τα αγγλικά των Ιταλών και ίδια με αυτά του Καραμανλή, δηλαδή εγγυημένο γέλιο!

Είδαμε Κολλοσαίο (έκθεση Iliade, μιά έκθεση που θα έπρεπε να είχε οργανωθεί εδω, αλλά δεν βαριέσαι τώρα), Ρωμαϊκή Αγορά, κήπους Farnese, το μουσείο και τις αρχαιότητες στον Παλατίνο.

Είδαμε Palazzo dei Conservatori και Palazzo Nuovo.

Το μνημείο του Βίκτωρα Εμμανουήλ (πώς να μην το δεις;;;) και την υπέροχη έκθεση Matisse & Bonnard στην κοιλίτσα του.

Piazza di Spagna -ήπιαμε τσάι στο Babington's tea room.

Καθοδόν για Piazza del Popolo είδαμε τον S. Atanasio dei Greci -μέγαλη η χάρη του!- και στην S. Maria del Popolo προσωρινή έκθεση δύο εκδοχών της Μεταστροφής του Παύλου από τον Caravagio. Ουρές οι Ιταλοί και μπράβο τους!

Ένα σωρό εκκλησίες με μαγευτική διακόσμηση: S. Andrea delle Fratte, Trinita dei Monti, S. Andrea al Quirinale, il Gesu, S. Maria sopra Minerva, S. Ignazio di Loyola με τον μαγικό τρούλλο, S. Maria della Vittoria, S. Bernardo alle Terme, S. Ivo della Sapienza, S. Luigi dei Francesi (κι άλλος απίστευτος Caravaggio), κλπ. κλπ. Στη S. Maria Maggiore μια μέρα λίγο συννεφιασμένη μπαίνοντας είχαμε την απίστευτη τύχη να ακούσουμε την χορωδία της Κολωνίας να τραγουδά Mozart. Απίστευτο δώρο.

Κι άλλα, κι άλλα. Galleria Borghese και βόλτα στους κήπους, Βατικανό και Μουσεία: Capella Sistina και πώπω τα ανάγλυφα του Ashourbanipal από κοντά, ο Λαοκόων! Veronese αγαπημένος από κοντά! Μια θαυμάσια προσωρινή έκθεση στο πλάι του Αγ. Πέτρου, Petrus e qui, με το ξύλινο μοντέλο που χρησιμοποιούσε ο Μιχαήλ Άγγελος, ένα σονέτο του ιδιόγραφο, τι θαύμα!, Greco, Tizziano, Bramante, Raphael.

Castel Sant' Angelo οπωσδήποτε! Το δηλώνω άλλωστε με την επιλογή της φωτογραφίας στο προηγούμενο ποστ. Και βεβαίως επειδή εκεί εκτυλίσσεται εν μέρει η αγαπημένη μας Τόσκα. Και βεβαίως σιγοτραγουδάμε με τον Cavaradossi. Τι όμορφη η γέφυρα με τους Αγγέλους. Και ήταν ένα μαγικό δειλινό, από τις πιό όμορφες στιγμές που έζησα στην Ρώμη...

Ρώμη χωρίς Μοντέρνα Σταχτοπούτα γίνεται; Quando arrivera... τραγουδάει ο γλυκύτατος Τόνυ Πινέλλι. Και πήγαμε, προσκύνημα σχεδόν, και βρήκαμε το ξενοδοχείο που έμενε η Αλίκη με τον Δημήτρη, το Excelsior, όσοι δεν το είχατε παρατηρήσει, στη Via Veneto, και λίγο παρακάτω στον ίδιο δρόμο το Ministero dell' Industria όπου σε κάποια στιγμή της ταινίας ο Παπαμιχαήλ κάνει δηλώσεις έχοντας κλείσει την πετρελαϊκή συμφωνία (θυμάστε την σκηνή;). Και φυσικά Fontana di Trevi. Μόνο που είχε πολύ-πολύ κόσμο και δυστυχώς και έναν πολύ κοινωνικό ποντικό. Αχ.

Και βεβαίως φάγαμε απίστευτα ωραία και βεβαίως ήπιαμε. Και βεβαίως ο καλός μου με πήγε στου Giolitti παρακαλώ, παραδοσιακό ζαχαροπλαστείο από το 1900 κοντά στο Πάνθεον, όπου έφαγα το ωραιότερο παγωτό της ζωής μου!

Πωπω, πόσα θα είχα να σας γράψω από τη Ρώμη. Κι άλλα, κι άλλα. Και για τους ενοχλητικούς συμπατριώτες μας που τόσο μας κάναν και ντρεπόμαστε. Και για τον Gelial, ναι, ναι, διότι δεν μπορεί αυτός πήρε την κάρτα με τις οδηγίες ασφαλείας από τη θέση μου στο αεροπλάνο. Και για τα ωραία βιβλιοπωλεία. Τα ωραία καταστήματα. Αλλά ουφ, έχω και δουλειά να κάνω και ήδη πολύ σας ζάλισα.

Φωτογραφίες υπόσχομαι σε επόμενα ποστ!

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2006

Κλειστόν λόγω γάμου


Αγαπητοί μου φίλοι,

αχάριστος ο βίος του εργένη -λέει η Γεωργία Βασιλειάδου στους Γαμπρούς της Ευτυχίας.
Και φαίνεται να έχει κάποιο δίκιο.

Έτσι, κατόπιν πολύ, μα πάρα πολύ, ωρίμου σκέψεως αποφάσισα να απαρνηθώ την ελεύθερη ζωή και να ζήσω κορόϊδο στο κλουβί -που λέει και το γνωστό άσμα.

Αυτό το Σάββατο παντρεύομαι τον ΄εκλεκτό της καρδιάς μου΄ -τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου. Τον άνθρωπο που όταν είδα για πρώτη φορά πριν 15 χρόνια ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα και είπα μέσα μου ότι κάποτε θα τον παντρευτώ. Μου πήρε λίγο καιρό, αλλά τα κατάφερα ;) (για το μόνο που δεν θα μπορέσει να με κατηγορήσει ποτέ κανείς είναι ότι τον τύλιξα... )

Δεν ξέρω τι θα απογίνουμε από εδώ και πέρα. Ξέρω ότι παρά τις απίστευτες δυσκολίες που έχουμε περάσει -ίσως μέσα από αυτές- αγαπιόμαστε ακόμη με τον ενθουσιασμό του πρώτου καιρού. Κι αυτή είναι η μόνη εγγύηση που έχουμε για μιά κατά το δυνατόν ευτυχισμένη κοινή ζωή.

Μετά το γάμο, θα φύγουμε ταξίδι στη Ρώμη. Πάμε να παίξουμε Μοντέρνα Σταχτοπούτα, Roman Holiday, Dolce Vita, κλπ.

Στο μεταξύ το μπλογκ θα μείνει χωρίς ενημέρωση.

Εύχομαι ειλικρινά, μέσα από την καρδιά μου, να βρω όλους σας όταν γυρίσω καλά στην υγεία σας, ευτυχισμένους, χαρούμενους, ερωτευμένους.

Όταν γυρίσω θα είμαι μιά παντρεμένη γυναίκα -περίεργο μου φαίνεται...

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2006

Το κορίτσι που δεν νιώθει πόνο

Στο editorial της Lifo εχθές ο εκδότης του εντύπου Σ. Τσαγκαρουσιάνος θίγει το ζήτημα της ανεξέλεγκτης ελευθερίας των bloggers. Ίσως τον ενόχλησαν τα πολλαπλά post για το θέμα του κ. Τσιπρόπουλου, προφανώς κάπου διάβασε κάτι που τον έθιξε προσωπικά, ίσως τον έτσουξε το μπουγιουρντί στην κόρη του Λαλιώτη (μεταξύ μας κι εμένα θα με πείραζε). Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει, και ενδιαφέρον μάλιστα, ότι αποφασίζει μέσα από μιά εφημερίδα 90.000 φύλλων που κυκλοφορεί δωρεάν στο λεκανοπέδιο Αττικής να συνομιλήσει με 1600 άτομα -θέλετε να πούμε έστω 2.000; 3000; δεν νομίζω περισσότερα- που ασχολούνται με το blogging στην Ελλάδα. Κι όταν λέω ασχολούνται, εννοώ σε επίπεδο "εμείς τα γράφουμε, εμείς τα διαβάζουμε". Έστω. Free blogs εμείς, free press αυτός. Πάτσι (;).

Το πρόβλημα που προκύπτει, έτσι όπως το ορίζει ο κύριος Σ.Τ., είναι το εάν και κατά πόσον πρέπει να έχει κανείς τη δυνατότητα να γράφει ό,τι θέλει στο ιστολόγιό του και μάλιστα κρυμμένος πίσω από την ψευδωνυμία. Ο ίδιος δείχνει απηυδυσμένος από τις εναντίον του προσβολές που διαβάζει σε διάφορα ιστολόγια και προτείνει εμμέσως πλην σαφώς την παρέμβαση του Καθυστερημένου Κράτους και της Καθυστερημένης Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (αν θέλουν να πάψουν να είναι καθυστερημένοι ας κάνουν κάτι επί τέλους! είναι το προφανές μήνυμα).

Προκειμένου όμως κανείς να απαντήσει στο σοβαρότατο ζήτημα που θίγει ο Σ.Τ. νομίζω ότι θα πρέπει να ορίσει τι είναι το blog. Είναι ιστοσελίδα με προσωπικές πληροφορίες; Είναι ημερολόγιο; Τρόπος δημοσίευσης λογοτεχνικών ή άλλων κειμένων που αλλιώς θα έμεναν αδημοσίευτα; Σχολιασμός της επικαιρότητας; Ανθολόγιο; Θεματική σελίδα γιά όσους έχουν κοινά ενδιαφέροντα; Πεδίο συζήτησης (forum); Ρεπό από την ψυχοθεραπεία; Τρόπος έκφρασης καλλιτεχνικής; Αν είναι όλα αυτά, τότε δεν μπορεί είναι δημοσιογραφία με την γνωστή έννοια του όρου ("γράφω για την ενημέρωση του κοινού") (1), αλλά με μιά ευρεία κυριολεκτική έννοια ("γράφω δημοσίως").

Γράφουμε λοιπόν δημοσίως. Αλήθεια πόσο;Το "πόσο δημοσίως" είναι μάλλον αυτό που καθορίζει το ύφος μας πολλές φορές. Ίσως κάποιοι ιστολόγοι να έχουν περισσότερο την αίσθηση ότι απευθύνονται σε πολύ κόσμο. Εγώ όχι. Διαβάζω τους ίδιους και τους ίδιους με μικρές κατά καιρούς παρεκκλίσεις, κάποιοι πολύ λίγοι με διαβάζουν και μένα. Ως εκεί. Ε, δεν μπορώ να έχω και κρίσεις μεγαλείου ότι έχω απήχηση στο πλατύ κοινό, επηρρεάζω τις μάζες, τα γούστα, κλπ., κάνω διαφήμιση αν αναφέρω το όνομα κάποιου προϊόντος ή οτιδήποτε άλλο. Δεν έχω εφημερίδα ή περιοδικό, blog έχω. Και ίσως γι'αυτό αντιμετωπίζω όλη αυτή την ιστορία σαν παιχνίδι. Και σαν παιχνίδι προσπαθώ να το παίξω σοβαρά, με τους όρους του, αλλά και να διασκεδάσω.

Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με την τακτική της σπίλωσης προσώπων ή την εκτόξευση ύβρεων. Καθόλου μάλιστα. Διαφωνώ με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς, με τις εμμονές, με τα ιστολόγια που στήνονται για να επιτεθούν σε άλλους ανθρώπους, με τα κακόβουλα σχόλια, τα δημοσιευμένα προσωπικά mail, τις δημοσιευμένες προσωπικές συζητήσεις (ala Μάκης με το κασετόφωνο και την κρυφή κάμερα). Διαφωνώ με τους bloggers που ασχολούνται υπέρ του δέοντος με άλλους bloggers. Πολύ περισσότερο διαφωνώ με την αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων. Και η αλήθεια είναι ότι παράγινε αυτή η επιθυμία να μάθουμε όλοι ποιός κρύβεται πίσω από το κάθε ψευδώνυμο. Γίναμε μιά κουτσομπολολάγνα γειτονιά. Ποιός είναι ο Χ; Άντρας, γυναίκα; Ομοφυλόφιλος; Που δουλεύει; Με ποιούς κάνει παρέα; Αυτές τις συζητήσεις κάνουμε οι φίλτατοι πνευματώδεις ιστολόγοι όταν βρισκόμαστε εκ του σύνεγγυς, έτσι δεν είναι παιδιά; (2). Το κουτσομπολιό αποδεδειγμένα κάνει κακό. Διότι κάπως έτσι 'τσίμπησε' ο κύριος Σ.Τ. την πληροφορία για το όνομα του δημοσιογράφου Δ.Γ. (3).

Αυτό λοιπόν που εγώ μέχρι πρότινος θεωρούσα ακίνδυνο παιχνίδι, διαπιστώνω ότι έγινε σιγά-σιγά πολύ επικίνδυνο. Όπως το παρακολούθησα τουλάχιστον εγώ το πράγμα ξεκίνησε ως εξής: σποραδικές προειδοποιήσεις e-δικηγόρων σε σχόλια και σχετικά blog, απειλές για μηνύσεις, σύλληψη του κου Τσιπρόπουλου, ευθείες κατηγορίες του Σ.Τ. που οδηγούν στο σοβαρότατο και θλιβερότατο γεγονός να χάσει ένας άνθρωπος τη δουλειά του. Πρόκειται για ένα γεγονός αισχρό κι όποιος από εσάς που διαβάζετε τώρα αυτό το κείμενο εργάζεται για βιοπορισμό -και όχι από hobby ή για να γεμίσει τη μέρα του- θα καταλάβετε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό.

Κύριε Σ.Τ. πολύ αμφιβάλλω αν διαβάζετε τα γελοία μου πονήματα από το παρόν ιστολόγιο και πολύ καλά κάνετε. Ο χρόνος άλλωστε λέγεται ότι είναι χρήμα, κι εδώ ούτε πληρώνω ούτε πληρώνομαι. Η γνώμη μου όμως είναι, επειδή είναι ηλίου φαεινότερον ότι bloggάρετε κι εσείς ασύστολα, ότι θα έπρεπε τις οποίες διαφορές σας με τους θεωρούμενους "συκοφάντες" σας να τις λύσετε μέσα από τα ιστολόγια και όχι επικαλούμενος την καθυστερημένη Δίωξη Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και την επωνυμία σας.

Ναι, την επωνυμία σας. Εδώ καταλήγω. Διότι κατηγορείτε τους bloggers για ανεξελέγκτη ελευθερία που τους δίνει η ψευδωνυμία. Μα και η επωνυμία δεν δίνει ένα αίσθημα δύναμης; Όταν κάτσατε οργισμένος στο πληκτρολόγιο να γράψετε για τις "κότες" δεν χρησιμοποιήσατε τη δύναμη που σας έδωσε το νέο σας μέσον; Δεν σκεφτήκατε: 'Ως εδώ, δεν πάει άλλο, θα τους σκίσω τώρα από την εφημερίδα και θα δουν αυτοί τι θα πάθουν;' Τις δικές σας τις "κότες" θα τις διαβάσει όλη η Αθήνα, το "ρουφιάνος" του Manifesto άντε να το διάβασαν 100 άτομα. Εσείς γράφετε επώνυμα και έχετε κύρος (νομίζω). Ο Manifesto, ακόμη κι αν ήταν ο Δ.Γ., δεν χρησιμοποίησε την ιδιότητα του δημοσιογράφου για να σας θίξει (νομίζω).

Δεν ήταν ανάγκη να πάθει κάποιος κάτι κύριε Σ.Τ. Αν αφήνατε ένα μόνον σχόλιο σε ένα από τα ιστολόγια που διαβάζετε και σας θίγουν, ίσως να μην διογκωνόταν η κατάσταση και να μην μετράγαμε θύματα σε έναν ακήρυχτο, ηλίθιο και μάταιο πόλεμο. Και η ιστορία με τον Λαλιώτη θα μπορούσε να έχει άλλο δίδαγμα: ότι μπορεί κάποια στιγμή να γραφτεί και κάτι μη ακριβές, συκοφαντικό, υβριστικό. Δεν χάθηκε κι ο κόσμος. Από το γράφω μέχρι το εξοντώνω διάολε έχει πολύ μεγάλη απόσταση. Κι όταν κανείς χάνει τη δουλειά του νιώθει λίγο σαν να χάνεται ο κόσμος.

Αν αγαπάτε το μέσον, μην το σκοτώνετε.

Σήμερα το πρωί στην εκπομπή της Oprah Winfrey είδα την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού που πάσχει από μιά πολύ σπάνια ασθένεια: δεν μπορεί να νιώσει καθόλου πόνο. Αμέσως μόλις το άκουσα -τι γελοίο- την ζήλεψα και προσπαθούσα να σκεφτώ τι ωραία που θα είναι η ζωή της.

Το κορίτσι αυτό, ακριβώς επειδή δεν νιώθει καθόλου πόνο, προσπάθησε από τη βρεφική ήδη ηλικία της να φάει το χέρι της. Δεν την πρόλαβαν και πρόλαβε κι έφαγε το δέρμα και τη σάρκα από τρία δάκτυλά της. Εν συνεχεία ασχολήθηκε επισταμένα με το να βγάλει τα μάτια της. Της έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη. Τίποτα. Λυνόταν. Της έραψαν τα βλέφαρα, τίποτα. Κατάφερε να βγάλει ήδη το ένα της μάτι και κινδυνεύει να χάσει και το δεύτερο. Οι γιατροί είναι σίγουροι ότι κάποια στιγμή θα καταφέρει να εξοντώσει τον εαυτό της.

Αυτά. Πολλά έγραψα.

(1) Εν ολίγοις, νομίζω ότι το blogging είναι (κλασική) δημοσιογραφία, όσο και η wikipedia είναι επιστημονική δημοσίευση. Όσο αμφισβητώ την wikipedia ή σε οποιαδήποτε ιστοσελίδα, άλλο τόσο αμφισβητώ όσα διαβάζω στα blogs. Κάποιες, τις περισσότερες φορές, ισχύουν τα γραφόμενα, κάποιες άλλες, λιγότερες, όχι. Το γεγονός ότι μιά πληροφορία μεταδίδεται δημοσίως σε ένα blog δεν σημαίνει ότι ισχύει. Επομένως αντίστοιχα και οι ύβρεις που εκτοξεύονται δεν έχουν την ίδια δύναμη που θα είχαν αν μεταδίδονταν από ένα κλασικό δημοσιογραφικό μέσον. Το ίδιο ισχύει για κάθε είδους ιστοσελίδα, πλην αυτών που εγνωσμένα συνδέονται με φορείς που τους προσδίδουν κύρος, όπως π.χ. οι ιστοσελίδες πανεπιστημίων ή διεθνών δημοσιογραφικών οργανισμών.

(2) Δεν βγάζω την ουρά μου απέξω όπως βλέπετε, αλλά διαχωρίζω σαφώς τη θέση μου: έχω γνωρίσει από κοντά μόνον τρεις bloggers. Ο ένας δεν γράφει πιά. Ο άλλος γράφει σπανιότατα. Ο τρίτος ξεσκίζεται στο γράψιμο ;) και μπήκα στη διαδικασία να τον γνωρίσω (όπως και εκείνος εμένα) διότι απεδείχθη ότι είχαμε έναν κοινό φίλο. Ως εδώ. Δεν ψάχνω "παρέα" γιατί δεν έχω χρόνο ούτε γιά τους φίλους που έχω ήδη -άσε που δεν λειτουργώ ιδιαίτερα καλά σε πολυπληθείς ομάδες. Δεν ψάχνω σύντροφο. Ψάχνω έξυπνα μυαλά, γι'αυτό μ'ενδιαφέρουν τα κείμενά σας και μόνον. Σέβομαι επίσης το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να αποκαλύψουν προσωπικά δεδομένα στο ιστολόγιό τους και προσέχω να μην το κάνω εγώ, αν τα γνωρίζω, έστω και κατά λάθος. Ένας ακόμη σοβαρότατος λόγος που δεν θέλω να σας γνωρίσω είναι γιατί ξέρω ότι είναι πολύ πιθανόν να σας συμπαθήσω κι αυτό θα μου αφαιρέσει τη δυνατότητα να σχολιάζω τα κείμενά σας χωρίς να επηρρεάζομαι από τη γνωριμία μας. Λειτουργώ λίγο σαν τους external examiners δηλαδή. Κι ένας λόγος ακόμη: σας φοβάμαι και λίγο.

(3) Δεν θεωρώ τυχαίο το γεγονός ότι το όνομα του Manifesto συνδέθηκε με τον Δ.Γ. στα σχόλια κάποιου blog που μου διαφεύγει τώρα και αμέσως μετά ο κύριος Σ.Τ. δημοσίευσε το σχετικό όνομα στο editorial. Τα αντανακλαστικά του τον προδίδουν ως δεινό blogger. Δεν κατηγορώ ωστόσο για πρόθεση τον άνθρωπο που έκανε το σχετικό σχόλιο.

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2006

Μαθαίνω ότι...

η κτηνοτροφία ανθεί στην όμορφη Αμάρυνθο. Όπως άλλωστε και στη Βέροια και σε άλλα σημεία της αγνής ελληνικής υπαίθρου. Νομίζω ότι θυμάμαι και τη σχετική πληροφορία από το βιβλίο της Πατριδογνωσίας: Η κτηνοτροφία είναι βασική δραστηριότητα του αγροτικού πληθυσμού στην Ελλάδα. Πράγματι.

κάποιοι πιστεύουν ακόμη ότι το χρήμα φέρνει την ευτυχία. Δεν ξέρω τι να πω. Αστείο είναι.

κάποιος νομίζει ότι είναι εύκολο να βρεις στις μέρες μας έναν άνθρωπο ο οποίος να σε συναρπάζει πνευματικά, να θέλει να είναι σύντροφός σου, να σου δείχνει πόσο σε αγαπά. Και θλίβομαι.

μιά φίλη μόλις απέκτησε το δεύτερο παιδί της, μιά άλλη προσπαθεί με τεχνητή γονιμοποίηση να αποκτήσει ένα παιδί, μιά τρίτη μόλις αναγκάστηκε να υποστεί διακοπή της κύησης, μιά τέταρτη έχει δύο παιδιά αλλά δυσκολεύεται οικονομικά να ανταπεξέλθει. Άραγε τι σκέφτονται αντίστοιχα οι σύντροφοί τους;

ο αγαπητός μου κύριος Βαρετός έγινε ταινία! Και δεν βαριέμαι να τον συγχαρώ! Μπράβο!!!

Κορίτσια κάντε χώρο, έρχομαι!



Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2006

Με τόλμη και με τις λέξεις όπλο

Δύο φίλτατοι ιστολόγοι πήραν πάλι την ποίηση παραμάσχαλα (προσπαθώ να κάνω παρήχηση του 'π') και ιδού:

Άρχεται η Β΄ Ιστοσυνάντηση Ποιητικής Μετάφρασης.

Όσοι σοβαροί μεταφραστές, συνιστώ να συρρεύσετε!


Χωρίς ειρμό.

Απανωτά χτυπήματα.



Καλοκαίρι άγριο.




Ήθελα να γράψω αυτές τις λέξεις.

Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2006

Πάλι Κουνάει το Καράβι

Εκνευρίζομαι όταν σ'αυτή τη χώρα δεν ισχύουν τα αυτονόητα.

Ζήτω! Πήρα το διαβατήριο χωρίς να με συλλάβουν. Και το καλύτερο: η φωτογραφία του διαβατηρίου δεν μου μοιάζει καθόλου, ώστε όταν κάνω το μεγάλο έγκλημα και η αστυνομία με αναζητά με την εν λόγω φωτό ανά χείρας θα έχω ήδη διαφύγει στο Ρίο και θα πίνω κοκτέηλ στην Κόπα Καμπάνα στην υγειά σας! Ελληνική Αστυνομία σ'ευχαριστώ!

Είχα καιρό να φάω μπαβαρουάζ. Αυτή που έφαγα χτες συνοδευόμενη από πολλά-πολλά γέλια με τον αγαπημένο μου φίλο είχε την ωραιότερη γεύση. (Αλλόκοτε άνθρωπε σ'αγαπάω τόσο πολύ ακριβώς γιατί είσαι αλλόκοτος.)

Στη γειτονιά μου άνθισαν τριαντάφυλλα. Ελένη και Νίκο, δεν σας ξεχνάω. Μου λείπετε σαν πάντα.

Έϊ: κουμπότρυπες ματάκια, σας κάνω ματάκια (και χιχιχιχι ποντικίσιο).

Ωραία η καινούργια άσφαλτος στα στενά του Κολωνακίου. Αλλά περιττή βρε παιδί μου με τόσα 4 X 4. Αφήστε τους τη συγκίνηση να πέφτουν σε καμιά λακκούβα που και που.
Μεταξύ μας δεν θα ήταν χρησιμότερη στα χωριά της Μεσοχώρας; Εκεί που οι άνθρωποι αφέθηκαν στην τύχη τους και το κράτος δεν έχει καν την περιέργεια να δει τι θα απογίνουν στο τέλος;

Η αγαπημένη μου trash TV persona αυτή την εποχή είναι η κυρία Κορτέση ("Δεν ήξερες, δεν ρώταγες;). Που μοιάζει και μάλλον είναι τραβεστί, αλλά κανείς δεν θίγει το θέμα (ούτε καν εσύ αγαπητέ μου Θ. Αλεξανδρή!). Η καρδιά της είναι γεμάτη καλοσύνη, για όλους έχει έναν καλό λόγο, σκουπίζει τα δάκρυα του κυρίου Κωλοτούμπα, σκορπίζει αφειδώς την αγάπη: ναι, αν ήμουν trash TV persona, θα ήθελα να είμαι η κυρία Κορτέση!

Τι καλά που οι φίλοι μου δεν με παρεξηγούν αυτό τον καιρό που δεν έχω το χρόνο να τους βλέπω όσο θα ήθελα!

Τι κρίμα που μερικοί άνθρωποι κολλάνε σε μιά περίοδο της ζωής τους ως την ενδοξότερη και δεν εξελίσσονται. Κάποιοι δεν τελειώνουν ποτέ το σχολείο, δεν παίρνουν ποτέ απολυτήριο από το στρατό ή πτυχίο από το πανεπιστήμιο. Κάποιοι δουλέυουν ακόμη στην παλιά τους δουλειά και ζουν ακόμη μαζί με τις παλιές τους αγάπες. Δεν ξέρω αν τους λυπάμαι, πάντως συχνότατα τους βαριέμαι.

Πέμπτη 26 Οκτωβρίου 2006

Περί μηνύσεως ο λόγος

Για να δούμε αν κατάλαβα καλά.

Οι αστυνομικές και δικαστικές αρχές αυτής της χώρας, οι ίδιες που δεν μπορούν να συλλάβουν εδώ και έξι ολόκληρους μήνες οποιονδήποτε (ανήλικο ή ενήλικο) σχετίζεται με την εξαφάνιση του Άλεξ στη Βέροια,

συλλαμβάνουν έναν άνθρωπο που

η κοινή λογική αποδεικνύει ότι δεν σχετίζεται με μιά συγκεκριμένη κατηγορία.

Προσοχή: κατηγορία, διότι αδίκημα δεν έχει αποδειχθεί ακόμη δικαστικώς ότι διεπράχθη.

Αν λοιπόν ο κος Τσιπρόπουλος, διαχειριστής ενός μέσου αναμετάδοσης πληροφοριών, υφίσταται τέτοια δεινά, τι περιμένετε όλοι εσείς;

Φίλοι μου ιστολόγοι, ας περιμένουμε ο καθένας τη σειρά του.

Όποιος έχει ποτέ αναφερθεί γραπτώς στο ιστολόγιό του σε δημόσιο πρόσωπο εν ζωή μπορεί να κάτσει αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και να περιμένει τη συλληψή του. Δεν έχει σημασία τι μπορεί να έγραψε κανείς, καλό, κακό, ΣΑΤΥΡΙΚΟ (ναι, μικρόνοες του ελληνικού κράτους υπάρχει και η σάτυρα!). Αυτά θα τα δούμε μετά. Στο δικαστήριο. Εκεί που θα πέσουν τα πολλά γέλια!!!

Με συγχωρείτε τώρα. Πάω να ξαναδιαβάσω όλα μου τα παλιά ποστ και στα δυό μου ιστολόγια για να δω τι έχω κάνει και τι πρέπει να περιμένω.

Για να δούμε: Shakespeare, Keats, Rosseti, Dickinson κλπ. εντάξει. Ακίνδυνοι, οι πιό πολλοί πεθαμένοι. Ωραία, καλά πάω.

Πλούταρχος, Όμηρος, κλπ. Αρχαίοι. Πεθαμένοι. Εντάξει.

Καβάφης, Λαπαθιώτης, κλπ. Πεθαμένοι. Σούπερ. Φίλοι μου, θα σας φέρνω τσιγάρα στη φυλακή.

Για να δω και δίπλα.

Ωχ! Λες; Λες να με μηνύσει η Μάτα Χάρη;;;;


• noun 1 the power or right to act, speak, or think freely. 2 the state of being free. 3 (freedom from) exemption or immunity from. 4 unrestricted use of something: the dog had the freedom of the house. 5 a special privilege or right of access, especially that of full citizenship of a particular city given to a public figure as an honour.

Σκέψεις κλεμμένες

από τα κεφάλια συνεπιβαινόντων σε βαγόνι της διαδρομής Πειραιάς-Ομόνοια.

Ουφ, πρόλαβα. Θέση; Θα κάτσω δίπλα στην κοπέλα. Αδύνατη είναι, θα χωρέσω κι εγώ. Σιγά μωρή που σε ενόχλησε το καρότσι της λαϊκής. Να θυμηθώ να πάρω πατάτες και καμιά μπανάνα. Τα μήλα αδυνατίζουν. Το είπε ένας χοντρός το πρωί στον Αυτιά. Α, και αγγουράκια μικρά. Ό,τι πρέπει για δίαιτα. Θα κάνω το μεσημέρι ωραία σαλατούλα και καρμπονάρα σπέσιαλ. Μιά χαρά. Φτάσαμε.

Επόμενη στάση Φάληρο. Next station Faliro.

"Σαν να ναυαγοί σαν Ροβινσώνες, δίχως νόμους και κανόνες, σ'ένα νησί μαζί μου θά'ρθεις, που δεν τό'χει ούτε ο χάρτης" Πώπω τραγουδάρααα. Σούπερ. ΄"Σαν ναυαγοί ερωτευμένοι, μέσα στ'όνειρο χαμένοι, θα ξεχάσουμε μωρό μου τα παλιά". Που νά'ναι τώρα ο Κώστας άραγε; Να φυλάει σκοπιά; Αχ, το μανάρι μουουου. Θα του στείλω μήνυμα 'Ακούω Νίνο και σε σκέφτομαι. Το μωρουλίνι σου'.

Επόμενη στάση Μοσχάτο. Next station Moschato.

Με κούρασε η έλλειψη κατανόησης. Για όλα πρέπει να δίνω λογαριασμό σ'αυτούς τους ηλίθιους τους επίτροπους. Θέε μου σχώραμε! Τόσες και τόσες φορές έχει αποδειχτεί ότι έχω δίκιο. Πήρα την εκκλησία ερείπιο και την έκανα ένα από τα καλύτερα μαγαζιά της Καλλιθέας. Μικρές επενδύσεις μεγάλα κέρδη. Αλλά τα κέρδη χρειάζονται φύλαξη. Από όλους τους κινδύνους. Τίποτα. Θα επιμείνω. Θα επιμείνω οπωσδήποτε. Με τόσα κεριά; Είναι αστείο να το ρισκάρουμε. Θα παραγγείλω οπωσδήποτε το πυρίμαχο παγγάρι.

Επόμενη στάση Καλλιθέα. Next station Kallithea.

Άντε όρνιο προχώρα να μπούμε. Βρωμιάρηδες όλοι στο τρένο μαζεύεστε. Αϊ στα κομμάτια πιά. Ναι, κοίτα με περίεργα, βλήμα. Που θες δέκα συντάξεις για να πάρεις τέτοιο Escada. Θα έπρεπε να μοιράζει δωρεάν άρωμα ο ΗΣΑΠ με την αγορά του εισιτηρίου. Δηλαδή είμαστε υποχρεωμένοι να μυρίζουμε την ιδρωτίλα του καθενός πιά; Αϊ στο διάολο πρωί-πρωί. Δεν πιστεύω να ξέχασα τη δικογραφία της μαλακισμένης της Ιππολύτου; Για να δω...

Επόμενη στάση Ταύρος. Next station Tavros.

Άμα τον δω θα κάνω ότι δεν τον είδα. Άμα μου ζητήσει καφέ, θα του πω 'αχ έχω πολύ δουλειά αυτή τη στιγμή'. Όχι, άσε δεν θα μπορέσω. Θα του πω 'ναι, ένα λεπτάκι' και μετά δεν θα του τον φτιάξω και άμα μου το ξαναπεί θα του πω 'α, ναι με συγχωρείτε, μπλέχτηκα με τη δουλειά και ξεχάστηκα'. Μπράβο αυτό θα πω. Ωχ, μού'φυγε πόντος από το καλσόν. Γαμώτο πιά.

Επόμενη στάση Πετράλωνα. Next station Petralona.

Δύο μήνες κλείνουν σήμερα. Θα την θυμηθεί την επέτειό μας; Ναι, σιγά. Αυτός τα κοροϊδεύει αυτά. Θα του πάρω ένα κασκώλ και θα του γράψω καρτούλα 'να το τυλίγεις γύρω σου και να με σκέφτεσαι'. Ωραίο. Αλλά τέτοιος που είναι είναι ικανός να μου απαντήσει 'ναι, θα με σφίγγει στο λαιμό και θα σε θυμάμαι'. Το κάθαρμα. Ο ωραιοπαθής. Του την πέφτει και ο μαλάκας ο Πάνος στη δουλειά και το'χει πάρει πάνω του. Λες να πηδιούνται πίσω απ'την πλάτη μου;

Επόμενη στάση Θησείο. Next station Thissio.

My feet are killing me. Ouch. No seat. Oh God. Oh, we get off at the next station. What is it? Manastaki? Monastraki? Mo-na-sti-ra-ki. What a dreadful language... Ok, and then I have to find line 2. Stupid Richard is good for nothing. Just looks outside the window and finds everything 'fantastic' I bet he could live here forever. Stupid Richard. I just wanna get out of this hell-hole.

Eπόμενη στάση Μοναστηράκι. Next station Monastiraki. Mind the gap between the train and the platform.

Θα πάρω λίγα κολοκύθια. Λίγα κολοκύθια. Και θα πάω κι από του Μάρκου. Θα πάρω λίγα κολοκύθια και θα πάω κι από του Μάρκου. Πρώτα θα πάω από του Μάρκου να πιώ καμιά πορτοκαλάδα. Καμιά πορτοκαλάδα. Πίσω από το Μινιόν. Πίσω από το Μινιόν στου Μάρκου. Και μετά θα κατηφορίσω στην αγορά. Στην αγορά ναι. Να πάρω λίγα κολοκύθια. Αλλά πρώτα θα πάω στου Μάρκου. Να δούμε θα'ναι κι ο Διονύσης; Ωραία. Μπορεί να είναι κι ο Διονύσης. Μπα, όχι. Δεν είπε ο Μάρκος τις προάλλες ότι πάει αυτός πέθανε; Πέθανε, ναι. Πάει το παληκάρι. Πιό νέος από μένανε πρέπει να ήτανε. Πρώτα θα πάρω κολοκύθια και μετά θα πάω στο Μάρκο.

Επόμενη στάση Ομόνοια. Next station Omonoia.

Παρασκευή 20 Οκτωβρίου 2006

Πικρή καληνύχτα

Morikko to iu mono tsurai mono
Ame ga furu yado ga nai
Okakanyashikarare konyakare

Είναι δύσκολο να είσαι παραμάνα.
Όταν βρέχει, πρέπει να μένω έξω.
Η κυρά μου μου φωνάζει και το μωρό κλαίει


Στο μικρό χωριό Itsuki έχουν καταγραφεί 350 διαφορετικά νανουρίσματα. [..] Τα νανουρίσματα του Itsuki φτιάχνονταν και τραγουδιόνταν από έφηβα κορίτσια που άφηναν τις φτωχές οικογένειές τους και δούλευαν ως παραμάνες σε πλούσιες οικογένειες. Αυτά τα ναουρίσματα περιγελούν τους κακούς εργοδότες και εκφράζουν τη νοσταλγία των κοριτσιών αυτών για την πατρίδα τους, τη ζήλια τους για τα πλούσια συνομήλικα κορίτσια και άλλες δυσαρέσκειες που δεν επιτρεπόταν να εκφράσουν δημοσίως.

Erick Eiichi Masuyama, "Desire and Discontent in Japanese Lullabies" Western Folklore vol. 48, No. 2 (April 1989), 144-148.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2006

Ο Ιαγουάρος Μέσα Του - Ποιός είπε ότι αξίζει να πολεμάς;

Ο Don Basilio νόμιζε ότι είχε ησυχάσει από τις βασανιστικές παρενοχλήσεις του Don Daniele. Το μυαλό του απασχολούσαν οι οιωνοί από την εξαφανισμένη Julia που νόμιζε ότι διέκρινε δεξιά κι αριστερά -το κουρελάκι, το κομμάτι της παρτιτούρας. Επίσης τον απασχολούσε να σταματήσουν οι πολλές φωνές που άκουγε μέσα στο κεφάλι του. Τις τελευταίες μέρες είχαν κάπως ησυχάσει.

Ο Don Daniele νόμιζε ότι είχε συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι ο Don Basilio ήταν ακόμη ζωντανός, ακόμη ερωτευμένος με τη Julia και το κυριώτερο δεν είχε ακόμη αποσυρθεί εντελώς από τη διοίκηση της ποτοποιϊας Donna Julia. Τον τελευταίο καιρό έκανε ο ίδιος ό,τι ήθελε χωρίς να ενημερώνει κανέναν κι αυτό του έδινε μιά αίσθηση δύναμης που τη λάτρευε.

Κάθε φορά όμως -τελευταία όλο και συχνότερα- που ο Don Daniele λάμβανε επιστολές και παραγγελίες που απευθύνονταν προσωπικά στον Don Basilio εξοργιζόταν. Είχε προσπαθήσει τόσο πολύ να τον εξαλείψει. Έκανε ό,τι μπορούσε για να διαφημίσει το γεγονός ότι αυτός πιά, μόνον αυτός, ήταν πίσω από τη Donna Julia. Αυτός αποφάσιζε, αυτός διοικούσε. Μόνον αυτός. Ήταν άδικο που κάποιοι επέμεναν να απευθύνονται προσωπικά σ'αυτό το αδύναμο αναλώσιμο ανθρωπάριο. Ήταν άδικο γιατί είχε φροντίσει συστηματικά τον τελευταίο καιρό να διοχετεύσει την πληροφορία ότι ο Don Basilio πάει τρελλάθηκε, πώς το λένε έχασε το μυαλό του. Πάει. Δεν συμμετέχει πιά στην εταιρεία. Πάει. Αποσύρθηκε. Τώρα είναι μόνο αυτός στην κορυφή. Μόνο αυτός.

Πώς να μην χάσει την ψυχραιμία του όταν ο Don Basilio, επιδεικτικά το τέρας, του έστειλε την τελευταία επιστολή με την παραγγελία του Επισκόπου της Isla del Martirio; Ο παλιόγερος ο επίσκοπος επέμενε να αλληλογραφεί προσωπικά με τον Don Basilio κι απευθυνόταν στον τρελλό με φιλικό ύφος σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Κι ο τρελλός, έτσι απλά, τον ενημέρωσε να προωθήσει την παραγγελία. Έπρεπε πάλι κάτι να κάνει.

Ο Don Daniele δεν δέχεται πιά εντολές. Εντολές μόνον δίνει. Πέρασε η εποχή που οι γονείς του παρακαλούσαν γονατιστοί τους ισχυρούς να πάρουν τον μικρό κοντά τους. Η εποχή που παρίστανε τον ανάπηρο για να τον λυπούνται. Η εποχή που έπαιζε θέατρο προσποιούμενος τον ανυπεράσπιστο. Τα ατέλειωτα χρόνια που έκανε τον υπηρέτη, το δούλο, τον καταδότη. Τώρα είναι αφεντικό εκείνος. Είναι ισχυρός και δεν φοβάται. Μόνο μισεί. Μισεί όσους δεν καταλαβαίνουν ότι του οφείλεται σεβασμός. Σεβασμός διάολε. Για όλα τα υποτιμητικά πράγματα που χρειάστηκε να κάνει.

Ο Don Daniele κάθεται στο γραφείο του και γράφει μιά επιστολή στον Don Basilio.
Μην ξανακάνεις τίποτα χωρίς να με ρωτήσεις προηγoυμένως. Δεν σε χρειάζομαι πιά στη Donna Julia.

O Don Basilio κάθεται στο γραφείο του και διαβάζει μιά επιστολή από τον Don Daniele. Απαντά.
Δεν δέχομαι εντολές από κανέναν. Δεν χρειάζομαι πιά τη Donna Julia.
Οι φωνές πυκνώνουν πάλι στο κεφάλι του Don Basilio.


Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2006

Ένα όνομα που μένει αξέχαστο - Προβληματισμός

(Συνέχεια εκ του προηγουμένου)

Αφού πήρα που λέτε την επίμαχη φωτογραφία, έσκασα στα γέλια εν μέση οδώ και γενικά διασκέδασα με MMS γνωστούς και φίλους, προβληματίστηκα η θεά.

Ναι, ναι, προβληματίστηκα dιότι φίλοι μου, μόνο να φανταστεί μπορεί κανείς πόσο δύσκολη γίνεται η ζωή όταν κανείς φέρει ένα τέτοιο επώνυμο.

Και τότε άρχισαν τα σενάρια.

Στο σχολείο:

"Πούτσο, παιδί μου, μην ενοχλείς τον πισινό σου"

"Πούτσο, σήκω όρθιος στον πίνακα"

Στη γυμναστική:
"Τεντώσου λιγάκι καημένε Πούτσο!"

Στο ομαδικό άθλημα:
"Και ναι, κυρίες και κύριοι, ο Πούτσος σκοράρει και σώζει την ομάδα του από τον υποβιβασμό!"

Στο αεροπλάνο:

"Ο κυβερνήτης κύριος Πούτσος σας εύχεται καλό ταξίδι. Αναμένεται να φθάσουμε στην Καβάλα σε 2 περίπου ώρες"

Στο στρατό:
"Πούτσο άντε στην Καλλιόπη"

Στο πανεπιστήμιο:
"Γιατί βιάζεσαι;" "Άσε, έχω αγχωθεί. Πρέπει να παραδώσω μιά εργασία του Πούτσου σήμερα".
"Τι ώρες δέχεται ο Πούτσος;"

Στο ιατρείο:

"Κύριε Πούτσο περάστε. Θα σας δει ο γιατρός."

"Κύριε Πούτσο, πρέπει να σταματήσετε τις καταχρήσεις"

Στην τηλεόραση:
"Και τώρα το δελτίο των 8 και μισή με τον Λεωνίδα Πούτσο"
"Σε απευθείας σύνδεση από τη Βουλή ο Λεωνίδας Πούτσος. Λεωνίδα πώς είναι τα πράγματα εκεί;"
"Κύριε Πούτσο, αφήστε με να ολοκληρώσω!"
"Ο ρεπόρτερ μας Λεωνίδας Πούτσος έχυσε με την έρευνά του άπλετο φως στην υπόθεση"

Στο εστιατόριο:

"Αχ, μόνο στου Πούτσου τρώει κανείς καλά!"

Στις δημοτικές εκλογές:
"Για μιά πόλη όπως την ονειρευόμαστε, Λεωνίδας Πούτσος."

Στις εθνικές εκλογές:
Αυτόν τον καταταλαιπωρημένο τόπο μόνον ο Πούτσος μπορεί να τον σώσει! Πούτσος δαγκωτός!!"

Στον κινηματογράφο:

"Φανταστική η ερμηνεία του Πούτσου. Πάει για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου"

Μετά τη συναυλία:

"Αχ, συγκινήθηκα. Ωραία η ορχήστρα, αλλά ο Πούτσος στο πρώτο βιολί ήταν άφθαστος!"

"Τι περιμένεις χρυσή μου; Βιρτουόζος!"

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2006

Ένα όνομα που μένει αξέχαστο - Μια αληθινή ιστορία

Το ποστ αυτό εμπνέεται από την ονοματολαγνία που προάγει η σημερινή ημέρα.
Η αλήθεια όμως είναι ότι γράφεται σήμερα ειδικά για να χαμογελάσει λίγο το χειλάκι μου που το έχει τόσο ανάγκη (δεν φαντάζεστε πόσο) και ελπίζω να χαμογελάσει και το δικό σας.

Προ καιρού, αρκετού μάλιστα καιρού, κατηφορίζω την Ηροδότου, αγκαζούρα με το έτερόν μου ήμισυ. Μιλάμε, χαζεύουμε, περπατάμε στο δεξιό καθώς κατεβαίνεις πεζοδρόμιο και κάποια στιγμή, λίγο πριν τις Στροφές, περνάμε μπροστά από ένα κτίριο υπό επισκευή.

Τότε το είδα. Το ΟΝΟΜΑ. Το απίστευτο όνομα. Το αξέχαστο όνομα. Το όνομα του ανθρώπου που είχε αναλάβει το Design Construction.

Ο Λεωνίδας Πούτσος.

Έτσι απλά. Σε μιά πινακίδα του δρόμου, μάθαμε το μικρό του όνομα και την επαγγελματική του ιδιότητα.

Το όνομά του είναι Λεωνίδας και ασχολείται με το Design Construction.

Μικρή λεπτομέρεια της αληθινής αυτής ιστορίας: την ώρα που την κοιτάμε με τον καλό μου, την φωτογραφίζω με το κινητό για να σώσω τα πειστήρια εις τον αιώνα των αιώνων, εκείνη ακριβώς τη στιγμή περνάει δίπλα μας ο πολυαγαπημένος μου Γιάννης Ξανθούλης.

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2006

Ο Ιαγουάρος Μέσα Του - Η Συγγραφέας Απευθύνεται Στον Αναγνώστη

Φίλτατοί μου αναγνώστες,

θα ήθελα τη βοήθειά σας. Θα ήθελα να μου δανείσετε μια καλή ιδέα. Μια καλή ιδέα για το πώς μπορεί κανείς να διαπράξει τον τέλειο φόνο.

Ψάχνω έναν τρόπο απλό, αναίμακτο αν είναι δυνατόν, χωρίς ίχνη και όσο γίνεται περισσότερο βασανιστικό για το θύμα. Αδιανόητα βασανιστικό.

Μην το πάρετε στα αστεία. Δεν αναζητώ λύσεις του τύπου "ρίχνω μιά γλάστρα από το μπαλκόνι του τρίτου στο κεφάλι του θύματος". Δεκτές μόνον σοβαρές προτάσεις.

Μην έχετε τύψεις για τις προτάσεις που θα κάνετε. Δεν έχω σκοπό να δολοφονήσω κανέναν συνάδελφο στη δουλειά. Απλώς κάπου εδώ ο Don Basilio πρέπει να βρει έναν τρόπο να απαλλαγεί από τον βασανιστή του.

Απαντήστε στα σχόλια ή αν κρίνετε σκόπιμο στο email που δίνεται στο προφίλ μου δεξιά (πατώντας πάνω στον Burt και την Deborah).

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2006

Ποιός θα ανοίξει την πόρτα και θα μείνει;

Σκόρπιες σκέψεις.

Οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου πυκνώνουν. Αρχή σχιζοφρένειας;

Η καλή μου η νονά σήμερα μου είπε ότι είμαι πιό όμορφη και από την Αλίκη Βουγιουκλάκη! Μου το είπε σοβαρότατη κοιτώντας με στα μάτια! Υπάρχει καλύτερο κομπλιμέντο;

Νομίζω ότι έχει υποχωρήσει το καλπάζον Alzheimer μου. Πώς το λένε οι Κινέζοι; Θεέ μου μη μου δώσεις όσα μπορώ να αντέξω; Κάπως έτσι. Δεν θυμάμαι και καλά.

Το νυφικό μου γίνεται πολύ ωραίο. Γιέιιιιι.

Γιατί δεν βγήκαν ακόμη τα μανιτάρια στη Νεοφύτου Δούκα; Τέτοια εποχή πέρισυ είχαν βγει.

Οι δημοτικές εκλογές είναι μια ιλαροτραγωδία με κοινωνικές προεκτάσεις ή ένα ονειρικό ψυχόδραμα με τραγελαφικό υπόβαθρο; Αδυνατώ να πω. Οπωσδήποτε είναι ένας τρόπος να κάνει κανείς αισθητή την παρουσία του. Φωνάζοντας, ρυπαίνοντας, γαβγίζοντας, διαφημίζοντας, φωνάζοντας (το είπα;).

Πώς είναι να αγαπάει κανείς στα 72 του;

Γιατί οι άνθρωποι γράφουν στα blog κακίες που από κοντά θα δίσταζαν να πουν;

The rain in Spain stays mainly in the plain.

Ο κύριος Κωλοτούμπας μου θυμίζει πολύ τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μόνο που ο κύριος Κωλοτούμπας είναι πιό ευσυγκίνητος και χορεύει καλύτερη disco.

'Twas the night before Christmas, when all through the house

Not a creature was stirring, not even a mouse;

The stockings were hung by the chimney with care,

In hopes that St. Nicholas soon would be there;


Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2006

And God may dwell behind, but not above you


I Love You With My Life

I love you with my life -'tis so I love you;
I give you as a ring
The cycle of my days till death:
I worship with the breath
That keeps me in the world with you and spring;
And God may dwell behind, but not above you.

Michael Field

Υ.Γ. Αξίζει να βρείτε μόνοι σας τι κρύβεται πίσω από το όνομα του ποιητή ;)

Μιά παραγωγική ημέρα ή ο Ορισμός της Καψούρας

Κατόπιν εκτεταμένης τηλεφωνικής συνδιαλέξεως με καφέ, γνωστής και ως cyber coffee, αγαπημένος οικογενειακός φίλος κι εγώ καταλήξαμε στον ορισμό της Καψούρας.

Καψούρα είναι να θαυμάζεις και να κάνεις ένδοξο τον άλλο.

Να, κάπως σαν τον Αύγουστο εδώ που είχε λες μάτια μόνο για την Elisabeth του.


Τρίτη 10 Οκτωβρίου 2006

Ψηλαφίζοντας στα τυφλά

Σκοτάδι, πισσοσκόταδο,
μαύρο σκοτάδι πίσσα,
σκοτάδι είσαι σκοτεινό,
σκοτάδι κατασκότεινο,
και βράδυ βραδιασμένο.


W. De Kooning, Excavation, 1950.

Ο Ιαγουάρος Μέσα Του - Σταμάτα να γαβγίζεις

Ακούω τα βήματά σου έξω από την πόρτα. Δεν μπαίνεις μέσα, αλλά σουλατσάρεις συχνά απέξω. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Απομακρύνεσαι λίγο, ξαναπλησιάζεις.
Γρυλλίζεις ψωριάρικο ψοφίμι. Και πότε-πότε σ'ακούω που γαβγίζεις.

Δεν τολμάς να μπεις μέσα. Φοβάσαι κι εσύ ε; Κάτι είναι κι αυτό. Με είδες τρελλό και με φοβήθηκες ε; Κάτι είναι κι αυτό.

Πάλι γαβγίζεις; Σταμάτα να γαβγίζεις.

Πήρες αυτό που ήθελες και πάλι δεν είσαι ικανοποιημένος. Πήρες τη Donna Julia μέσα από τα χέρια μου. Δεν είσαι ικανοποιημένος γιατί ξέρεις ότι σε άφησα να την πάρεις.
Δεν την θέλω πιά τη Donna Julia Daniele.


Όταν ξεκίνησα πριν χρόνια στο ποτοποιείο Alcohol del Perro σαν βοηθός του γερο Benvenuto δεν περίμενα ούτε εγώ ο ίδιος την επιτυχία που θα έκανα με τη Donna Julia.

Ο γέρος βαριόταν τη ζωή του, παιδιά-σκυλιά δεν είχε, εγώ πάλι είχα όρεξη για δουλειά και δουλειά είχε μπόλικη. Δεν του είχα πει ότι είχα τελειώσει Πανεπιστήμιο, τα λεφτά είχα ανάγκη, δεν είχα σκοπό να τον εντυπωσιάσω. Κι έτσι ξεκίνησα να ξεφορτώνω και να φορτώνω καφάσια στα φορτηγά του γέρου. Φαίνεται όμως κάποιος του σφύριξε ότι ο μικρός ξέρει γράμματα, γιατί σύντομα με πήρε μέσα στο "γραφείο".
Δεν ήταν γραφείο, ήταν "γραφείο": ένα τραπέζι κουτσό, δύο καφάσια με χαρτιά και δύο ποντίκια-θαμώνες, προφανώς του ιδίου φύλου, γιατί αν ήταν εραστές θα μας είχανε φάει ζωντανούς εκεί μέσα. Ο γέρος τα φώναζε Manolo και Juan από δυό αδέλφια του που είχαν πεθάνει μικρά.

Αμέσως κατάλαβα ότι ο γέρος είχε χάσει πιά τελείως το λογαριασμό και δεν ενδιαφερόταν τι θα γινόταν η επιχείρηση. Φαίνεται είχε βαρεθεί πιά να ζει ή είχε ξεχάσει να πεθάνει. Πήρα στα χέρια μου την κατάσταση και προσπάθησα να βάλω μιά τάξη. Το πράγμα άρχισε να πηγαίνει καλύτερα. Είδαμε κέρδη, καθαριότητα, αποκτήσαμε πρόσωπο στην αγορά, φήμη. Ο γέρος πήρε το Juan και το Manolo και πήγε σπίτι του. Είχαμε συμφωνήσει να του στέλνω ένα γενναίο μηνιάτικο στο σπίτι.


Πριν φύγει, ο Benvenuto με δίδαξε το μόνο πράγμα που ήξερε: να λειτουργώ το αποστακτήριο μόνος μου. Την ημέρα που ξεκίνησε να μου δείχνει πώς δούλευε αυτό το θαυμάσιο μηχάνημα, εκείνη την ίδια μέρα, μου σφηνώθηκε στο μυαλό η ιδέα να παράξω μαζικά τη Donna Julia. Μια σπιτική συνταγή της γιαγιάς μου.

Η Donna Julia έγινε ένα από τα διασημότερα λικέρ του κόσμου. Για πολλούς το καλύτερο. Έγινε ένα από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας. Η γεύση της γιαγιάς μου ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου. Χάρη σ'αυτό γνώρισα μερικούς από τους σημαντικότερους ανθρώπους του κόσμου. Μερικοί από αυτούς έγιναν φίλοι μου.

Σκάσε πιά Don Daniele. Σταμάτα να γαβγίζεις.
Εγώ την έφτιαξα τη Donna Julia, εγώ την καταστρέφω.
Εγώ στη δίνω.
Στη χαρίζω.
Τη ρίχνω στα σκυλιά.
Σε σένα.
Το ίδιο κάνει.

Μόνο σκάσε πιά.
Σταμάτα να γαβγίζεις.