Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2006

Το Τέλος του Χρόνου

The Death of the Old Year
Alfred Lord Tennyson

Full knee-deep lies the winter snow,
And the winter winds are wearily sighing:
Toll ye the church bell sad and slow,
And tread softly and speak low,
For the old year lies a-dying.
Old year you must not die;
You came to us so readily,
You lived with us so steadily,
Old year you shall not die.

He lieth still: he doth not move:
He will not see the dawn of day.
He hath no other life above.
He gave me a friend and a true truelove
And the New-year will take 'em away.
Old year you must not go;
So long you have been with us,
Such joy as you have seen with us,
Old year, you shall not go.

He froth'd his bumpers to the brim;
A jollier year we shall not see.
But tho' his eyes are waxing dim,
And tho' his foes speak ill of him,
He was a friend to me.
Old year, you shall not die;
We did so laugh and cry with you,
I've half a mind to die with you,
Old year, if you must die.

He was full of joke and jest,
But all his merry quips are o'er.
To see him die across the waste
His son and heir doth ride post-haste,
But he'll be dead before.
Every one for his own.
The night is starry and cold, my friend,
And the New-year blithe and bold, my friend,
Comes up to take his own.

How hard he breathes! over the snow
I heard just now the crowing cock.
The shadows flicker to and fro:
The cricket chirps: the light burns low:
'Tis nearly twelve o'clock.
Shake hands, before you die.
Old year, we'll dearly rue for you:
What is it we can do for you?
Speak out before you die.

His face is growing sharp and thin.
Alack! our friend is gone,
Close up his eyes: tie up his chin:
Step from the corpse, and let him in
That standeth there alone,
And waiteth at the door.
There's a new foot on the floor, my friend,
And a new face at the door, my friend,
A new face at the door.


Ernst Barlach, Η Έβδομη Ημέρα, από τις Μεταμορφώσεις του Θεού (1920-21)

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2006

Είναι παραμονή Χριστουγέννων!

by Clement Clarke Moore

'Twas the night before Christmas, when all through the house
Not a creature was stirring, not even a mouse;
The stockings were hung by the chimney with care,
In hopes that St. Nicholas soon would be there;

The children were nestled all snug in their beds,
While visions of sugar-plums danced in their heads;
And mamma in her 'kerchief, and I in my cap,
Had just settled down for a long winter's nap,
When out on the lawn there arose such a clatter,
I sprang from the bed to see what was the matter.

Away to the window I flew like a flash,
Tore open the shutters and threw up the sash.
The moon on the breast of the new-fallen snow
Gave the lustre of mid-day to objects below,
When, what to my wondering eyes should appear,
But a miniature sleigh, and eight tiny reindeer,
With a little old driver, so lively and quick,
I knew in a moment it must be St. Nick.


More rapid than eagles his coursers they came,
And he whistled, and shouted, and called them by name;
"Now, Dasher! now, Dancer! now, Prancer and Vixen!
On, Comet! on Cupid! on, Donder and Blitzen!
To the top of the porch! to the top of the wall!
Now dash away! dash away! dash away all!"

As dry leaves that before the wild hurricane fly,
When they meet with an obstacle, mount to the sky,
So up to the house-top the coursers they flew,
With the sleigh full of toys, and St. Nicholas too.
And then, in a twinkling, I heard on the roof
The prancing and pawing of each little hoof.
As I drew in my hand, and was turning around,
Down the chimney St. Nicholas came with a bound.


He was dressed all in fur, from his head to his foot,
And his clothes were all tarnished with ashes and soot;
A bundle of toys he had flung on his back,
And he looked like a peddler just opening his pack.
His eyes -- how they twinkled! his dimples how merry!
His cheeks were like roses, his nose like a cherry!
His droll little mouth was drawn up like a bow,
And the beard of his chin was as white as the snow;
The stump of a pipe he held tight in his teeth,
And the smoke it encircled his head like a wreath;
He had a broad face and a little round belly,
That shook, when he laughed like a bowlful of jelly.
He was chubby and plump, a right jolly old elf,
And I laughed when I saw him, in spite of myself;

A wink of his eye and a twist of his head,
Soon gave me to know I had nothing to dread;
He spoke not a word, but went straight to his work,
And filled all the stockings; then turned with a jerk,
And laying his finger aside of his nose,
And giving a nod, up the chimney he rose;


He sprang to his sleigh, to his team gave a whistle,
And away they all flew like the down of a thistle.

But I heard him exclaim, ere he drove out of sight,
"Happy Christmas to all, and to all a good-night."

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2006

Ήρθαν τα Χριστούγεννα!


Δεν ξέρω τι λέτε και τι γράφετε οι γκρινιάρηδες. Δεν ξέρω τι σκέπτεστε οι σκεπτικιστές.

Εγώ ξέρω ότι από σήμερα το πρωί ήρθαν τα Χριστούγεννα.

Κι επειδή δεν αποκλείεται εντός ολίγων ωρών να αναχωρήσουμε για το χωριουδάκι μας και δεν ξέρω αν θα μπορέσω να γράψω ξανά κάτι εδώ ως τα Χριστούγεννα, ε, σας εύχομαι από καρδιάς


Υ.Γ. Σίγουρα ήρθαν: μέχρι και τον Scrooge, τον ήρωα του Dickens, είδα πρωί-πρωί στην Ομόνοια. Αμέ!

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2006

Το πικρό ποτήρι

ή Τέσσερις Σκέψεις που μου Προξενούν Απογοήτευση.
1. Εχτές συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορέσω τελικά ποτέ να πραγματοποιήσω το πιό τρελλό μου όνειρο. Να χορέψω στο μπαλέτο του Γιάννη Φλωρινιώτη.
Τι κι αν ξέρω όλα τα τραγούδια απέξω και θα μπορώ να συνοδεύω τον τραγουδιστή;
Τι κι αν ξέρω όλες τις χορογραφίες απ'την καλή κι απ'την ανάποδη;
Τι κι αν μπορώ να κάνω συγχρόνως τα δύο προηγούμενα με χαρακτηριστική άνεση;
Το μπαλέτο του Γ. Φλωρινιώτη διαθέτει πανέμορφες χορεύτριες με τέλεια κορμιά. Δεν έχει χώρο για μένα. :(
2. Μετά από στενή παρατήρηση του συγκοινωνιακού συστήματος του νομού Αττικής, διαπιστώνω ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να φτάσω στη δουλειά μου σε χρόνο κάτω από μία ώρα. Αυτό είναι το minimum.
Δεν αναφέρω βέβαια το maximum. Αυτό έχει γίνει σαν την κορυφή ενός μαγικού βουνού που όλο ψηλώνει καθώς το ανεβαίνεις. Σήμερα έκανα 2 1/2 ώρες να φτάσω στο Κολωνάκι. Θα είχα φτάσει στο Ναύπλιο χωρίς να τρέχω και πολύ.
Να διαμαρτυρηθώ στον Λιάπη;;
(Που βρίσκω κουράγιο να αστειεύομαι, ούτε εγώ το ξέρω!)
3. Οι δουλειές του σπιτιού δεν τελειώνουν ποτέ. Το άκουγα, αλλά δεν το πίστευα...
Πρόκειται για σατανικότατο φαύλο κύκλο. Ιδού ορισμένες σκέψεις μου -απόσταγμα ολίγων ημερών έγγαμου βίου:
Δεν θα έχεις ποτέ όλα τα ρούχα πλυμένα και σιδερωμένα, εκτός αν κάνεις τις δουλειές σου θεόγυμνος.
Δεν θα έχεις ποτέ το σπίτι πεντακάθαρο: θα πατήσεις πάνω στα σφουγγαρισμένα για να πας τη σφουγγαρίστρα στη θέση της, ο αέρας από το ανοικτό παράθυρο που στεγνώνει το πάτωμα συγχρόνως το λερώνει, κλπ.
Κάθε φορά που τρως και πίνεις παράγεις λερωμένα πιάτα και ποτήρια.
κλπ. κλπ.
4. Με πολύ λίγους ανθρώπους πιά μπορώ να συζητήσω χωρίς να μου πουν κάτι που θα με στενοχωρήσει. Που θα πάει αυτό;

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2006

Η γιορτή της μητέρας (μου)

Et si tu n'existais pas,
Dis-moi comment j'existerais.

Joe Dassin

Τη μητέρα μου τη λένε Ελευθερία. Σήμερα γιορτάζει. Η νονά της της έδωσε το όνομα αυτό, χωρίς να ρωτήσει τους γονείς της. Είχε τους λόγους της. Η μαμά μου γεννήθηκε το 1948 σε ένα χωριό του Θεσσαλικού κάμπου όπου είχαν αναγκαστεί να κατέβουν από το δικό τους ορεινό χωριό οι παπούδες μου με τα παιδιά τους για να γλυτώσουν από την πείνα και τα μετεμφυλιακά. Η νονά της λοιπόν, την ονόμασε Ελευθερία για γούρι. Σαν ευχή, προκειμένου κάποτε να μπορέσουν να 'ελευθερωθούν' οι άνθρωποι αυτοί από τα δεινά τους -σκεφτείτε ο Β' Παγκόσμιος πόλεμος έχει τελειώσει. Δεν προσδοκούν ελευθερία από τους κατακτητές, αλλά...

Είναι το μικρότερο παιδί της οικογένειάς της και ταυτόχρονα το μοναδικό των γονιών της μεταξύ τους. Είχαν και οι δύο παιδιά από τον πρώτο γάμο τους όταν παντρεύτηκαν δεύτερη φορά και απέκτησαν τη μαμά μου.

Δεν ήταν χαϊδεμένη, τα προβλήματα ήταν πάρα πολλά, που καιρός για χάδια. Αλλά διαπιστώνω εκ των υστέρων ότι πάντοτε σκέφτεται τους γονείς της με πολλή αγάπη, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις. Οι παπούδες μου -και οι δύο συχωρεμένοι πιά- ήταν μεν αγράμματοι, πολύ φτωχοί άνθρωποι, αλλά ήταν και οι δύο άνθρωποι εύστροφοι και ικανοί, δούλευαν με κόπο και επιμονή για να ορθοποδήσουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και, ως φαίνεται, δεν ξέχασαν να τους δείξουν, να τα πείσουν ότι τα αγαπούν.

Παρεμπιπτόντως, αν και αυτό είναι θέμα άλλης αφήγησης, σημειώστε ότι και οι δύο παπούδες μου ήταν ερωτευμένοι μεταξύ τους πριν τους πρώτους γάμους τους. Βρέθηκαν κι οι δυό παντρεμένοι με άλλους ανθρώπους, αλλά ως φαίνεται το αίσθημά τους -όπως όλα τα αληθινά αισθήματα, έτσι δεν είναι;- δεν έσβησε.
Γι'αυτό μ'αρέσει να σκέφτομαι ότι η μαμά μου είναι παιδί της αγάπης.

Η γιαγιά μου όταν έμεινε έγκυος ντρεπόταν, γιατί η ηλικία της ήταν πιά προχωρημένη και δεν ήθελε να ακούει τα σχόλια του χωριού. Είχε ξεμάθει κιόλας από μικρά παιδιά, είχε κουραστεί από πολλά και πολλά και κυρίως από τον θάνατο του πρωτότοκου στο Αντάρτικο -θάνατο που αξίζει να σημειωθεί ότι δεν ξεπέρασε, δεν ξέχασε ούτε μιά μέρα μέχρι που άφησε την τελευταία της πνοή στα 75. Προσπάθησε λοιπόν η γιαγιά με διάφορους αυτοσχέδιους τρόπους να απαλλαγεί από το μωρό -έπινε μαντζούνια, σήκωνε επίτηδες βάρη, μπας και αποβάλει. Τίποτα. Η μαμά ήταν πεισματάρα από την κοιλιά της μάνας της.

Αυτό το παιδί της αγάπης έγινε ένας ενήλικας γεμάτος αγάπη ο ίδιος. Δυστυχώς δεν έζησε τον μεγάλο έρωτα με τον μπαμπά μου, έζησε μαζί του μιά ζωή δύσκολη, συχνά σκληρή, κουραστική. Έχουν όμως μιά σχέση αγάπης μεταξύ τους σαν αυτή που κανείς νομίζω συναντά σε ζευγάρια παλαιότερων γενεών. Συντροφικότητα, συνήθεια (με την κυριολεκτική έννοια), συμπόνοια, συμπαράσταση. Όλα τα συ- τέλος πάντων. Αυτά που καθόριζαν κάποτε την συζυγική συμβίωση. Νομίζω ότι κι αν δεν έχουν μιά σχέση έρωτα, έχουν μιά σχέση αγάπης. Κι αυτό είναι κάτι. Ή μάλλον είναι πολύ.

Από αυτή τη μεγάλη αγάπη ξεδιψάσαμε εγώ και ο αδελφός μου -να δυό πολύ τυχεροί άνθρωποι. Ως παιδιά και τώρα ως ενήλικες είχαμε αγάπη απεριόριστη. Έτσι μόνο μπορώ να την χαρακτηρίσω: αγάπη τόσο μεγάλη που φαντάζει να μην έχει όρια. Αγάπη από τη μαμά μου προς εμάς και τούμπαλιν, αγάπη τεράστια μεταξύ μας. Πολύ αγάπη πλάκωσε σ'αυτό το ποστ ε;

Σήμερα που γιορτάζει η μαμά μου σκέφτομαι από το πρωί ότι είναι εκπληκτικό, θαυμάσιο που την σκεφτόμαστε έτσι, που την χαιρόμαστε έτσι, ως έναν άνθρωπο γεμάτο αγάπη. Ότι είναι εκπληκτικό επίτευγμα ζωής. Κι ελπίζω, εύχομαι και προσπαθώ να μπορέσω να γίνω αντάξιά της. Να δώσω όσο περισσότερη αγάπη μπορώ. Γιατί ξέρω καλά ότι μόνο αυτή έχει αξία.

Μαμά, σ'αγαπώ.

Et si tu n'existais pas,
Dis-moi pourquoi j'existerais.

Από το πρωί μουρμουρίζω αυτό το τραγούδι. Ο Joe Dassin είναι πολύ αγαπημένος τραγουδιστής της μαμάς μου.

Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2006

Έξι σχόλια ημέρας

Του Αγίου Σπυρίδωνος σήμερα. Μεγάλη η χάρη του. Λέγεται ότι είναι πολύ θαυματουργός. Εγώ ακόμη περιμένω...


Τι απαίσια η διακόσμηση στο Μετρό! Οι αφίσες κάποιας κυρίας (που το όνομά της μου διαφεύγει, λυπάμαι) με έμπνευση από τα παιδιά του κόσμου ή κάτι τέτοιο. Έλεος! Αξιοποιήστε τα τόσα ταλαντούχα παιδιά της Σχολής Καλών Τεχνών. Κάτι μοντέρνο και με χρώμα ρε παιδί μου.


Διαβάζω την Καλοσύνη των Ξένων του Πέτρου Τατσόπουλου.

Βιβλίο καλογραμμένο, αλλά και απίστευτα τολμηρό. Ό συγγραφέας αυτοβιογραφείται γράφοντας την ιστορία της υιοθεσίας του. Μου φάνηκε πολύ γενναίο εκ μέρους του Τατσόπουλου να χειριστεί ένα τέτοιο θέμα και δεν διαψεύστηκα. Παρά το πρόσφατο του γεγονότος και το σχετικώς νεαρόν της ηλικίας του συγγραφέα, το βιβλίο λειτουργεί ως πολύ καλή μαρτυρία εποχής και νοοτροπιών. Μ'αρέσει και ο τίτλος του πολύ.

Κι επειδή το έχω ρίξει πολύ στα βιβλία αυτού του είδους -με εξαίρεση την ποίηση, αποφεύγω το fiction τον τελευταίο καιρό- συνιστώ ένα ακόμη διαμάντι:
Μίνου Δούνια, Θα Νικήσουμε Αλλά Υπέρ την Νίκην Δόξα
Ο Δούνιας εργαζόταν στην υπηρεσία Λογοκρησίας την εποχή του Ελληνοϊταλικού πολέμου και μπόρεσε να συλλέξει μικρά σχόλια από επιστολές και δελτάρια ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά της περιόδου. Από πολύ συγκινητικό ως πολύ αστείο.


Σήμερα έλαβα στο mailbox το ακόλουθο μήνυμα. Οι επισημάνσεις δικές μου:

ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΟΠΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΕΛΕΤΕ (χωρίς να την παρακαλάτε,να την πληγώνετε ή να την πληρώνετε) (Για πες, για πες. Πόσο με ενδιαφέρειιιι)
Αγαπητέ φίλε (!!!!),
Κι όμως είναι αλήθεια ! (Είναι ε; Κι εγώ που νόμιζα ότι ήταν φήμη!)
Αν είσαι το είδος του άντρα που πραγματικά ενδιαφέρεται να απολαμβάνει την ΠΟΙΚΙΛΙΑ, ΕΠΙΛΟΓΗ και ΔΥΝΑΜΗ ΜΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ που συνήθως έχουν μόνο οι πλούσιοι,οι διάσημοι ή οι πολύ ωραίοι... (ναι, αυτό το είδος είμαι, που το βρήκες;;;) ...
ή αν απλώς ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ ΤΗ ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑ-ΔΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ των ονείρων σου... (ε, εντάξει, δεν βαριέσαι, δεν πιστεύω στα όνειρα) ...
τότε αυτό ίσως να είναι το πιο σημαντικό μήνυμα πουέλαβες ποτέ ! (δεν νομίζω. Είμαι γυναίκα βλέπεις!!!!)
κλπ. κλπ.

Είμαι πολύ υπερήφανη για τους φίλους μου!


Καιρό έχω να γράψω κάτι για τον "Ιαγουάρο". Ευτυχώς μου λείπει η έμπνευση...

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2006

Οι Γυναίκες του Πρωινού

Οι Γυναίκες του Πρωινού μοιάζουν υπνωτισμένες. Περπατούν με μάτια άδεια, σέρνοντας τα πόδια τους, κρατώντας μιά πλαστική σακούλα.

Οι Γυναίκες του Πρωινού δεν εργάζονται. Είναι νοικοκυρές. Μένουν στο σπίτι και μεγαλώνουν τα παιδιά τους, φροντίζουν το νοικοκυριό. Μαγειρεύουν, καθαρίζουν, πλένουν.

Δεν ξέρω πώς να τις πω και τις λέω έτσι. Γιατί τις είδα να εμφανίζονται όλες μαζί προχτές που έτυχε να μείνω μιά μέρα πρωί στο σπίτι. Πέρασαν έξω από το παράθυρό μου. Δεν με πρόσεξαν, αλλά εγώ τις είδα καλά.

Βγήκαν σαν συνεννοημένες από τα σπίτια τους γύρω στις 9:30, πήγαν για ψώνια και λογαριασμούς, κάποιες έσερναν κι ένα παιδάκι από πίσω. Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, ατημέλητες. Άλουστες, αχτένιστες ή με τσιμπιδάκια στα μαλλιά, φορούσαν παπούτσια και ρούχα παλιά. Ξεχειλωμένα ρούχα, ξένα, χαχόλικα. Καφέ, μαύρα ή γκρι.

Οι Γυναίκες του Πρωινού ήταν άσχημες.

Σε λίγο γύρισαν. Μπήκαν στο σπίτι τους κι έκλεισαν την πόρτα. Και μετά άκουσα τις κραυγές τους.
Άκουσα τον Αρναούτογλου να κραυγάζει, τη Μενεγάκη να τσιρίζει, το Ρέμο να προσπαθεί να τραγουδήσει στη διαπασών.
Οι Γυναίκες του Πρωινού φώναζαν με τη φωνή των άλλων.

Εκεί γύρω στο μεσημέρι, άρχισαν να επιστρέφουν τα παιδιά από το σχολείο. Αργότερα γύρισαν κι οι άντρες.

Τα βράδια τις άκουγα να στριγγλίζουν στα παιδιά τους. Να ουρλιάζουν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους. Άκουγα τα κατσαρολικά τους να βροντοκοπάνε στους νεροχύτες. Έβλεπα τις μπουγάδες τους να απλώνονται και να μαζεύονται. Δεν ήξερα ποιές είναι, αλλά τώρα τις είδα. Τις είδα το πρωί.

Δεν ξέρω τι σκέφτονται αυτές οι γυναίκες. Τι σκέφτονται όταν καθαρίζουν κρεμμύδια ας πούμε. Τι ονειρεύονται αυτά τα κορίτσια; Τι τους δίνει χαρά; Τι σκέφτονται οι άντρες τους όταν κάνουν έρωτα μαζί τους; Πώς κάνουν έρωτα μαζί τους; Τι σκέφτονται τα παιδιά τους όταν τις παρατηρούν; Τι σκέφτονται αυτές όταν κοιτάζουν το εαυτό τους στον καθρέφτη;

Δεν ξέρω.
Μάλλον καφέ, μαύρα ή γκρι.

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2006

Η Anne Bradstreet τα γράφει πιό ωραία από μένα

To My Dear and Loving Husband

If ever two were one, then surely we.
If ever man were lov’d by wife, then thee.
If ever wife was happy in a man,
Compare with me, ye women, if you can.
I prize thy love more than whole mines of gold
Or all the riches that the East doth hold.
My love is such that rivers cannot quench,
Nor ought but love from thee give recompetence.
Thy love is such I can no way repay.
The heavens reward thee manifold, I pray.
Then while we live, in love let’s so persever
That when we live no more, we may live ever.

Anne Bradstreet (1678)


Veronese, επειδή ταιριάζει.

Έχουμε Δέντρο Μεγάλο - Όβερ


Που λέτε, την Παρασκευή που μας πέρασε ο καλός μου ο αντρούλης μου πήρε ένα μεγάλο δέντρο (ΝΑ μεγάλο!) και πολλά στολίδια και μπάλες και απ'όλα κι ας έχει και την μέση του που τον πονάει.

Και τώρα είμαι μιά χαρά -σχεδόν δηλαδή διότι το καυτό θέμα του μπαλκονιού εκκρεμεί... Η μαμά μου σκέφτηκε να τρυπήσουμε με τρυπάνι τα κουφώματα και να περάσουμε καλώδιο και κάτι τέτοια, αλλά δεν ξέρω είμαι κι εγώ σκεπτική (τα λυπάμαι καινούργια κουφώματα), σηκώνει και ο αντρούλης μου το φρύδι και προβληματίζομαι.

Πρέπει στο γάμο να κάνουμε υποχωρήσεις και να βάζουμε νερό στο κρασί μας. Εγώ καμιά φορά βάζω κόκα-κόλα, άσε που πίνω πολύ σπάνια. Τέλος πάντων. Σκέφτηκα να στολίσω το μπαλκόνι με στολίδια και πράσινο κλαδί και βλέπουμε.

Σήμερα θα στολίσω το γιγαντιαίο σούπερ-δέντρο και θα πατήσω για να φτάσω στην κορυφή στο σούπερ καινούργιο τέλειο σκαμνάκι που μου πήρε ο αντρούλης μου από την ΙΚΕΑ (και το έφτιαξε μόνος του) και θα τραγουδήσω κάλαντα. Γιούχου!

Στο μεταξύ σήμερα μας πήρε 2 ώρες να φτάσουμε στις δουλειές μας! Αντί να βελτιώνεται η κατάσταση, χειροτερεύει... Συνειδητοποιούμε ότι αν ταξιδεύαμε στην αντίθετη κατεύθυνση θα είχαμε φτάσει Θήβα, μή σου πω Λαμία και θα τρώγαμε και κανένα κοψίδι. Στο Κολωνάκι κοψίδια φευ, πουθενά...

Καλημέρα μας.