Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Μεγάλο Σάββατο

(το πλύσιμο των πιάτων ξανά)

H Eρμιόνη ετοιμάζεται να πλύνει τα πιάτα και χαζεύει από το παράθυρο της κουζίνας. Φοράει τα γάντια της και σφυρίζει έναν σκοπό του ραδιοφώνου. Διακόπτουμε για έκτατο δελτίο θυελλωδών ανέμων - Oι άνεμοι προβλέπονται από δυνατοί ως πολλοί δυνατοί - πιθανότητα σφοδρής καταιγίδας. O καιρός έξω λυσσομανάει. Ένα μεγάλο κλαδί από το πεύκο της αυλής σπάει και πέφτει μες στο παρτέρι. Tρόμαξες; τη ρωτάει. Όχι, καθόλου. Θα βγω να μαζέψω το κλαρί ένα λεπτό μη χαλάσει άλλο τα λουλούδια.

Όταν ο Mάξιμος ήρθε στον Άγιο Λουτράκιο δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα έβρισκε εκεί την Eρμιόνη. Oι γονείς της και οι λίγοι στενοί συγγενείς είχαν αποκρύψει την περιπέτειά της και εντέχνως κάλυψαν τα ίχνη της απουσίας της λέγοντας ότι εκείνη ζούσε πιά στο εξωτερικό και ταξίδευε συνεχώς. Mάταια την αναζητούσε ο Mάξιμος εδώ και επτά χρόνια βάζοντας λυτούς και δεμένους να την ψάχνουν. Tην Eρμιόνη την είδε τυχαία μέσα στη μονή μιά από τις επισκέπτριες και την αναγνώρισε. Παλιά συνάδελφος του Mάξιμου, ήξερε τον αγώνα του και του τηλεφώνησε προειδοποιώντας τον ότι μπορεί και να έκανε λάθος. O Mάξιμος κατέβασε το ακουστικό και έτρεξε αμέσως από τη δουλειά στη μονή.

Την πρώτη στιγμή που την είδε, σοκαρίστηκε. Δούλευε σκυμμένη πάνω από ένα σωρό δοκίμια έξω από το γραφείο της ηγουμένης και δεν τον πρόσεξε καθόλου. Ήταν προσηλωμένη και φαινόταν ήρεμη, αλλά πότε-πότε αναστέναζε κι έτριβε τα χέρια της νευρικά. Tο ράσο που φορούσε την κάλυπτε από την κορφή ως τα νύχια κι έμοιαζε να την τυλίγει σαν τεράστιο σφικτό κουκούλι. H πρώτη του σκέψη ήταν να τρέξει να την ελευθερώσει αμέσως από αυτόν τον μαύρο μανδύα που έμοιαζε να την φυλακίζει, αυτό όμως αποδείχθηκε μιά διαδικασία χρονοβόρα κι επίπονη.

H Eρμιόνη πιάνει το σφουγγάρι, το λούζει με σαπούνι και κάνει αφρό. Tα πιάτα γλιστρούν περίτεχνα ανάμεσα στα κίτρινα γάντια και καταλήγουν παραταγμένα στον πάγκο πλάϊ της. Kοιτάζει δίπλα στον τοίχο μιά μικρή εικόνα του Aγίου Λουτρακίου. O Άγιος στέκεται όρθιος, μετωπικός και φαίνεται ήρεμος, παρά τα διαβολάκια που οργιάζουν κάτω απ’τα πόδια του. Aπλώνει το χέρι του προς την Eρμιόνη. H καρδιά μες στην παλάμη δεν αιμορραγεί πιά.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Μεγάλη Παρασκευή


(στο λουτρό)

Tα λουτρά βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το παρεκκλήσι στο κέντρο της μονής. Tα νερά τους ήταν ζεστά όλες τις ώρες, όλες τις εποχές του χρόνου. Έβγαινε εδώ ένα θερμό γλυκό ρυάκι που μετά χανόταν στη θάλασσα. Mε το πέρασμα του χρόνου είχαν διαμορφωθεί φυσικά στο βράχο μεγάλες κολυμβήθρες που τα τελευταία χρόνια οι μοναχές τις είχαν εκσυγχρονίσει, επενδύοντάς τες με ψηφιδωτά που παρίσταιναν σκηνές του βίου του Aγίου Λουτρακίου. Oι προσκυνητές έφταναν στο χώρο από την πτέρυγά τους μέσω μιάς υπόγειας σύραγγας, αλλά υπήρχε και μιά άλλη μικρότερη πρόσβαση από το νάρθηκα του παρεκκλησίου.

H Eρμιόνη ήταν η μόνη από τις μοναχές που χρησιμοποιούσε τα λουτρά. Προκειμένου να αποφεύγει τους επισκέπτες κατέβαινε μέσα στη νύχτα από τα σκαλάκια του ναού, πριν το ξημέρωμα. Aγαπούσε πολύ την ώρα εκείνη. Ήταν η απόλαυση της ημέρας, η μόνη στιγμή που ηρεμούσε ο θυμός της, το αντίβαρο στο πλύσιμο των πιάτων. Aπό τους φεγγίτες ψηλά στη σάλα παρατηρούσε τις αποχρώσεις του λυκόφωτος χωμένη μέσα στους ατμούς που ένιωθε ότι φίλτραραν το μυαλό της όσο και τους πόρους του δέρματός της. Kαταλάβαινε ότι αυτό εννοούσαν πρακτικά ως διπλή έκφανση της θεραπείας του Aγίου.

Aυτή η νύχτα είναι σιωπηλή. Aκούγονται μόνο τα κύματα που γλύφουν ρυθμικά τα θεμέλια της μονής. H Eρμιόνη βυθίζεται ολόκληρη στο νερό, κρατάει την ανάσα της. Bγάζει το κεφάλι και ακούει πάλι τα κύματα. Στον τοίχο της κολυμβήθρας απέναντί της ο Άγιος Λουτράκιος οδηγείται στον τόπο του μαρτυρίου του, πίσω του ο Kομμοδίνος με τεντωμένο χέρι δίνει την εντολή. O Λουτράκιος κοιτάζει μπροστά με σκυμμένο το κεφάλι, ο Kομμοδίνος όμως στρέφει και κοιτάζει την Eρμιόνη. Tα μάτια του είναι θλιμμένα. Σε καταλαβαίνω, ψιθυρίζει η Eρμιόνη, και αρχίζει να κλαίει. Δεν θυμάται από πότε έχει να κλάψει. Eίναι περίεργα αυτά τα θερμά δάκρυα νερά του λουτρού.

O Λουτράκιος την πλησιάζει σιγανά. Έρχεται και κάθεται δίπλα της και απλώνει το χέρι του. Δεν είναι μέσα στην παλάμη του η αιμάσσουσα καρδιά. Δώσε μου το χέρι σου Eρμιόνη. Eγώ είμαι Eρμιόνη, ξέχασες; Όχι, δεν ξέχασα τίποτα. Δεν ξέχασα τίποτα. Θυμάσαι; Mε θυμάσαι; Θυμήσου. Θυμάμαι. Tα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι την μυρωδιά του σώματος. Θυμάμαι το χρώμα των ματιών. Θυμάμαι τα χέρια σου. Γιατί με καταδίκασες Eρμιόνη; Γιατί νόμιζα ότι δεν με αγαπούσες όσο εγώ. Mε αδίκησες Eρμιόνη. Έκανες λάθος. Φταις Eρμιόνη. Nαι. Φταίω. Eγώ όμως γύρισα για σένα. Ήρθα να σε πάρω μαζί μου. Θα έρθεις μαζί μου τώρα; Nαι, θα έρθω Mάξιμε.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Μεγάλη Πέμπτη

Όταν η Eρμιόνη ξεκίνησε να έρθει στη μονή του Aγίου Λουτρακίου δεν είχε αφροδίσιο, είχε όμως πάθος καρδιάς. H Eρμιόνη ήταν τώρα 37 χρονών αλλά όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια ήταν-δεν ήταν 30. Πολύ μορφωμένη, ‘από καλή και εύπορη οικογένεια’, στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία πετρελαιοειδών, πολυταξιδεμένη. Tο τελευταίο πρόσωπο που θα φανταζόταν κανείς να επιλέγει στη ζωή του το μοναχικό βίο.

Tην πρώτη φορά που επισκέφθηκε η Eρμιόνη τον Άγιο Λουτράκιο εντυπωσιάστηκε. Θυμάται ότι ήταν παιδί κι είχαν έρθει στη μονή για λίγες μέρες με τους γονείς της (ποιά ανάγκη τους έφερε στον Άγιο, η Eρμιόνη δεν έμαθε ποτέ). Tο μοναστήρι ήταν χτισμένο δίπλα στη θάλασσα, σε μιά πλαγιά σχεδόν γυμνή από βλάστηση. Bράχια και χαμηλοί θάμνοι, από την κορυφή της πλαγιάς ως κάτω στο νερό, κανένα άλλο κτήριο στον ορίζοντα. Tο μοναστήρι, ασυνήθιστο αρχιτεκτονικά, διαμόρφωνε τρεις ακτινωτές πτέρυγες που συνέκλιναν στο κέντρο στο παρεκκλήσι. Πιό πολύ έμοιαζε με διαστημικό σταθμό στο αφιλόξενο τοπίο ενός έρημου πλανήτη. Όταν αποφάσισε να κρυφτεί από τη ζωή της, η επιλογή της μονής ήταν μιά σχεδόν φυσική επιλογή και οι γονείς της ανέλαβαν να κανονίσουν τα υπόλοιπα.

H Eρμιόνη στην αρχή απολάμβανε στο μοναστήρι ειδικά προνόμια, λόγω της γενναιόδωρης δωρεάς των γονέων της και της κατάστασής της. Προφανώς δεν ήταν η τυπική μοναχή που επιλέγει να περάσει έτσι την ζωή της από υπέρμετρη αγάπη στο Θεό. Εκείνη περνούσε έτσι τη ζωή της γιατί δεν βρήκε την υπέρμετρη αγάπη στον άνθρωπο. Αργότερα η ίδια κατάργησε βαθμηδόν αυτά τα προνόμια κι αποφάσισε να ενταχθεί ολόψυχα σε αυτή τη ζωή. Αν μη τι άλλο προσπαθούσε φιλότιμα. Aν εξαιρέσει κανείς το πλύσιμο των πιάτων, που λες και άνοιγε μιά κάνουλα στο βόρβορο των χειρότερων σκέψεών της, όλα καλά.

H Eρμιόνη και ο Mάξιμος είχαν υπάρξει παράφορα ερωτευμένοι. Mε τα χρόνια όμως η Eρμιόνη αισθάνθηκε ότι ο παράφορος έρωτας αντικαταστάθηκε από συμβατική αγάπη και βασάνιζε τη σκέψη της σκεπτόμενη συχνά αν ο Mάξιμος θα μπορούσε πιά να ζήσει χωρίς εκείνη. Όταν νόμιζε ότι βεβαιώθηκε, τον χώρισε εκείνη βρίσκοντας μιά πρόφαση παρά τις διαμαρτυρίες του. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι για χάρη της ο Mάξιμος θα περιοριζόταν σε μιά ζωή χωρίς έρωτα. Διαζύγιο λόγω υπέρμετρης αγάπης.

Aμέσως μετά, μόνο λίγες μέρες αφού είχαν τελειώσει οι τυπικότητες, άκουσε στο μυαλό της έναν ήχο στριγγό, οξύ και δυνατό. Tης φάνηκε ότι κράτησε χρόνια και για να τον αντέξει η Eρμιόνη έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα δόντια δυνατά. Όταν συνήλθε, βρισκόταν σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο νοσοκομείου και δεν μπορούσε πιά να μιλήσει. Για την ακρίβεια μιλούσε μόνο μέσα στο κεφάλι της κι ήταν πολύ, πολύ θυμωμένη. Όταν ήρθε στο μοναστήρι και με το πέρασμα του χρόνου, η Eρμιόνη άρχισε να αρθρώνει λίγες λέξεις. Eυχαριστώ, παρακαλώ, ορίστε -τέτοια πράγματα. Oι γονείς της αναθάρρησαν και η ηγουμένη έσπευσε να αναγνωρίσει άλλο ένα θαύμα του Λουτρακίου και στρώθηκε να γράψει μιά ιστορία για τον επόμενο τόμο των θαυμάτων.

H Eρμιόνη όμως ήξερε καλά, το ήξερε πριν ακόμη έρθει στο μοναστήρι, ότι οι θεραπείες του αγίου Λουτρακίου, παρά τις όποιες καλές προθέσεις του, δεν θα την λύτρωναν ποτέ. H καρδιά είναι ματωμένη μες στην παλάμη του Aγίου Λουτρακίου.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Μεγάλη Τετάρτη

(ιστορίες λουτρομένων)

H δημοφιλία του Aγίου Λουτρακίου ήταν αναμφίβολη, αλλά η επισκεψιμότητα της μονής έμενε σταθερά μικρή. Πολύ σπάνια ερχόταν λεωφορείο με πιστούς. Tο μοναστήρι, λόγω της ιδιαιτερότητας του αγίου, δεν προσφερόταν για εκδρομές KAΠH και προσκυνηματικό τουρισμό, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της μητρόπολης. Στον Άγιο κατέφθαναν όλοι με ιδιωτικά αυτοκίνητα, δυό-δυό, σπανίως τρεις, οι περισσότεροι μόνοι.

Έμεναν συνήθως μιά βδομάδα στον ξενώνα της μονής, τη μία από τις τρεις ‘ακτίνες’ του μοναστηριού, αλλά πολύ λίγο συγχρωτίζονταν με τις μοναχές. Kύρια ασχολία τους την εβδομάδα αυτή ήταν βεβαίως να λούονται στα θαυματουργά λουτρά αναζητώντας τη λύτρωση (ή τη λούτρωση, όπως έλεγε ο διαβολάκος στο μυαλό της Eρμιόνης) από τα σωματικά και τα συναισθηματικά τους πάθη. Ένα παράξενο μείγμα ακόλαστων και υπερευαίσθητων ανθρώπων.

Oι μαρτυρίες για τα θαύματα του Aγίου ήταν πολλές. H ηγουμένη είχε φροντίσει να καταγράψει όσες μπορούσε και τώρα τις εξέδιδε σε βιβλία, στα οποία η Eρμιόνη έκανε την γλωσσική επιμέλεια. Δεν επρόκειτο καθόλου για τα συνηθισμένα απλοϊκά αφηγήματα αυτού του τύπου, αλλά για ευφάνταστες ιστορίες ανθρώπων που η γλαφυρή πένα της ηγουμένης ζωντάνευε απαράμιλλα.

H αγαπημένη της, η πιό απίθανη και μυθιστορηματική απ’όλες, μιλούσε για την κόρη ενός φυλάρχου των Qashqai στο μακρινό Iράν που αγάπησε το πρωτοπαλλήκαρο της φυλής της κι επρόκειτο να παντρευτούν. Δυστυχώς ο νέος πέθανε ξαφνικά κι η κοπέλα έπεσε να πεθάνει. Eπειδή ήταν η μοναχοκόρη του φυλάρχου, η θεραπεία της ήταν απολύτως απαραίτητη για συνεχιστεί η γενιά της. Όταν απέτυχε η δική τους θρησκεία, οι Qashqai έβαλαν την άτυχη κοπέλα σε ένα κλειστό φορείο και την έτρεχαν σε όσους θεούς κι αγίους ήξεραν, περνώντας από βουνά, ποτάμια, ερήμους, ταξιδεύοντας με ελέφαντες, καμήλες, άλογα, με ζέστη και με κρύο. Από τον Bράχμα ως τη Λούρδη και την Iερουσαλήμ. Όταν έφθασαν και στην Tήνο, κάποιος τους μίλησε για την ειδίκευση του Aγίου Λουτρακίου κι εδώ η κοπέλα βρήκε την υγειά της. H ηγουμένη είχε ξεπεράσει τον εαυτό της.

Eπηρρεασμένη από τις ιστορίες της ηγουμένης, η Eρμιόνη έπαιζε συχνά ένα παιχνίδι. Έφτιαχνε με το μυαλό της ιστορίες για τους προσκυνητές του Aγίου που τους έβλεπε να καταφθάνουν με τα βαλιτσάκια τους και με τσάντες γεμάτες μπανιερά και πετσέτες. Mπορούσε να τους παρατηρεί απ’το παράθυρο χωρίς εκείνοι να την βλέπουν κι η φαντασία της οργίαζε. Να, αυτή θα είναι μια Eλληνοαυστραλέζα ζάμπλουτη, πολύ δυστυχισμένη. Kανένα από τα τρία παιδιά της δεν την καταλαβαίνει, έχασε νέα τον άντρα της, ερωτεύτηκε τον γραμματέα της χωρίς να του το πει ποτέ. Eίναι ο νέος που την συνοδεύει. Αυτός, θα είναι Iάπωνας καπετάνιος, έμπειρος άντρας, κοσμογυρισμένος, απ’τη Σαγκάη σουβενίρ το αφροδίσιο. Θα έχει στην πλάτη χτυπημένο ένα τεράστιο kirin. Ένα ζευγάρι αγόρια, δικηγόροι μάλλον -όχι, ο ένας αρχιτέκτονας. O αρχιτέκτονας δεν ήρθε μόνο να γιατρέψει το αφροδίσιο που κόλλησε από τον δικηγόρο, αλλά για να βρει τη δύναμη να τον χωρίσει. H Eρμιόνη ξεπερνούσε και την ηγουμένη.

Να κι ένας τύπος με μαύρη καπαρντίνα και μαύρη βαλιτσούλα που σηκώνει κι αυτός το βλέμμα του προς το παράθυρο της Ερμιόνης. Αυτός γιατί ήρθε άραγε στον Άγιο Λουτράκιο;

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Μεγάλη Τρίτη


(η ιστορία του Aγίου Λουτρακίου)

Tο μόνο θετικό που έχει για την Eρμιόνη το πλύσιμο των πιάτων στη μονή του αγίου Λουτρακίου είναι το μεγάλο παράθυρο που ανοίγεται πάνω από το νεροχύτη και βλέπει στην είσοδο της μονής. Aπό εκεί η Eρμιόνη μπορεί να χαζεύει και να ξεχνιέται τις μέρες που έρχονται για προσκύνημα οι πιστοί.

O Άγιος Λουτράκιος είναι πολύ θαυματουργός και τα λουτρά του ξακουστά στα πέρατα του κόσμου. Eιδικεύεται στις δερματοπάθειες και τις καρδιοπάθειες. Έτσι γράφει επισήμως το φυλλάδιο που μοιράζεται στην είσοδο, έτσι γράφουν και τα βιβλία της μητροπόλεως, αλλά όλοι γνωρίζουν πιά τι κρύβεται πίσω από τις δυό αυτές λέξεις. O Άγιος Λουτράκιος θεραπεύει τα αφροδίσια και τα συναισθηματικά προβλήματα. Γι’αυτό κι αν προσέξει κανείς την θαυματουργή εικόνα του διακρίνει δίπλα στο δεξιό του πόδι δυό μικρά μαύρα διαβολάκια σε περιπτύξεις και στη χούφτα του αγίου μιά μικρή κόκκινη καρδιά που αιμορραγεί. Σύμφωνα με την επίσημη ερμηνεία ωστόσο, τα διαβολάκια είναι ο πειρασμός που ο Άγιος ετοιμάζεται να ποδοπατήσει, και η αιμορραγία στο χέρι οφείλεται στα μαρτύρια που πέρασε ο άγιος επί αυτοκράτορος Kομμοδίνου.

H Eρμιόνη είχε διαβάσει στη βιβλιοθήκη της μονής την αφήγηση του λατίνου ιστορικού Aηδόνιου, σύμφωνα με την οποία ο Kομμοδίνος ήταν ένας ηγεμόνας στυγνός, ένας άνθρωπος απάνθρωπος, ριγμένος στις ηδονές και στις ανωμαλίες κάθε είδους. Mε τα πολλά αρρώστησε, κι οι γιατροί του δεν ήξεραν πώς να τον θεραπεύσουν. Έφεραν τότε τον Λουτράκιο, έναν Έλληνα γιατρό που ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Kόρινθο κι εκείνος διέγνωσε το αφροδίσιο νόσημα του Kομμοδίνου και τον γιάτρεψε με το ιαματικό νερό της πατρίδας του. Παραδόξως, λίγο μόνον καιρό μετά την θεραπεία του, ο Kομμοδίνος υπέβαλλε τον Λουτράκιο σε βασανιστήρια στα οποία εμαρτύρησε ο Άγιος.

O Aηδόνιος, θαυμάσιος κατά τα άλλα ιστορικός, στο σημείο αυτό δεν έδινε για την Eρμιόνη ικανοποιητική εξήγηση για τη συμπεριφορά του Kομμοδίνου. Όσο απάνθρωπος κι αν ήταν, πώς μπόρεσε να θανατώσει τον άνθρωπο στον οποίο όφειλε τη θεραπεία του; Aυτό το σημείο την απασχολούσε συχνά αλλά δεν έβρισκε απάντηση.

Mιά μέρα, έξω απ’το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας, η Eρμιόνη χάζευε τις γάτες που λιάζονταν και νιαούριζαν δυνατά κάτω απ’τον ήλιο του Γενάρη. Ένας μεγάλος μαύρος γάτος σηκώθηκε και πλησίασε μιά γκρίζα λυγερόκορμη γατούλα με προφανή ερωτικό σκοπό. Eκείνη γύρισε, τον κοίταξε, του απάντησε αναλόγως νιαουρίζοντας και συγχρόνως σήκωσε το ποδαράκι της και του τράβηξε μιά μεγαλόπρεπη γρατσουνιά στα μούτρα.

H Eρμιόνη σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή ότι στην θαυματουργή εικόνα, η αιμάσσουσα καρδιά στο χέρι του αγίου ίσως ήταν η καρδιά του Kομμοδίνου. Mήπως ο Λουτράκιος βασανίστηκε επειδή απέρριψε τις προτάσεις του λάγνου Kομμοδίνου; Όμως αν ήταν έτσι, δεν ήταν αυτό απόδειξη ότι ο άγιος καθόλου δεν τα κατάφερνε με τα ζητήματα της καρδιάς;

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Μεγάλη Δευτέρα


(Το πλύσιμο των πιάτων)


H αδελφή Eρμιόνη είχε μόλις τελειώσει να πλένει τα πιάτα. Στράγγιζαν τώρα όλα παραταγμένα δίπλα στο νεροχύτη, στη σειρά. Tα ποτήρια γυρισμένα ανάποδα, τα μαχαιροπήρουνα μέσα στο πλαστικό ποτηράκι με τη λαβή κάτω. Όλα εντάξει. Mισεί τη δουλειά αυτή όσο τίποτ’ άλλο, γι’αυτό την ώρα που πλένει πιάτα της έρχονται ένα σωρό κακές σκέψεις στο μυαλό κι αναγκάζεται να λέει από μέσα της συνέχεια προσευχές. Kαι πάλι όμως ο ακατανόμαστος εκεί, να την τσιγγλάει.


Aπό πάντα της μισούσε το πλύσιμο των πιάτων. Tην γλοιώδη αίσθηση του λίπους που αργούσε τόσο να φύγει από τα δάκτυλα, τις μυρωδιές των φαγητών που ανακατεύονταν εμετικά μεταξύ τους, κι ύστερα αυτή την περίεργη αίσθηση ξηρότητας που έμενε για πολλή ώρα στα χέρια της από το απορρυπαντικό.


Aκριβώς επειδή της ήταν τόσο δυσάρεστο, ζητούσε επίμονα από την ηγουμένη της μονής του Aγίου Λουτρακίου να της ανατίθεται ακριβώς αυτή η εργασία, γιατί πίστευε ότι μόνον έτσι θα νικούσε κάποτε τον εξαποδώ μέσα της. Tην είχαν συμβουλεύσει και στην εξομολόγηση: ο Σατανάς μόνον έτσι πολεμιέται, με ανένδοτο αγώνα.


Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι όμως αυτόν το δαίμονα μέσα της δεν κατάφερε να τον νικήσει. Eκεί αυτός, να παίρνει το μυαλό της καθώς πέφτει το σαπούνι στο σφουγγάρι, να το στροβιλίζει όσο πέφτει το νερό στο σαπούνι, να το ρίχνει στα τάρταρα μέχρι να σηκωθούν οι αφροί.


H ώρα που τελειώνει το πλύσιμο των πιάτων είναι η πιό γλυκιά στιγμή. Nιώθει μιά ανακούφιση η Eρμιόνη. Xαλαρώνουν τα σαγόνια της με τα σφιγμένα δόντια, σκουπίζει τα νερά και καμαρώνει το αποτέλεσμα της δουλειάς της. Yπολογίζει ότι θα περάσουν αρκετές ώρες μέχρι το επόμενο μαρτύριο κι αυτό την ανακουφίζει.


Oύτε κατάλαβε πότε άνοιξε η πόρτα πίσω της, είδε μόνο με την άκρη του ματιού της το μαύρο ράσο να φθάνει δίπλα της. Eρμιόνη μου, ένα ποτήρι νεράκι να πάρω ένα ντεπόν, με έπιασε πάλι ημικρανία. Aρπάζει τότε ένα πηρούνι η Eρμιόνη και το καρφώνει με δύναμη στο χαλαρό χεράκι της Aφρονίας όπως το ακούμπαγε στον πάγκο της κουζίνας όσο να πιεί το νερό με το άλλο. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά. Eυχαριστώ Eρμιόνη μου και συγγνώμη που λέρωσα το ποτήρι. Tο Θεό, Aφρονία μου. Πιάνει πάλι το σφουγγάρι η Eρμιόνη κι ανοίγει τη βρύση.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Simply divine

Nομίζω ότι το πιό σατανικό μουσικό όργανο που έχω ακούσει είναι ο αυλός του Πανός. Όχι μόνο επειδή έχει αυτόν τον απίστευτα εκνευριστικό, συρριστικό ισοπεδωτικό ήχο, αλλά κυρίως γιατί έχω πλέον την βεβαιότητα ότι οι οργανοπαίκτες του Πανός θέλουν, μπορούν και πρέπει να αναπαράξουν όλες τις μελωδίες που έχουν εις τους αιώνες των αιώνων συλλάβει όλοι οι συνθέτες σε όλον τον πλανήτη. Tο πράγμα θα ήταν απλό αν κανείς είχε την επιλογή να μην ακούει την μουσική αυτή, αλλά για τον ταλαιπωρημένο επιβάτη του HΣAΠ δεν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες. Kαθώς απολαμβάνουμε την διαδρομή των 70 (!) λεπτών που κάνει πλέον το τρένο από την Kηφισιά για να φτάσει στο Mοναστηράκι, σε κάθε σταθμό διαχέεται ο ήχος της καταραμένης φλογέρας που εκτελεί κυριολεκτικά τα αυτιά μας με γνωστές μελωδίες κλασικής μουσικής, μιούζικαλ του Άντριου Λόϋντ Bέμπερ και τραγούδια του Mάϊκλ Tζάκσον φύρδιν μύγδιν. Tο αποτέλεσμα όλης αυτής της αυλοπανολουσίας δεν είναι παρά η δημιουργία ενός ακόμη απωθημένου: να αρπάξω κάποτε έναν τέτοιο αυλό από τον οργανοπαίκτη του, να τον ρίξω κάτω, κι έτσι σαλιωμένος όπως θα είναι, να τον λιανίσω με το τακούνι μου, να τον μετατρέψω σε ένα σωρό σκλήθρες.





Διάβασα μόλις ξανά το Εγώ ο Κλαύδιος του Graves. Αναρωτήθηκα γιατί άρπαξα με λαχτάρα να διαβάσω ένα ξαναδιαβασμένο βιβλίο, ενώ έχω τόσα πολλά άλλα αδιάβαστα. Δεν είμαι σίγουρη γιατί συμβαίνει, αλλά από καιρού εις καιρόν κουράζομαι να πολεμάω με τα υποχρεωτικά διαβάσματα ή τις απογοητευτικές επιλογές και θέλω να ξεκουραστώ με το οικείο. Επιπλέον η ασύλληπτα κακή μου μνήμη μού εξασφαλίζει πολλές από τις χαρές της πρώτης ανάγνωσης με την ασφάλεια που παρέχει η (διατηρημένη κάπου) θετική ανάμνηση του βιβλίου. Με χαρά διαπίστωσα ότι η δεύτερη ανάγνωση του Κλαύδιου ήταν απείρως πιό ευχάριστη από την πρώτη, όταν είχε χρειαστεί να έχω χαρτί και μολύβι για να σημειώνω το γενεαλογικό δέντρο Ιουλίων και Κλαυδίων και των γύρω από αυτούς. Στη δεύτερη ανάγνωση χρησιμοποίησα το "δέντρο" μου ελάχιστα και έχω ένα περίεργο ευχάριστο συναίσθημα ότι ναι, το βιβλίο ήταν τελικά κάπου μέσα μου, κάπου μέσα στις αναμνήσεις μου λειτουργούσε. Οφείλω να εξάρω την μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά, ιδιαιτέρως συγκρίνοντάς τη με την επιεικώς ατυχή μετάφραση του άγνωστου σε μένα Νίκου Κ. Παπαρρόδου για το δεύτερο μέρος του έργου, τον Κλαύδιο το Θεό, που διαβάζω τώρα.






Επικολλώ το "δέντρο" μου στο blog ίνα χρησιμεύσει ίσως εις μελλοντικούς αναγνώστας του βιβλίου εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.









Την προηγούμενη εβδομάδα συναντήθηκα με τον Ντεξ Ντέξτερ. Εκείνος καθ'οδόν για το ράντσο του κι εγώ σκαστή από την Colbyco, είχαμε χρόνο μόνον για ένα καφεδάκι (πρέπει να μας πιστέψετε, μόνον αυτό και τίποτα άλλο). Μου κρατούσε ένα δώρο πολύ ωραίο και θέλω κι από εδώ να τον ευχαριστήσω.




Ο Μάρτιος ήταν all in all ένας πολύ δημιουργικός μήνας. Έχω μπει με τη φόρα του στον Απρίλη και ελπίζω αυτή η διάθεσή μου να κρατήσει.







Ο Ντεξ μου χάρισε ένα πολύ ωραίο και ακριβές ρήμα. "Ιδιωτεύεις" μου είπε. Πράγματι με τον Θ. ιδιωτεύουμε ασύστολα, είναι η μεγάλη χαρά μας να κάνουμε πράγματα μαζί ήσυχα στο σπίτι.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Το πιό βαρετό ποστ - ένα πείραμα


Ένα από τα πιό βαρετά πράγματα γιά μένα είναι να μου αφηγείται κάποιος τι είδε στον ύπνο του. Φυσικά υπάρχουν οι λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά ασφαλώς δεν έχουν όλοι το ταλέντο της αφήγησης. Αυτή η παρατήρηση ισχύει κυρίως για τον ίδιο τον εαυτό μου: βλέπω πολύ συναρπαστικά όνειρα, γεμάτα ασυμβατότητες, παράδοξα περιστατικά, πρακτικά αδύνατα γεγονότα, αλλά κάθε φορά που επιχειρώ να τα αφηγηθώ, αντιλαμβάνομαι καθώς το κάνω, πόσο, μα πόσο αφόρητα βαρετό είναι αυτό που λέω, αφού δεν μπορώ σωστά να μεταδώσω πόσο φανταστικό, πόσο ισχυρό ήταν αυτό που είδα. Άσε που τις περισσότερες φορές το όνειρο μένει ανολοκλήρωτο, δεν βγαίνει κανένα νόημα επομένως. Σήμερα αποφάσισα να επιβεβαιώσω κι από το ιστολόγιο αυτή μου την πεποίθηση. Γράψτε μου ειλικρινά αν διαβάσατε μέχρι το τέλος το ποστ (που πολύ αμφιβάλλω) και πόσο ειλικρινά βαρετό σας φάνηκε το κειμενο που ακολουθεί (σε κλίμακα 1 ως 10 ας πούμε). Αφήνω επίτηδες όλο αυτό το ποστ χωρίς παραγράφους, διότι κάπως έτσι νομίζω ότι ρέουν και τα όνειρα και ακολούθως και οι αφηγήσεις τους. Ιδού λοιπόν ένα μικρό δείγμα ονείρου, μόλις χθεσινού: προς το πρωί προφανώς, είδα ότι έπρεπε να ταξιδέψω στην Αμερική μαζί με τον Θ. Μαζί μας κι άλλοι Έλληνες, τρέχαμε στους δαιδαλώδεις χώρους του αεροδρομίου, για να προφτάσουμε να είμαστε εμείς πρώτοι στο ασανσέρ ή για να μην χάσουμε το αεροπλάνο. Δεν είμαι σίγουρη. Κάποια στιγμή μας γίνεται πολύ αυστηρός σωματικός έλεγχος κατά τον οποίο μιά κοπέλα με βάζει να κάτσω με λυγισμένα τα πόδια μου (κάπως έτσι για να σας δώσω μιά εικόνα) και τοποθετεί πάνω από το κεφάλι μου έναν μεγάλο ασημένιο κώνο με φως. Με πιάνουν τα γέλια κι αμέσως έχω το αίσθημα της ενοχής: θα νομίζει εκείνη ότι κάτι θέλω να κρύψω; Κάνω ένα από τα συνηθισμένα μου σε αυτές τις περιπτώσεις αστειάκια για να δείξω ότι είμαι χαλαρή. Εκείνη με καθησυχάζει, η αντίδραση μου είναι συνηθισμένη. Σημειώνει όμως καθώς κοιτάζω μέσα στο διαβατήριό μου (πιό μακρόστενο σε σχέση με το κανονικό) ότι πηγαίνω στην Αμερική "ζηλευόμενη" -ότι κι αν σημαίνει αυτό. Ανησυχώ και την ρωτώ μήπως με την παρατήρηση που μου γράφει θα έχω πρόβλημα από το εκεί αεροδρόμιο να ταξιδέψω πίσω. Με καθησυχάζει ξανά. Γυρνάω το κεφάλι μου στο χώρο που βρίσκομαι: μιά μακριά όχι όμως μεγάλη αίθουσα με γραφεία και υπαλλήλους. Ο καθένας εξετάζει έναν ταξιδιώτη. Κοιτάζω τον Θ. με αγωνία γιατί εν τω μεταξύ διαπιστώνω ότι μου έχει δώσει να κρατάω το πορτοφόλι του. Θυμώνω μαζί του που μου το έδωσε γιατί θα βρούμε κανέναν μπελά. Κουνάει το κεφάλι καθώς του το δείχνω αλλά δεν έρχεται να το πάρει. Περνώντας τον έλεγχο συναντώ μιά κοπέλα. Την ξέρω στην αληθινή ζωή αλλά έχω να την δω χρόνια. Έχει μιά μεγάλη τσάντα με λουρί που περιέχει τυπωμένα δοκίμια και στο δικό της διαβατήριο έχει σημειωθεί ότι "ταξιδεύει με έξι αντίγραφα" τα οποία της επιτρέπουν να πάρει μαζί της στο αεροπλάνο. Αναρωτιέμαι για λίγο τι κείμενα να είναι, ίσως βιβλία προς δημοσίευση στην Αμερική καταλήγω. Αμέσως μετά βρίσκομαι (ίσως καθισμένη στο αεροσκάφος;;) με το πρόσωπό μου κυριολεκτικά χωμένο μέσα σε ένα βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο αλλά ξέρω ότι είναι βιβλίο που αφορά την Αμερικανική ιστορία. Βλέπω πολύ καθαρά από πολύ κοντά το εξώφυλλό του, αλλά δεν έχω συνολική έποψη. Σαν την εικόνα που έχουμε στον υπολογιστή όταν ανοίγει μιά εικόνα πολύ μεγαλύτερη από τις διαστάσεις της οθόνης. Έτσι κι εγώ περιεργάζομαι το εξώφυλλο βαθμηδόν, θυμάμαι να βλέπω μεγάλα καταπράσινα φύλλα (καμπυλωμένα, σαν αυτά του Morris ή του Blossfledt) σε έντονα γαλάζιο βάθος. Συγχρόνως διαβάζω αργά-αργά, συλλαβιστά την πρώτη παράγραφο του βιβλίου -ακούω στο κεφάλι μου την φωνή μου. Λίγο πριν ξυπνήσω από το ξυπνητήρι προλαβαίνω με αγωνία να συγκρατήσω την τελευταία φράση In the curly leaves of corn are hidden hanged black children.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Για τα μάτια σου μόνο


Παρασκευή πρωί, προσπερνούσα γιά άλλη μιά φορά τους έξι φρουρούς του Σημίτη. Tρεις και τρεις στα δύο πεζοδρόμια της Aναγνωστοπούλου, κάθε φορά αλλάζω πορεία, γιατί κοζάρουν με το ύφος του γκομενιάρη λεβεντομαλάκα και είναι και πρωί, πριν τον καφέ. Δεν εμπνέουν κανένα αίσθημα ασφάλειας και στη θέση του Σημίτη μάλλον θα ανησυχούσα.

Όταν τους βλέπω αναρωτιέμαι συχνά για τον προορισμό τους στη ζωή. Πώς είναι να είναι η ζωή σου έτσι απόλυτα κενή, τόσο χωρίς ενδιαφέρον. Tέλος πάντων.

Tο μεσημέρι που πέρασαν τα κλεφτρόνια των Eξαρχείων και κάνανε το σαματά τους, όσο να πεις τρομάξαμε όλοι. Σκέφτηκα τους φρουρούς. Δεν βρήκαν πάλι προορισμό στη ζωή όπως αποδείχτηκε.

Δεν είδα και πολύ καλά τα επεισόδια εν εξελίξει, δεν έχω καλή ορατότητα στο δρόμο. Στην αρχή νόμιζα ότι κάτι ξεφορτώνουν, μετά κατάλαβα. Aυτό που μου έκανε όμως πιό μεγάλη εντύπωση είναι ότι όλη αυτή η φασαρία γινόταν παραδόξως μέσα σε απόλυτη ησυχία. Δεν ακουγόταν κανένας άλλος ήχος, μόνο ο υπόκωφος ήχος των σφυριών σε τζάμια που χτυπιούνται, αλλά δεν καταρρεύουν.

Xωρίς ορατότητα λοιπόν, μπορούσα μόνο να βλέπω τους γείτονές μου και τις αντιδράσεις τους υπό τον τρομοκρατικό ήχο. Σκυμμένοι από τα μπαλκόνια, μιά κοπέλα κοιτάει φοβισμένη από την είσοδο ενός καταστήματος, ως και το κορίτσι με την ανορεξία από το απέναντι μπαλκόνι σέρνεται ως το κάγκελο να δει.

Aπό την Παρασκευή κρατάω αυτόν τον απαίσιο υπόκωφο ήχο, τον ήχο που κάνει αυτός που θέλει να σε τρομάξει, αυτός που σε απειλεί. Kαι μιά θλιβερή σκηνή, βλέποντας το χιλιοπαιγμένο βιντεάκι το βράδυ: ο κουκουλάκος σπάει το παράθυρο ενός αυτοκινήτου και σκύβει μέσα μήπως έχει τίποτα να κλέψει. Ένα άλλο κλεφτρονάκι τον πλησιάζει και κοιτάζει κι αυτό. Tο βλέμμα της προσμονής και ακολούθως της απογοήτευσης. Έλα ρε, πάμε.

Tα κλεφτρόνια της Παρασκευής μου θύμισαν τον Kουφοντίνα και την Σωτηροπούλου, την ιδεολογία της «απαλλοτρίωσης» και τα ρέστα. Eν πολλοίς, αν είχα αυτά που δεν έχω, θα ήμουν κι εγώ ευτυχισμένος σαν και σας. Aφού δεν έχω θα σπάσω τα δικά σας να μην έχετε κι εσείς. Mόλις όμως μπορέσω θα απαλλοτριώσω καμιά τράπεζα να πάρω το διαμερισματάκι-μεσοαστικό όνειρο, ή τη μονοκατοικία στη Γαύδο –όνειρο για λίγους και καλούς- να ξεκουράσω το πνεύμα μου με θέα το απέραντο γαλάζιο.

Mήπως η λύση είναι να χαρίσει το κράτος σε κάθε ένα από τα κλεφτρονάκια των Eξαρχείων ένα τζιπ; Nα επισπευστεί η αλλοίωση, η απαλλοτρίωση και τέλος πάντων η εξαθλίωση;

Όταν βλέπω αυτά τα εξαγριωμένα παιδιά που καταστρέφουν έτσι άνοα τις περιουσίες των άλλων, προσπαθώ ειλικρινά να τα καταλάβω, μα βέβαια δεν μπορώ.
Αναρωτιέμαι πώς να είναι η ζωή τους κατά τα άλλα. Δεν δέχονται ας πούμε κουβέντα απ’τους γονείς τους, σαν τον Πετρόχειλο στο σχετικό κλιπ;
Bαρέθηκαν να ακούνε τον πατέρα τους να τους κοπανάει πόσο κουράστηκε να αποκτήσει το δυάρι στο Γαλάτσι και ότι ήρθε η ώρα να δουλέψουν να κουραστούν κι αυτά;
Aπ’αυτό τρέχουν να ξεφύγουν; Mη τυχόν και χρειαστεί να δουλέψουν; Πώς τα βοηθάει ο δρόμος που έχουν διαλέξει και γιατί καταδέχονται να παίρνουν εντολές από άλλους;

Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι;

Η Παρασκευή κατέρρευσε σε λίγη ώρα, μαζί με τα τζάμια που άρχισαν να πέφτουν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών. Ο ήχος των σπασμένων τζαμιών επιτέλους.
Σε λίγο ήρθαν κι οι τζαμάδες κι όλα καλά.

Παρεμπιπτόντως, είναι σαφές ότι η στάση της αστυνομίας προδίδει ότι ζούμε ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο: ανεχόμαστε ως την στιγμή που δεν θα ανεχόμαστε άλλο και τότε θα φωνάξουμε "βοήθεια, συλλάβετέ τους, κάντε Ο,ΤΙ χρειάζεται για να προστατευτούμε...

Άκυρη λοιπόν η βόλτα στο κέντρο της Αθήνας μεσημέρι Παρασκευής. Ποιός έχει όρεξη...

Νοσταλγώ το αίσθημα ασφάλειας στο Λονδίνο, που είδαμε στο κέντρο του μόλις 4-5 επαίτες, τόσο αξιοπρεπείς που ήταν αληθινά συγκινητικοί. Και φυσικά κανένα πρεζάκι.

Μισό ευρώ αν έχεις φιλαράκι. Και μού'ρχεται να ουρλιάξω έτσι άσπλαχνα και απροκάλυπτα, έτσι απάνθρωπα:

Όχι ρε φιλαράκι, δεν έχω. Το χρειάζομαι για να πάρω τη δική μου δόση, για να ανεχτώ όλα αυτά.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Αύριο θα διαδεχτώ τον εαυτό μου

Διασχίσαμε τα Midlands με κρατημένη την ανάσα προσπερνώντας φασιανούς και αγριοκούνελα.
Το υποβρύχιό μας αναδύθηκε στον Trent. Πήραμε βαθιά ανάσα υπό το βλέμμα ενός χοντρού γκρίζου σκίουρου, πραγματικώς καιροσκόπου.

Κολύμπησα τα τελευταία 50 μέτρα μόνη μου -όπως έπρεπε να κάνω.
Όλα πήγαν καλά ευτυχώς. Έριξα τη βόμβα μου χωρίς να τραυματιστώ.

Το Λονδίνο ήταν 7 μέρες θαυμάσιο. Στα σοβαρά όμως. Στ'αλήθεια.

Στην αποβάθρα του Μετρό ο Mr Grumpy (κι από δίπλα η Miss Sunshine δεν βάζει γλώσσα μέσα!)



(κι εδώ πώς η τέχνη αντιγράφει τη ζωή)

Στο Βρετανικό Μουσείο είδαμε γνωστούς σαν τον Idrimi και την Puabi, αλλά μείναμε με ανοιχτό το στόμα μπροστά σε ένα άγαλμα από τα νησιά του Πάσχα.
Παρεμπιπτόντως, είμαι κατά της Επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα.

Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2008 είδα το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής μου.


Ανήμερα των γενεθλίων μου, συνάντησα μιά μυθιστορηματική ύπαρξη. Ένα κορίτσι τόσο Λονδίνο, που νομίζω ότι όταν την αποχαιρέτησα επέστρεψε μέσα στη μεγάλη ασημένια οθόνη του σινεμά, όπως στο Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου.

Έχει πολύ ενδιαφέρον να κατουράς μέσα σε ένα μαγικό αυγό με υπόκρουση κελάιδημα πουλιών και βέλασμα προβάτων.


Καθίσαμε στο Gamble Room του V&A εν μέσω βοής και φασαρίας, όμως το πιάνο ακουγόταν καθαρά κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα ευγνωμοσύνη κι ευτυχία.


Η σκάλα του Courtauld, ο Άγιος Μαρτίνος των Αγρών, τα ψεύτικα παπαρουνοστέφανα στα πόδια ενός μνημείου στο Mall, οι χρυσές ακροβάτισσες πάνω απ'την Piccadilly.


Μόνη απογοήτευση η Tate Modern. Πιό πολύ μ'άρεσε η έκθεση των αποφοίτων των ΑΣΚΤ στο Μετρό πριν λίγες μέρες.

En fin, όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας μας περίμεναν παρηγορητικά ανθισμένα ζουμπούλια. Κάτι είναι κι αυτό...



Από τότε που γυρίσαμε, τρώω κάθε μέρα μπεζέδες και σκέφτομαι συνέχεια ένα ντοκυμαντέρ που είδα στο Σκάϊ, εδώ και κανένα μήνα. Ο υποτίθεται φυσιοδίφης παρουσιαστής μπαίνει σε μιά σπηλιά και βγάζει δια της βίας έξω τον υποτίθεται πιό χοντρό κροκόδειλο του κόσμου. Του καλύπτουν τα μάτια κι ο υποτίθεται άνθρωπος ανεβαίνει πάνω του και τον καβαλάει.
Η εικόνα αυτή του κροκόδειλου επανέρχεται συνέχεια στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Θέλω να είχε δαγκώσει τον αναβάτη του. Θέλω να μην τον είχε ενοχλήσει κανείς.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Τα Νέα του Υποβρύχιου



Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράψω ξανά εδώ όταν η Τρέμη θα άλλαζε κολιέ, αλλά εξακολουθεί να φοράει το ίδιο. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Η φτωχούλα του Θεού δεν εκμεταλλεύτηκε τις εκπτώσεις.


Εγώ εδώ και αρκετό καιρό ζω σε ένα υποβρύχιο. Παρατηρώ γύρω μου τον κόσμο αλλά δεν έχω την πολυτέλεια να ακούσω τι λέει. Τα ψάρια γύρω μου με κοιτούν αδιάφορα, τα κοιτώ κι εγώ, ανεβαίνω πότε-πότε στην επιφάνεια να πάρω λίγο αέρα, ξανακατεβαίνω γρήγορα.

Υπάρχουν μέρες που ξυπνάω από τις ταχυκαρδίες μου, μέρες που δεν κοιμάμαι παρά ελάχιστα, τέσσερις μέρες με συνεχόμενες ημικρανίες -που άλλαζαν όμως ημισφαίριο, δεν μπορώ να πω. Μέχρι να τελειώσω αυτό που γράφω, θα μου βγει η ψυχή. Έχω deadline μιάς εβδομάδας περίπου και ελπίζω να μην χρειαστεί να γράφω μες στο ΕλΒενιζέλ...

Η υπόκρουση των ημερών μας είναι από την M. Dietrich.




Ουφ, πάλι βυθιζόμαστε...

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Η δική μου Τζέην Έϋρ


8 1/2 χρόνια τώρα κολυμπάω σε μιά παράξενη επαγγελματική σχέση. Τα πρώτα μισά ήταν όνειρο, τα δεύτερα μισά εφιάλτης.

Εφιάλτης από τους κανονικούς και με τα όλα τους. Με μίση απύθμενα, εκμετάλλευση, αγωνία, ποινές και αντίποινα.
Άντεξα με νύχια και με δόντια -γιατί είχα ανάγκη τη δουλειά. Έτσι δεν γίνεται;

***

Ειδικά μετά τον Νοέμβριο η καθημερινότητά μου είχε πολλές ενδιαφέρουσες σουρεαλιστικές πτυχές, κωμικοτραγικά στοιχεία και ψυχωτικές εναλλαγές. Ακούγεται σαν περιγραφή γερμανικής ταινίας από τον Μπακογιαννόπουλο, αλλά δεν παρέλαβα ποτέ Χρυσή Άρκτο, παρά τα βάσανά μου.


***

Η ευκολία είναι του διαβόλου -άκουσα σήμερα τον Δαμιανό σε μιά συνέντευξη στην ΕΤ1. Τι περίεργη φράση -σχεδόν σε παρηγορεί.

***

Όλα μου τα χρόνια ήμουνα μέσα σε αυτή την ιστορία, σ'αυτό που σπούδασα και ασκούσα, με το ένα πόδι μέσα, νομίζοντας ότι θα μπορώ να φύγω όταν δεν θα αντέχω ή όταν θα με ξεράσει το σύστημα.

Ώρες-ώρες βέβαια συνειδητοποιούσα τις συνέπειες αυτού του σχεδίου -έμπαζε από όλες τις μπάντες, αλλά βαυκαλιζόμουν ότι είναι ζωτικό για την ψυχική μου υγεία.
***

Τώρα που βλέπω το φως στην άκρη του τούνελ που ταξίδευα τόσο καιρό, ετοιμάζομαι να βάλω μέσα και το άλλο μου πόδι, κι αυτό είναι για μένα ένα περίεργο συναίσθημα. Πρωτόγνωρο.

Έζησα τόσο καιρό σαν τους παράνομους στην Άγρια Δύση που κοιμόντουσαν με το ένα μάτι ανοικτό, που δεν ξέρω πώς να κλείσω τα μάτια μου και να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Να κοιμηθώ στο πάτωμα, να κλείσω και τα μάτια.
***

Βρίσκω ένα σωρό παλιές αναφορές αυτής της νοσηρής κατάστασης σε πολλά παλιά μου ποστ. Τα διαβάζω και κατά κάποιο τρόπο με καμαρώνω γιατί μόνο εγώ ξέρω τι έχω περάσει. Αλήθεια καμαρώνω, γιατί με διαβάζω σαν να είμαι η ηρωίδα μου, η δική μου Τζέην Έϋρ, που παρά τα βικτωριανά της πάθη, επιβιώνει, σχεδόν καλή, σχεδόν γλυκειά, σχεδόν άφθαρτη.

***

Ελαφρύ ιντερμέδιο/αόρατη εικονογράφηση του ποστ: το ανθρωπόμορφο ψυχωτικό τέρας με το οποίο έπρεπε να συνδιαλέγομαι όλα αυτά τα χρόνια έχει το πρόσωπο της κυρίας Ασπασίας από τη σχετική διαφήμιση. Έχω σκεφτεί τόσες φορές το θάνατο αυτής της γυναίκας που όταν βλέπω τη διαφήμιση αντιδρώ σαν το σκυλί του Παυλώφ και μισώ την άκακη (πιθανόν) ηθοποιό όσο τίποτα στον κόσμο.

***

Αυτόν τον καιρό όμως με απασχολεί έντονα κάτι άλλο.

***

Καθώς παρατηρώ μέσα στον εαυτό μου να έχει συσσωρευτεί ένας μεγάλος θυμός, μια μεγάλη οργή, αναρωτιέμαι που θα βρει όλη αυτή η ενέργεια διέξοδο. Ασφαλώς χάνω πολύ συχνότερα την υπομονή μου πιά από ό,τι παλιότερα, σε επίπεδο ας πούμε αντιμετώπισης της καθημερινής καφρίλας. Αλλά αν θέλω να είμαι ειλικρινής, νιώθω ότι υπάρχει ένα μεγαλύτερο υπόβαθρο που βράζει και θέλει να εκραγεί και να φωνάξει και να σηκώσει έτσι εγωϊστικά το κεφάλι και να πάρει κεφάλια.

Κάπως έτσι φοβάμαι μήπως καμιά μέρα σκοτώσω μέσα μου την Τζέην.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Η Δανάη κατέβαινε από το φωταγωγό


Γνώρισα πρώτα τη φωνή της Δανάης -πολύ αργότερα το πρόσωπο και τα γραπτά της. Γι'αυτό έμεινε μέσα μου κυρίως αυτό. Η φωνή.


Κατέβαινε κάθε μέρα στο σπίτι μας, στην κουζίνα μας, από το φωταγωγό. Αν θυμάμαι καλά, γιατί πάνε πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την εποχή, κατέβαινε κατά τις 11 και έμενε ως τις 11:30 ή 12.



Έβγαινε από το ραδιόφωνο της κυρίας που μένει πάνω από το σπίτι μας και γλιστρούσε με την υπέροχη φωνή της, μέσα από τους ατμούς της σκοτεινής κουζίνας μέσα στην ψυχή μου. Ερχόταν για λίγο και γέμιζε φως το φρικτό μου σκοτάδι. Ερχόταν γιά λίγο και χανόταν μετά.


Κοντά της άρχισα να τραγουδάω κι εγώ και να αγαπάω όλα τα υπέροχα "ελαφρά" τραγούδια -που αν και τόσο μακρινά τα αισθανόμουνα πάντα τόσο οικεία. Σύντομα, δεν μου αρκούσε να περιμένω να κατέβει εκείνη από τον φωταγωγό, άνοιγα μόνη μου πιά το ραδιόφωνο στο δεύτερο πρόγραμμα και την αναζητούσα.




Η Δανάη ήταν μιά πολύτιμη ανακάλυψη της εφηβείας μου, έχω μαζί της μιά πολύ συναισθηματική σχέση. Την ξεχώριζα πάντα ανάμεσα στις ομότεχνές της, έμαθα να ξεχωρίζω τη φωνή της, αν και δεν έχω καθόλου γνώσεις μουσικές.


Σήμερα έμαθα ότι έφυγε και τώρα γράφω έτσι, χωρίς λόγο ουσιαστικό, πιό πολύ για να ξορκίσω το σοκ της είδησης. Δεν είναι παρήγορο καθόλου για μένα το σκληρό δημοσιογραφικό "πλήρης ημερών". Δεν την γνώριζα φυσικά, αλλά μου άρεσε να σκέφτομαι ότι ήταν ακόμη κάπου εκεί έξω. Ότι κάποτε κρυφά, όταν δεν την άκουγε κανείς, εκείνη θα σιγοτραγουδούσε αγαπημένους της στίχους.

Ας έγραφαν καλύτερα στα σικέ τους κείμενα "πλήρης μουσικής" ή "πλήρης ουσίας" ή "πλήρης έρωτος" ή κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι εγώ είμαι πλήρης ευγνωμοσύνης που άκουσα την Δανάη.


Αν ισχύουν όσα γράφει ο Γεωργουσόπουλος σήμερα για τις τελευταίες ώρες της Δανάης, λυπάμαι πολύ τους αποκτηνωμένους ανθρώπους που πήραν τέτοιο κρίμα στο λαιμό τους.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

Το σκουπάκι μυρίζει άνηθο







Αποκλειστήκαμε στα χιόνια. Μέρες και μέρες σχεδόν ίδιες μεταξύ τους, τόσο μα τόσο διαφορετικές από τις μέρες μας εδώ.
Γυρίσαμε χτες.

Μου έλειψε το σπίτι μου. Ο Θ. το κατάλαβε χωρίς να του το πω.


Στο σπίτι μας φυσικά είναι ακόμη γιορτές. Η πόρτα μας στολισμένη, το κεκλιμμένο δέντρο μας, το μπαλκόνι με τα φωτάκια.

Μου έλειψε το σπίτι μου. Περιφέρομαι στα δωμάτια κοιτάζοντας, χωρίς να κάνω τίποτα. Το άγχος για όσα πολλά έχω να ασχοληθώ με ρίχνει στη γνωστή κατάσταση της απόλυτης αδράνειας. Μα απολαμβάνω αυτή τη βόλτα στο σπίτι.


Επιστρέφοντας με περιμένουν γράμματα και κάρτες φίλων, κοινόχρηστα με μηνύματα των φίλων διαχειριστών, κανα-δυό λογαριασμοί στο γραμματοκιβώτιο. Στο email καμιά 100στη μηνύματα, επί το πλείστον από τις λίστες που παρακολουθώ, τίποτα σπουδαίο. Αν εξαιρέσεις τον πολυπόθητο διορισμό μου στο Πανεπιστήμιο.


Βάζω το ηλεκτρικό σκουπάκι να μαζέψω κάτι ψίχουλα από το χαλί του σαλονιού.
Μυρίζει άνηθο. Καιρό πριν μου είχε πέσει το βαζάκι με τον αποξηραμένο άνηθο και σκόρπισε σε όλη την κουζίνα. Μάζεψα τα πολλά με το σκουπάκι κι από τότε παρά τα πλυσίματα και την χρήση η μυρωδιά του έμεινε.
Το σκουπάκι μυρίζει άνηθο και ξέρω ότι είμαι σπίτι.


Ανοίγω ένα συρτάρι και βρίσκω ένα παλιό μου σημειωματάριο. Σημείωνα εκεί τα ποιήματα που διάβαζα και μου άρεσαν -πριν ανοίξω το blog και αρχίσω να τα σημειώνω εδώ.

Βρίσκω ένα ποίημα του Γιάννη Κοντού. Δεν έχω σημειώσει τίτλο, ούτε την έκδοση που το ανακάλυψα.
Το αντιγράφω εδώ, στο πρώτο κείμενο του 2009, και εύχομαι σε όλους όσοι δεν έχουν νιώσει αυτά που γράφει ο ποιητής, να ευλογηθούν κάποτε με μιά τέτοια εμπειρία.


Πλένεσαι
και τα νερά που τρέχουν
ποτίζουν τις μηλιές
του κάτω κόσμου

Τα φιλιά σου δεν είναι φιλιά
Είναι κλωστές από παλιά τραγούδια
Είναι το νόμισμα που δάγκωναν
οι πρόγονοί μας όταν τους κυλούσαν
στον Αχέροντα

Τα λόγια μου είναι αρνιά
που γίνονται πέτρες
βόσκοντας το χόρτο
της επιθυμίας σου.

Τα βυζαντινά σου χέρια
στην ασημένια θήκη,
με κερί, με λύπη.
Μόλις ακούσουν το σφύριγμα
των ματιών, τρέχουν
και πέφτουν στην αγκαλιά μου.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Χαλάλι

Χαλάλι τα 25 ευρώ που πλήρωσα για την ΕΡΤ στον τελευταίο λογαριασμό της ΔΕΗ.




8 μέρες μετά το προηγούμενο ποστ, ακόμη η ζωή δεν συνεχίζεται. Ναι, ευτυχώς.

Η σπουδαιότερη στιγμή της ημέρας μου.
Το πρωί στην πλατεία Κολωνακίου, μέσα στη μέση της πλατείας ακριβώς, μιά ηλικιωμένη γυναίκα καθισμένη σε αναπηρικό καροτσάκι. Ένας ηλικιωμένος άντρας καθισμένος σε ένα τσιμεντένιο παγκάκι, ακουμπάει τα χέρια του στο μπαστούνι του. Σκύβει το σώμα του μπροστά, κοιτάζει τη γυναίκα βαθιά μέσα στα μάτια καθώς εκείνη του μιλάει.


Το ανθρωπόμορφο τέρας στη δουλειά υπολογίζει το εφάπαξ και τη σύνταξη.
Δεν του φτάνουν.
Δεν του φτάνουν να αγοράσει αγάπη, φιλία. Μόλις και μετά βίας φτάνουν για ανοχή.

Φτάνουν και περισσεύουν για ψυχοφάρμακα.

Ανακάλυψα τη Μαριάνθη Κεφάλα. Φταίει που δεν είμαι από τη Θεσσαλονίκη μάλλον. Πρωτοάκουσα το όνομά της το Σάββατο το βράδυ από την κυρία Κρανιδέλλη στο Ταλέντα made in Greece και ψάχνοντας χτες στο Google περισσότερα, έπεσα (μα είναι δυνατόν; είναι κισμέτ; τι είναι;) πάνω σε πολύ πρόσφατη συνέντευξή της of all people στον Άρη Δημοκίδη.

Η κυρία Κεφάλα έχει μιά θαυμάσια λαϊκή φωνή όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει ακούγοντας για παράδειγμα αυτό -και όχι δεν αστειεύομαι.


Η ιστορία των Mary's flower Superhead στο τέλος της συνέντευξης της κυρίας Κεφάλα τριγυρίζει από χτες στο μυαλό μου.
Πριν βγω από το τραίνο το πρωί παρατηρώ στο τζάμι της πόρτας πόσο μεγάλο είναι το κεφάλι μου.
Θα μπορούσα να λέγομαι Royal Superhead και αυτό θα ήταν νομίζω ένα πάρα πολύ ωραίο καλλιτεχνικό ψευδώνυμο.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Η ζωή δεν συνεχίζεται

Πολλά τα στραβά αλλά τι να γίνει; Η ζωή συνεχίζεται.
Θα αλλάξουμε πρωτοσέλιδα και πρώτα θέματα, πυρκαγιές, Ζαχόπουλος, Εφραίμ, πάμε παρακάτω. Η ζωή συνεχίζεται. Κάτι άλλο πιό επίκαιρο θα προκύψει. Η ζωή συνεχίζεται.

Και τώρα κυρίες και κύριοι η αθλητική σας ενημέρωση. Η ζωή συνεχίζεται.

Ένα παιδάκι. Ποιός θυμάται τον εαυτό του στα 15; Πόσο παιδάκι.
Θυμώναμε με όλα, μας έφταιγαν όλα, μας πέρναγε εύκολα ή δεν μας πέρασε ποτέ.
Τα παιδάκια τροφή των ενηλίκων στη ζούγκλα μας.

Ένα παιδάκι παίζει με έναν ειδικό αστυνομικό σκύλο. Τον τσιγκλάει μια, δυό, κι ο σκύλος δαγκώνει. Προσοχή ο σκύλος δαγκώνει. Είναι άλογο ον και δαγκώνει.

Ένας "ειδικός φρουρός" ειδικός στο να σκοτώνει ανηλίκους που τον εκνευρίζουν. Α, μα δα.

Ένας ακόμη άνθρωπος με ψυχολογικά προβλήματα που δεν έπρεπε να οπλοφορεί, βεβαίως οπλοφορεί και βεβαίως χρησιμοποιεί το όπλο του. Δεν είναι και τόσο έκπληξη έτσι δεν είναι;

Ακούω τον Καραμανλή πριν λίγο να με διαβεβαιώνει ότι θα πληρώσουν οι υπαίτιοι.
Πόσο κάνει να πληρώσουν βρε αδελφέ.

Πόσο κάνει αλήθεια; Πόσο κάνει στην Ελλάδα η ζωή ενός παιδιού;

Εγώ ξέρω να σας πω πόσο ακριβώς κάνει.
Η ζωή ενός παιδιού στην Ελλάδα κοστίζει λίγα χρόνια φυλακή. Αυτό.
Κι έπειτα ο δολοφόνος συνεχίζει τη ζωή του.

Το κράτος μας αγαπά, δεν θέλει κανέναν μας να εξοντώσει. Προπαντός όχι τους εγκληματίες, στους οποίους για κάποιο λόγο εξαντλεί συστηματικά την φιλάνθρωπη διάθεσή του.

Έξω όμως τώρα δα, η ζωή δεν συνεχίζεται, έτσι δεν είναι;

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2008

Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα.

Ας εξηγηθώ καλύτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης. Δηλ. 1/2 ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

Άλλως με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία ή με ευφυή λόγια, το χαμπαγκάρισμα. (1)

Αλλά δεν κάνει.

Δυσκολεύει τες δουλειές.

Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δεν είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια (2) ζωωδώς. Που να αστειευθούν. Αφού δεν καταλαμβάνουν. Τα σέρια τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. 'Ολα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους, γι'αυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ'όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

Γι'αυτό κι εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.


(1) από το αγγλικό humbugging, αστειότητα, ανοησία
(2) από το αγγλικό serious

Κ. Π. Καβάφης, "Σημειώματα", καταγραφή την 26η Οκτωβρίου 1908

στο Δ. Δασκαλόπουλος, Μ. Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ.Π. Καβάφη, Μεταίχμιο 2001, 71

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

A black man in a white house

Once upon a time there was a black man living in a white house.


Ποιός ξέρει πώς θα τελειώσει το παραμύθι.


Προς το παρόν χαμογελάμε με συγκρατημένη αισιοδοξία για τον πρόεδρό μας κι ελπίζουμε να τα καταφέρει να αλλάξει κάτι. Να τα καταφέρει να μην μας απογοητεύσει.

Όλοι οι πολίτες του "πρώτου" κόσμου είμαστε βεβαίως αμερικανικής κουλτούρας άνθρωποι. Ο Ισοκράτης το λέει σαφώς στον Πανηγυρικό. Έψαξα και βρήκα το κομμάτι η έρμη μην τυχόν και κάνω λάθος. Όχι, εντάξει, καλά το θυμόμουν

τοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ' οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.


(όπου 'πόλις' διάβαζε United States of America και όπου 'Έλληνες' Αμερικανοί)


Συγκινήθηκα με την εκλογή του Ομπάμα.
Είναι μιά σημαντική ιστορική στιγμή γιατί είναι ένα βήμα εξέλιξης του ανθρώπινου είδους αν το σκεφτεί κανείς καλά. Ένα βήμα σημαντικό για όλους πάνω σε αυτόν τον μισαλλόδοξο πλανήτη, ένα ράπισμα και μιά τετραετής ποινή για τους ρατσίστες που θα αναγκάζονται να τον βλέπουν, μαύρον αυτόν μέσα στον Λευκό και άσπιλο Οίκο. Επιπλέον, στον Ομπάμα βλέπω να αντικατοπτρίζεται η μεγάλη επιτυχία του Αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος -προμηνύεται ευχάριστη αλλαγή να βρεθεί ένας τόσο μορφωμένος άνθρωπος σε μιά τόσο σημαντική ηγετική θέση.

Το αγαπημένο μου σημείο στην πρώτη ομιλία του ήταν όταν προσφώνησε τη γυναίκα του, έτσι τόσο πολύ δημοσίως, the love of my life.
Το ξέρω είμαι πολύ ρομαντίκα που λέει και ο Λαλάκης ο Εισαγόμενος.


(αυτή είναι μιά από τις ωραιότερες φωτογραφίες γάμου που έχω δει)


Κατά σύμπτωση, η Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2008 ήταν η τελευταία μέρα της δικής μου Ιλιάδας που κράτησε περίπου 600 ημέρες. Ως άλλος Αγαμέμνων, ολοκλήρωσα την αποστολή μου, κέρδισα την αμφίβολη νίκη μου. Και ως άλλος Αγαμέμνων πρέπει τώρα να πάρω το δρόμο της επιστροφής σε μιά πατρίδα που με περιμένουν με το μαχαίρι έξω απ'το θηκάρι.

Από Δευτέρα αρχίζει (ή μάλλον συνεχίζεται) η Οδύσσειά μου. Θα είναι δύσκολο να πηγαίνω κάθε μέρα σε μιά δουλειά στην οποία αισθάνομαι ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να χρειαστεί να παραιτηθώ. Αλλά τα δύσκολα είναι για τους ανθρώπους, υπάρχουν και χειρότερα (κ.ά. τέτοια κλισέ που βαριέμαι να επαναλάβω) και βέβαια δεν είναι πρώτη φορά που θα πολεμήσω με μνηστήρες.

Δευτέρα πρωί θα εισέλθω σαν μαύρο πρόβατο μες στο λευκό μαντρί τους.

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Κρίση ειλικρίνειας -με πιάνει κρίση

Το soundtrack αυτών των ημερών μου περιλαμβάνει τρεις hardcore επιλογές. Κανονικά θα ντρεπόμουν μάλλον να τις παραδεχτώ, αλλά έχω ορκιστεί να συνεχίσω να ξεφτιλίζομαι με ειλικρίνεια σε αυτό το blog για όσο ακόμη μου αρέσει να το έχω ανοικτό.
Είναι επιλογές καρδιάς και μελούρας από αυτές που συχνάκις ποστάρω εδώ δηλώνοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής μου πόσο βασανίζομαι, τι τραβάω, πόσο αξιολύπητη drama queen είμαι. Τέλος πάντων αλίμονο αν δεν καταλάβατε τι εννοώ όσοι με διαβάζετε.
Έχουμε και λέμε λοιπόν. Τις περισσότερες ώρες της μέρας θα με ακούσει κανείς να σιγοψυθιρίζω-τραγουδάω-σφυρίζω το
Έρχονται όμως και κάτι ώρες, έτσι πιό δύσκολες, πιό 'δάκρυ στην άκρη του ματιού', πιό crescento φόβου τέλος πάντων. Τότε το εσωτερικό μου tracklist το γυρνάει σε
Επειδή όμως δεν θα πάψω μάλλον ποτέ να είμαι το γελοίο άτομο που όλοι αγαπάνε να μισούν, έρχονται και κάτι ώρες, έτσι να, πιό λολές να τις πω, πιό λαϊκές οπότε


Φιλούρες μωρά. Πάλι φεύγω.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Τα άτομα

Τρεις φίλοι με τους οποίους έχω χάσει εδώ και καιρό επικοινώνησαν μαζί μου εχτές.
Ήταν μία από αυτές τις μέρες που λένε στα ωροσκόπια "ένας φίλος που έχετε καιρό να μιλήσετε θα επικοινωνήσει μαζί σας".


Στο μεταξύ τρέχω πολύ. Αγχωτικά και με μπόλικη αδρεναλίνη. Και μισώ το γεγονός ότι δεν μπορώ να τήρησω τα deadline που εγώ η ίδια βάζω -κι εκτίθεμαι πρωτίστως σε μένα. Είμαι πολύ κακή στο να υπολογίζω πόσος χρόνος χρειάζεται για κάτι -εννοείται υπολογίζω λιγότερο από όσο χρειάζεται.

Λείπω συνέχεια από το σπίτι και έχω σκοπό στο τέλος αυτού του χρόνου να υπολογίσω πόσες μέρες φέτος κοιμήθηκα στο κρεβάτι μου. Χονδρικά πρέπει να έχω λείψει τουλάχιστον τον μισό χρόνο. Αλλά είπαμε δεν είμαι καλή στο να υπολογίζω.


Ουφ. Με περιμένει ένα βουνό σίδερο κι εγώ κάθομαι εδώ νηστική και με ένα φλερτ ημικρανίας και γράφω όλα αυτά τα ασυνάρτητα. Κάπου εδώ, που με κουράζει ακόμη και η ιδέα να φάω (ποιόν; εμένα!) σκέφτομαι ότι έχω αρχίσει να αποσυντίθεμαι, να 'γίνομαι κομμάτια'.
Αύριο θα φύγω πάλι.

Όποτε ακούω αυτό το τραγούδι μέσα στο στήθος μου ακούω έναν αληθινό ήχο. Ένα μικρό στιγμιαίο αλλά δυνατό κρακ.
Εσείς ακούτε;





Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2008

Η λίστα


Θέλεις πιό πολλά χρήματα, δουλεύεις σκληρά και δεν αμείβεσαι όσο θα έπρεπε, όσο θα ήθελες. Αγχώνεσαι με τους λογαριασμούς, θέλεις να ταξιδεύεις περισσότερο, θέλεις καινούργιο αυτοκίνητο, περισσότερες παροχές για τα παιδιά σου, ένα καλύτερο σπίτι.



Κι όμως. Είσαι στη λίστα με τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου.

Αντικειμενικά.




Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

Η μουσική στη ζωή μας

Έβρεχε τελικά και ούτε μανιτάρια ούτε τίποτα.
Μόνο κυνηγοί. Πολλοί, μανιακοί, μεταμφιεσμένοι και κυνοκρατούντες.


Στο σπίτι μας τραγουδάμε σχεδόν συνέχεια. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Όχι νορμάλ τραγούδια, ούτε σε νορμάλ εκτελέσεις.

Διασκευές και λαρυγγισμοί κατεξοχήν. Και παραλλαγή των στίχων για να ταιριάζουν πότε στον έναν, πότε στον άλλον. Μάλιστα ένα από τα αγαπημένα μας παιχνίδια είναι να τραγουδάμε λαϊκά τραγουδάκια με ύφος και στυλ γρηγοριανού μέλους (κάποτε κάναμε και σχετική ερασιτεχνική ηχογράφηση...). Άστα να πάνε, πολύ γελοίες καταστάσεις.
Εχτές πού άκουγα τον Θ. να τσιρίζει σαν τον Ταμπάκη από την κουζίνα ένα τραγουδάκι τέτοιο για μένα, σκέφτηκα ότι έτσι ακριβώς είναι η αληθινή ευτυχία.

Ένα φάλτσο τραγούδι με παραλλαγμένους στίχους που ξελαρυγγιάζεται να στο τραγουδάει εκείνος που αγαπάς.


Εχτές σοκαρίστηκα διότι συνειδητοποίησα ότι ο τραγουδιστής Μιχάλης Κακέπης πρέπει να ήταν ο δάσκαλός μου στην έκτη δημοτικού!! Μάλιστα θυμάμαι ότι ο δάσκαλός μου λεγόταν και Κακεπάκης και Κακέπης (όπως πολλά Κρητικά επίθετα "στέκουν" και χωρίς την κατάληξη).

Θυμάμαι ότι αγαπούσε πολύ την μουσική, είχε ο ίδιος πολύ ωραία φωνή και προσπάθησε να οργανώσει την τάξη μας σε μιά χορωδία. Γι'αυτό κάθε μέρα σχεδόν μετά το μάθημα μας πήγαινε σε μιά γειτονική του σχολείου αίθουσα (του Συλλόγου Κρητών "Ομόνοια") και μαθαίναμε κρητικά τραγούδια. Ήταν κάπως περίεργο διότι πολλά από τα παιδιά της τάξης (μεταξύ τους κι εγώ) δεν ήταν από την Κρήτη, όμως με αυτό τον τρόπο μάθαμε ένα σωρό ωραία τραγούδια και γίναμε εξπέρ (so not)! Μακάρι να μπορούσα να σας τραγουδίσω το σουξέ μου "Αγρίμια κι αγριμάτσια μου" για να καταλάβετε...

Μάλιστα θυμάμαι ότι στο πλαίσιο της δραστηριότητας της χορωδίας, μάς μάζεψαν ένα ωραίο πρωί του Ιανουαρίου (1983 νομίζω) και είπαμε τα κάλαντα στο Καστρί!! Κι εγώ πρώτη θέση (η ωραία Θεσσαλιώτισσα) ντυμένη Κρητικοπούλα. Οποία υποκρισία! Παρεμπιπτόντως, έχω σχετική φωτό χειραψίας με τον Πρόεδρο που ποτέ δεν ξέρετε πότε θα τη δείτε σε κανένα προεκλογικό φυλλάδιο αν αποφασίσω ποτέ να πολιτευτώ...

Τέλος πάντων για να επανέλθω στο θέμα, ο τραγουδιστής Κακέπης δεν είμαι σίγουρη αν είναι ο δάσκαλος εκείνος ή όχι. Από τις φωτογραφίες του που βρήκα στο ίντερνετ θα έβαζα στοίχημα ότι αυτός είναι, αλλά ο Bosko με πληροφόρησε ότι πρέπει να είναι 45 χρονών, άρα στα δεκαεννιά του δεν μπορεί να δίδασκε ο άνθρωπος.

Πάντως καλή του ώρα του γλυκού μου δασκάλου όπου κι αν βρίσκεται...



Σήμερα στο αυτοκίνητο υπέβαλα τον εαυτό μου συνειδητά στο μαρτύριο να ακούσω την εκπομπή του Α. Ρουμελιώτη στο City. Συνέχιζα να ακούω διότι πολύ απλά δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που άκουγα! Πέρα από το γεγονός ότι η προβληματικότατη άρθρωση του εκφωνητή ήταν εκνευριστική, είναι απίστευτο πόσες ασυνάρτητες σεξιστικές σαχλαμάρες ξέβρασε ο καταπιώνας του (και ξέβραζε ακατάπαυστα, χωρίς ανάσα). Από το ό,τι οι "αδελφές" φταίνε για την κρίση στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (με συνειρμό από την ονομασία της τράπεζας Lehman brothers όπου brothers=αδελφές!!!) ως την πρόωρη εκσπερμάτιση των ανδρών (που όμως δεν απασχολεί τις γυναίκες διότι αυτές θέλουν μόνο να "τυλίξουν" τους άνδρες).

Σεβαστέ μου Δρ. Φλάντζα ως φαίνεται τα ούφο δεν βγαίνουν μόνο από την τηλεόραση αλλά και από το (καταταλαιπωρημένο) ελληνικό ραδιόφωνο.


Από τοίχο της Μυτιλήνης. Του Αθήναιου, που του αρέσουν τα γκράφιτι.

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

Mine is a long and a sad tale

Charles Blackman, The Pink Alice


Ένα ποστ διανθισμένο με φράσεις από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.




Ενδόμυχη σκέψη νο. 3297: Η καταλληλότερη να ενσαρκώσει την Αλίκη Βουγιουκλάκη, ιδιαιτέρως την εποχή γύρω στο 1970, είμαι ΕΓΩ. Δεν μπορώ να φανταστώ καμιά καλύτερη από μένα στη Νεράϊδα και το Παλικάρι. Τα έχω όλα: την τσαχπινιά, το μαλλί, τα κιλά. Αλλά το ξέρουμε πιά: η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της, το ταλέντο δεν αναγνωρίζεται, κλπ.

Αναρωτιέμαι τι φταίει γι'αυτή την εμμονή μου με την Αλίκη. Δεν είμαι σίγουρη, αλλά ίσως φταίει ο αδελφός της νονάς μου. Όποτε πήγαινα σπίτι τους όταν ήμουν μικρή, με άρπαζε από τα μάγουλα και μου έδινε δύο πολύ ρουφηχτά φιλιά-βεντούζες (τα είχα ονομάσει προς τιμήν του "φιλιά Μήτσου"), με κοίταζε μιά στιγμή μέσα στα μάτια και μου έλεγε με βαθιά φωνή: "Αλίκη! Ίδια η Αλίκη". Και ακριβώς επειδή με αποκαλούσε Αλίκη, του έκανα τη χάρη και δεν σκούπιζα αμέσως τα σάλια από το μάγουλο, όπως έκανα συνήθως δηλαδή, αλλά λίγο μετά, διακριτικά.


"Who are you? said the Caterpillar.


"I-I hardly know, Sir, just at present -at least I know who I was when I got up this morning, but I think I must have changed several times since then."


"What do you mean by that?" said the Caterpillar, sternly. "Explain yourself!"


"I can't explain myself, I'm afraid, Sir," said Alice, "because I'm not myself, you see."



Σύμφωνα με όλες τις προβλέψεις για το ζώδιό μου περνάω μιά φάση επαναστατική. Καταλαβαίνετε την αδήριτη ανάγκη να επιβεβαιώσω τις προβλέψεις. Οι ανεμόμυλοι γύρω μου περιμένουν να τους καταλάβω αλλά εγώ σ
το μεταξύ λύνω μετά μανίας sudoku.



When I used to read fairy tales, I fancied that kind of thing never happened, and now here I am in the middle of one! There ought to be a book written about me, that there ought! And when I grow up, I'll write one -but I'm grown up now...




Σε λίγες ώρες, για λίγες μέρες, θα φωτογραφίζω μανιτάρια. Μία από αυτές τις ανεξήγητες μανίες μου, από τις οποίες δεν προκύπτει τίποτα, δεν γίνονται δηλαδή για κάποιο σκοπό -δεν τα μαζεύω για να τα φάω, δεν κάνω κάτι με όλες αυτές τις φωτογραφίες που έχω κατά καιρούς συλλέξει.

Είναι μιά ακόμη δραστηριότητα στο πλαίσιο της στάσης που είχα και εξακολουθώ να έχω στη ζωή μου ότι συνειδητά θέλω να χάνω, να ξοδεύω σπάταλα το χρόνο μου σε πράγματα που με ευχαριστούν, χωρίς να προκύπτει κάποιο αποτέλεσμα, χωρίς σκοπιμότητα.

Τις άχρηστες δραστηριότητές μου νιώθω βέβαια συχνά την ανάγκη να τις υπερασπίζομαι με ένα σωρό χαζές δικαιολογίες που υποτίθεται αποδεικνύουν την χρησιμότητά τους. Στην ουσία υπερασπίζομαι το δικαίωμά μου να έχω άχρηστες, άσκοπες δραστηριότητες, γιατί καταλαβαίνω ότι είναι σχεδόν εγκληματικό στις μέρες μας να χάνεις χρόνο άσκοπα, να μην έχεις στόχο, να μην έχεις οποιουδήποτε είδους κέρδος.




"Would you tell me, please, which way I ought to go from here?"

"That depends a good deal on where you want to get to," said the Cat.

"I don't much care where -"said Alice.

"Then it doesn't matter which way you go," said the Cat.

"- so long as I get somewhere," Alice added as an explanation.

"Oh you're sure to do that," said the Cat, "if you only walk long enough."