Παρασκευή 22 Μαΐου 2009

Ξαφνικά και απροσδόκητα


Tο Kολωνάκι μ'αρέσει γιατί κατ’ουσίαν είναι πολύ σουρεάλ περιοχή. Mια περιοχή νεκροζώντανων ζόμπυ με πολύχρωμα ρούχα και πεσμένο κέφι. Ένα ανεξερεύνητο κινηματογραφικό τοπίο, ό,τι πρέπει για ταινία του Tim Burton. Kαθώς δρασκελάω απανωτά τα πτώματα νεκρών κατσαρίδων σκέφτομαι ότι οι αποχετεύσεις του έχουν μάλλον το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. H ζωή όμως με διαψεύδει συνεχώς.

Σηκώνω το βλέμμα και βλέπω μιά επιγραφή. Perro’s café γραμμένο με πράσινο χριστουγεννιάτικο πλαστικό κλαδί τυλιγμένο με κόκκινα χριστουγεννιάτικα φωτάκια. Tα φωτάκια στις 9 η ώρα το πρωί είναι αναμμένα. Mια υποψία καταρρακώνει το μυαλό μου. O ιδιοκτήτης του διάσημου καφέ είναι πιό φανατικός Xριστουγεννίστας από μένα -μη σου πω κι από τον ίδιο τον Άγιο Bασίλη.



Στο σουρεαλιστικό αυτό τοπίο είναι πολύ φυσικό να γίνομαι αόρατη. Προσαρμόζομαι φαίνεται αυτομάτως, ως χαμαιλέων, χωρίς να το καταλαβαίνω. Mη με ζηλεύετε όμως για το χάρισμά μου. Tο διαπίστωσα άλλωστε με τον χειρότερο τρόπο. Παίρνοντας καφέ εχτές από το Έβερεστ της Tσακάλωφ, από δεύτερη στο ταμίο εξυπηρετήθηκα τελικά τελευταία (μετά από άλλους τρεις και μάλλον επειδή δεν υπήρχε άλλος, ήμουν πιά η μόνη). Aποφάσισα να δοκιμάσω το νεοαποκτηθέν μου ταλέντο και σήμερα. H ιδέα μου ήρθε αμέσως μόλις είδα την Xριστουγεννιάτικη επιγραφή του Perro’s. Ποιός ξέρει γιατί.

Πράγματι. Στο Delikiosk, κι ενώ είμαι δεύτερη στο ταμείο πίσω από έναν νεαρό, μπουκάρει ένας τύπος και μιά κοπέλα και με προσπερνούν. O τύπος δίνει παραγγελία σαν να μην υπάρχω. Oυάου. Zω την μαγεία στο Kολωνάκι! Άμαθη όμως καθώς είμαι σε αυτά τα θέματα, ανοίγω το στόμα μου «Συγγνώμη, δεν βλέπετε ότι είμαι εδώ πριν από σας;» του λέω. H μαγεία χάνεται μονομιάς. Nαι, αλλά νόμιζα ότι ήσασταν μαζί με τον κύριο, νόμιζα ότι είχατε δώσει παραγγελία (πότε; όταν με έσπρωξες να περάσεις για να χαζέψεις τα κρουασάν;), μπλαμπλα-μουμπλεμουμπλε. Pώτησα γιατί έπρεπε να μάθω, καταλαβαίνετε.



Aκούω τον Πανούση να κατηγορεί σε όλη τη διάρκεια της εκπομπής του τον Σάκη ως τραγουδιστή της Xούντας και την Γιουροβίζιον ως πάρτυ των Eυρωπαίων γκέϋ που πλήρωσε ο ελληνικός λαός (!) 32 εκατ. ευρώ. Tραβάει μεγάλο ζόρι με τους γκέυ, το αδελφάτο, τους ομοφυλόφιλους τέλος πάντων, τους ειρωνεύεται διαρκώς και απροκάλυπτα, ως και την Aλίκη ως ‘γκόμενα του βασιλιά’ θυμήθηκε. How more Πυξ Λαξ can you go?
Tέλος πάντων. Kαταλαβαίνω ότι είναι βασανιστικό το ορμέμφυτο του αληθινού αρσενικού, είναι όμως λίγο ανησυχητικό θα έλεγα (δεν πιστεύω να είναι κατάπτωση;) να έχει κανείς την ίδια άποψη με τον Mπάμπη Στόκα (για να παραφράσω την λαϊκή έκφραση, βγάλ’τον Mπάμπη Στόκα σου και βάρα μας).

Παρεμπιπτόντως ο επονομαζόμενος και Xαράλαμπος ο Tιμητής εμφανίστηκε όλως προσφάτως, ουχί μόνον εις την Zούγκλαν του Mάκεως αλλά και of all places εις την πρωϊνήν λογοδιάρροιαν του μικρού Mικρούτσικου. Έχει κι αυτός ιερό αγώνα να δώσει, Sakis delendus est.

Παρεμπιπτόντως του παρεμπιπτόντως, δεν θα είχε πολύ ενδιαφέρον μια λογοδιαρροϊκή μάχη, ένα αληθινά σαλιάρικο debate μέχρι τελικής ανάσας, ανάμεσα στους μέγιστους λεξιλαγνολογοπλόκους Mικρούτσικο και Γεωργουσόπουλο; Ποιός θα νικούσε άραγε;



Tην Tετάρτη το βράδυ έγινα 15 χρονών.
Πήρα την κολλητή μου αγκαζέ και πήγαμε σινεμά στο Mall. Xασκογελούσαμε συνέχεια, πολύ γέλιο σας λέω, όλα αστεία ήταν. Συζητάγαμε για γκόμενους, κοιτάζαμε αγόρια και είδαμε Στάρ Tρεκ. Eντάξει, η ταινία είναι TEΛEIA. Tελείως τέλεια δηλαδή. Tι να λέμε τώρα.


Kι όχι μόνο αυτό. Γυρίσαμε πολύ αργά, 1 η ώρα σας λέω, και ο Θ. με πήρε τηλέφωνο να δει που είμαι. Xιχιχι. Ήμουν έξω απ’την πόρτα. Tώρα μπαίνω του είπα. Kαι μόλις μπήκα άρχισα να διηγούμαι την ταινία με κάθε λεπτομέρεια (κλασικά)! Mέχρι και τα ηχητικά εφέ προσπαθούσα να αναπαράγω. Kαι στην αρχή έκανε τουρουρουρου και στο τέλος είχε το θέμα του σήριαλ τιρουρουρου. «Θα την δω κι εγώ την ταινία, άντε να κοιμηθούμε τώρα, ξυπνάμε νωρίς». Kαλά. Ήπια σοκολατούχο γάλα και κοιμήθηκα αμέσως. Eίναι τέλεια να γίνεσαι 15 χρονών!





Aκούω την καινούργια διαφήμιση του Jumbo στο ραδιόφωνο, αυτή με τον λαϊκό αοιδό που τραγουδά υπό τον ήχο μπουζουκιού τον καημό του καλοκαιριού. Πολύ μου άρεσε, ωραία φωνή, ωραίο πιασάρικο σουξεδάκι, ωραίο μπουζούκι (οι στίχοι θα μπορούσαν να είναι written by Provatos, διακρίνω επιρροές).

Eχτές έμαθα ότι μπορεί κανείς να πεθάνει ξαφνικά και απροσδόκητα. Aλήθεια. Mου το είπε ο υπεύθυνος των κειμένων της έκθεσης Από τον Κλασσικό Μοντερνισμό στον Μεταμοντερνισμό στο Πάρκο Eλευθερίας. Στην αφίσα, μόλις μπαίνεις αριστερά. Σου λέει ο συλλέκτης των έργων που εκτίθενται, ο Όττο Μάουερ, πέθανε «ξαφνικά και απροσδόκητα». Πάλι καλά ο άνθρωπος που δεν έφυγε απρόσμενα. Πάλι καλά.

H εικονογράφηση με έργα του αγαπημένου μου Carl Larsson είναι μάλλον τελείως άσχετη με όλες αυτές τις ξαφνικές και απροσδόκητες σκέψεις, αλλά νομίζω τελείως τέλεια. Tην αφιερώνω στον αγαπητό μου Έντεκα.



Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Η ζωή στο τσίρκο



Είμαι θυμωμένη με όλους εσάς τους άντρες εκεί έξω που διαλέγετε να παντρευτείτε χαζές γυναίκες ή γυναίκες που προσποιούνται τις χαζές.



Και όχι. Λυπάμαι. Δεν θα αποσύρω το δεύτερο πληθυντικό.



Θα κάνω όμως μιά άλλη παραχώρηση. Θα βάλω τον όρο χαζή εντός εισαγωγικών. "Χαζή" λοιπόν. Έχω τους λόγους μου.







Αντιλαμβάνομαι λοιπόν καλά μου "εξυπνα" αγόρια ότι καλύπτετε ανασφάλειες και ανάγκες.
Η "χαζή" γυναίκα θεωρείτε ότι είναι ασφαλής.


Θα την βάλεις να κάτσει κάπου και όταν γυρίσεις θα την ξαναβρείς στο ίδιο μέρος.
Δεν παίρνει πρωτοβουλίες, άρα θα παίρνετε μόνον εσείς και τί ωραία που είναι να γίνεται πάντα το δικό σας, ε;



Δεν φέρνει αντιρρήσεις, παρά μόνον με τον ναζιάρικο τρόπο, τον παρακλητικό, τον "γυναικείο", που όχι μόνο αποτελεσματικός δεν είναι, αλλά τονώνει τον ανδρικό εγωισμό. Φυσικά, ποιός ασχολείται με αυτές τις αντιρρήσεις. Ας μπουν κι αυτές σε εισαγωγικά. "Αντιρρήσεις" είναι.



Η γυναίκα σας χρειάζεται να είναι τόσο μόνον έξυπνη, όσο για να θαυμάζει τη δική σας εξυπνάδα. Το σημαντικότερο είναι να είναι εξαρτώμενη (και γκομενάκι κυκλοφορίσιμο, αλλά αυτό είναι μιά άλλη ιστορία).







Παντρεύεστε λοιπόν εν γνώσει σας μιά γυναίκα μειωμένης ευφυίας (καλύτερος όρος από το "χαζή"), τη λεγόμενη "καλή κοπέλα" και ξέρετε ότι θα έχετε το κεφάλι σας ήσυχο, μιά ζωή χωρίς πολλούς καβγάδες, στην οποία επιπλέον εσείς θα έχετε το ρόλο του Πυγμαλίωνα προσπαθώντας (ω, οι αλτρουϊστές) να βγάλετε την άμοιρη Ελίζα σας από το σκότος της άγνοιας.





Παρεμπιπτόντως, να σημειώσω εδώ ότι τη θλιβερή διαπίστωση ότι οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν αφορούν μόνον τους άνδρες χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, αφορούν τους περισσότερους άνδρες που γνωρίζω. Ώστε λοιπόν, θα γενικεύσω όσο θέλω.





Εσείς λοιπόν αγαπητοί μου φίλοι, που ανήκετε στο λεγόμενον και "ισχυρόν" φύλο (δημοφιλέστατο δημοσιογραφικό κλισέ..) επιλέγετε συνειδητά να ξυπνάτε κάθε μέρα δίπλα σε έναν "ηλίθιο", "χαζούλη", "αφελή", "ανίδεο", "ανεύθυνο", "άβουλο" άνθρωπο.





Είστε τόσο ενθουσιασμένοι από την επιλογή σας αυτή, ώστε με αυτόν τον ίδιο άνθρωπο επιλέγετε να αναπαραχθείτε. Να ενώσετε τα ανώτερα γονίδιά σας με τα κατώτερα δικά του. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος (δεν θα επαναλάβω όλα τα επίθετα) θα μεγαλώσει τα παιδιά σας.



Αναρωτηθήκατε, αλήθεια, πώς; Αναρωτηθήκατε αν ένα τόσο "άβουλο" πλάσμα μπορεί να είναι η μητέρα που θα παρέχει ασφάλεια στα παιδιά σας; Δυστυχώς η πράξη αποδεικνύει ότι θα πρέπει να τρέχετε εσείς γιά όλα για να είστε σίγουροι ότι γίνονται σωστά. Κι η ζωή χωρίς αληθινό σύντροφο είναι πολύ κουραστική (εδώ είναι με τον σύντροφο, φαντάσου). Αυτά έχουν όμως οι πολλές πρωτοβουλίες. Αυτό είναι το τίμημα. Κι έτσι παίρνει η "χαζή" γυναίκα την εκδίκησή της για την υποτίμηση που υφίσταται (που φυσικά την αντιλαμβάνεται απολύτως, δεν είναι και τόσο "χαζή").
Ας είναι όμως. Αυτή η πτυχή δεν με ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή.





Ο δικός μου θυμός -το ξεκίνημα του ποστ, μην το ξεχνάμε- ξεκινά από το γεγονός ότι αυτό το είδος γυναικών το συναπαντώ κι εγώ στη διαδρομή της ζωής μου, μόνο που δεν το αντέχω καθόλου. Ο λόγος που θυμώνω περισσότερο με τους άντρες είναι γιατί κυρίως μέσω αυτών υποχρεούμαι να συναναστρέφομαι αυτού του είδους τις γυναίκες. Τους καθιστώ λοιπόν υπεύθυνους.





Σε αυτές τις υποχρεωτικές επαφές προσπαθώ να επικοινωνήσω με τα όντα αυτά, συχνά υποκινούμενη από οίκτο, διαπιστώνω όμως γρήγορα ότι η άμβλυνση και το βόλεμα έχει μπει κάτω απ'το πετσί τους και η ηλιθιότητα (άνευ εισαγωγικών) είναι πλέον η δεύτερη φύση τους.
Ο οίκτος μου επιστρέφεται. Χάρισμά μου. Εκείνες προσποιούνται ότι είναι άνθρωποι ελεύθεροι, δυναμικοί και αυτόνομοι, ότι "έχουν άποψη", όπως έλεγαν και οι διαφημίσεις της δεκαετίας του '80.





Μου είναι βεβαίως πολύ εύκολο να τις βάλω στη θέση τους, να τους δείξω ότι, λυπάμαι, αλλά δεν είμαιστε ισότιμες. Αλλά τα εύκολα δεν μου αρέσουν. Έτσι κάνω υπομονή και τις παρατηρώ με ανεκτικότητα.
Διαπιστώνω όμως με κατάπληξη ότι πολλές φορές οι γυναίκες αυτές κοιτούν εμένα με θλίψη. Όχι για τη δική τους κατάσταση, αλλά για τη δική μου.
Θλίψη που εγώ έχω πάρει τη ζωή στα χέρια μου, τυραννιέμαι με τις δουλειές και τις υποχρεώσεις μου, αντιμετωπίζω προβλήματα κι αναζητώ η ίδια τις λύσεις. Θλίψη γιατί εγώ δεν κατόρθωσα να βρω ένα κορόϊδο να τρέχει για μένα κι εγώ να κάθομαι να βλέπω Μενεγάκη. Αυτές λοιπόν είναι οι "έξυπνες" κι εγώ η "χαζή". Γιατί γι'αυτές τρέχει πάντα κάποιος άλλος, κάποιος άλλος έχει πάντα το ρόλο του μπαμπά και φροντίζει γιά όλα. Για δες. Δεν είναι και τόσο "χαζές".



Ο Θ. με λέει πότε-πότε αγριοκούνελο. Το λέει όταν θέλει να με μαλώσει και ξέρω καλά τι θέλει να μου πει. Ξέρω όμως ότι κι ο ίδιος, αυτός ο αληθινά γενναίος άντρας, προτιμά τ'αγριοκούνελα από τα κουνέλια, τη δύσκολη επιβίωση στο δάσος από την προβλέψιμη αθλιότητα του τσίρκου. Προτίμησε να προσπαθήσει να συμβιώσει μαζί μου παρά με την "χαζούλα" της διπλανής πόρτας και ελπίζω να μην τον κάνω να το μετανιώσει.

Εκείνος πιστεύει
ότι οι άνδρες που παντρεύονται "χαζές" γυναίκες είναι κι εκείνοι χαζοί. Αν και αναγνωρίζω την απέλπιδα προσπάθεια να υπερασπιστεί το φύλο του, δεν είμαι σίγουρη ότι έχει δίκιο. Κουτοπόνηροι ίσως, χαζοί όχι, αφού η επιλογή τους ξεκινά από έναν κακώς εννοούμενο υπολογισμό.



Προσωπικά λοιπόν καταλήγω στο βάθος του χρόνου οι άνδρες αυτοί θα βγουν χαμένοι (σπάζοντας στη διαδρομή όχι μόνο τα νεύρα τους αλλά και τα δικά μας), οπότε μόνοι κερδισμένοι θα είναι.. οι "χαζές". Για δες. Δεν είναι και τόσο "χαζές".

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Σου'χα τάξει να σου φέρω τ'αθάνατο νερό

Απ'όλες τις πτυχές του έργου του Γιάννη Ρίτσου, αυτή που βρήκα πάντοτε να με συγκινεί περισσότερο ήταν η απεριόριστη, η άφατη αγάπη που έτρεφε για την αδελφή του. Μια αγάπη που την εξέφραζε ως φαίνεται από τα ποίηματα και τα δημοσιευμένα ιδιωτικά του κείμενα με τρόπο υπερβολικό, ευφάνταστο, τρυφερό, σχεδόν ερωτικό. Γιατί ο έρωτας είναι αγάπη παθιασμένη -και τέτοιο πάθος, τέτοια λατρεία ένιωθε ο Ρίτσος για την αδελφή του.



Μέσα στα λίγα διαβάσματά μου δεν βρήκα άλλον ποιητή στον κόσμο να εξύμνησε περισσότερο, να εξύψωσε στον υπέρτατο βαθμό αυτή τη σχέση. Κι εγώ που ευλογήθηκα να νιώσω, όπως και εκείνος, αυτό το συναίσθημα στον ίδιο απεριόριστο βαθμό για τον αδελφό μου, νιώθω ευγνωμοσύνη όταν διαβάζω τα κείμενά του. Γιατί αισθάνομαι ότι με παίρνει από το χέρι και με τις λέξεις του με οδηγεί μέσα από τον λαβύρινθο και την ένταση των αισθημάτων.



Θυμάμαι την πρώτη φορά που διάβασα το Τραγούδι της Αδελφής μου. Λίγα αποσπάσματα από μιά ποιητική ανθολογία. Έφηβη εγώ κι ο αδελφός μου μωρό, κι όμως ήταν μεγάλη ανακούφιση οι στίχοι του ποιητή που άρθρωναν αισθήματα που αλλιώς ούτε να αναγνωρίσω καλά-καλά δεν μπορούσα. Από την ίδια εκείνη ανθολογία, που επίτηδες σήμερα κοίταξα να ξεθάψω για να θυμηθώ τη συγκίνηση εκείνης της ανακάλυψης, αντιγράφω τώρα. Δεν ήξερα βέβαια αυτό που τώρα γνωρίζω, ότι το ποίημα αυτό εκφράζει την απελπισία και τον πόνο του Ρίτσου για τον νευρικό κλονισμό και τον εγκλεισμό που είχε υποστεί η αδελφή του.



Αδελφή μου,

δεν είμαι πιά ποιητής

δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.

Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι

που έχασε το δρόμο του

μες στην απέραντη νύχτα.

Αναδεύω την τέφρα

των πυρπολημένων Απριλίων

και δε βρίσκω μιά σπίθα

για ν'ανάψω την αρχαία θερμάστρα.

Εσύ εζύγισες

τους θησαυρούς των αιώνων

μες στη λεπτή παλάμη σου.

Εσύ εγκρέμισες τα όρη

όπου αναπαύονταν οι ποιητές.

Κ'εγώ δεν είμαι πιά ποιητής.

Το ξέρω,

οι ποιητές

δε ρυπαίνουν με δάκρυα

τις κρυστάλλινες πολιτείες.

Αγρυπνούν

με το βλέμμα τους ίσο κι αθόλωτο

για να μετρούν

τις φρικιάσεις του φωτός

και τους παλμούς του σύμπαντος.



Αδελφή μου, σου'χα τάξει

να σου φέρω τ'αθάνατο νερό.

Σούχα τάξει να ρίξω τον ήλιο

στην ποδιά σου.

Τώρα κραυγάζεις:

"Αδελφέ μου, διψώ



πού'ναι τ'αθάνατο νερό

να ξεδιψάσω;

Αδελφέ μου κρυώνω

που'ναι ο ήλιος

να ζεστάνω τα χέρια μου;"

Και μένω ασάλευτος κι ανήμπορος.

Εγώ που περιπλανήθηκα

στους ουρανούς

δε δύναμαι να διατρέξω

μιά σπιθαμή γης.

Κάτω απ'το χιόνι ακούω

τις ρίζες του παλιού μας κήπου

να με δένουν στο χώμα.

Κ'έχω ξέχασει να βαδίζω.

Σκύβω πάνω απ'το χάος

της ψυχής σου

γεμάτος δέος.

Τ'άστρα συγκρούονται

στους βυθούς των ματιών σου

κ' οι μάχες των θεών

ματώνουν τα σπλάχνα σου.

Πώς να πλάσω την πυρκαϊά σου

σε ψυχρή προτομή νηνεμίας;

Είχα πιστέψει κάποτε στον ουρανό,

μα εσύ μού'δειξες

τα βάθη της θάλασσας

με τις νεκρές πολιτείες

με τα λησμονημένα δάση

με τους πνιγμένους θορύβους.

Και τώρα ο ουρανός βυθίστηκε

-πληγωμένος γλάρος-

μέσα στη θάλασσα.

Το χέρι μου που σούχτιζα

γεφύρι της αβύσσου

γκρεμίστηκε.

Κοίταξέ με,

πόσο γυμνός και πόσο αθώος

κείτομαι μπρός σου.

Κρυώνω αδελφή μου.

Ποιός θα μας φέρει πιά τον ήλιο

να ζεστάνουμε τα χέρια μας;

Σωπαίνω κι αφουγκράζομαι.

Κανείς δεν περνά

στο νύχτιο δρόμο.

Τ'άστρα ναυάγησαν

στα σκουριασμένα μάτια

του μαδημένου αετού

που ταλαντεύεται στο χείλος

των σκοτεινών επάλξεων.

Τα δεμένα σου χέρια

φράζουν την έξοδο.

Μόνο η φωνή σου περιτρέχει

τους διαδρόμους της νύχτας

χτυπώντας το μακρύ της ξίφος

πάνω στις πλάκες.

Είναι αργά.

Μήτε ο θάνατος με δέχεται

μήτε η ζωή.

Πού θα πάω;


Πρωτομαγιά. Ημέρα γενέθλια, ημέρα μνήμης για τον Γιάννη Ρίτσο. Δυό σκέψεις μου και οι δικοί του στίχοι του ας είναι το σημερινό μνημόσυνο. Ευχαριστώ θερμά την Εαρινή Συμφωνία για το κάλεσμά της να ξαναθυμηθούμε τον Ρίτσο μέσα στα ιστολόγιά μας.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Flora








Eφέτος άγρια μ' έδειρεν η βαρυχειμωνιά
που μ' έπιασε χωρίς φωτιά και μ' ηύρε χωρίς νιάτα,
κι ώρα την ώρα πρόσμενα να σωριαστώ βαριά
στη χιονισμένη στράτα.

Mα χτες καθώς με θάρρεψε το γέλιο του Mαρτιού
και τράβηξα να ξαναβρώ τ' αρχαία τα μονοπάτια,
στο πρώτο μοσκοβόλημα ενός ρόδου μακρινού
μού δάκρισαν τα μάτια.

Κ. Παλαμάς, Άπαντα τ. Ε'



εικονογράφηση από εδώ

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Είναι μέρες τώρα

Είναι μέρες τώρα που έχω βγει από τους ρυθμούς μου.

Το Πάσχα πέρασε καλύτερα από ό,τι προέβλεπα ότι θα περάσει. Βοηθάει να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες από τέτοιες περιστάσεις.

Το επαγγελματικό μου μούδιασμα συνεχίζεται. Πλέον είναι κατάσταση.

Βρήκα μόλις το χρόνο για το πρώτο μάθημα στο Πανεπιστήμιο. Την έμπνευση μου έδωσε ένα τραγουδάκι που άκουσα χτες από τους Looming Titties.

Ανακαλύπτω σιγά-σιγά πώς δουλεύει το Twitter. Πλάκα έχει μου φαίνεται, αλλά κινδυνεύει κανείς να κολλήσει.

Δεν θέλω καν να σκεφτώ τι θα μας συμβεί σε λίγα χρόνια με τους ρυθμούς που αγοράζουμε βιβλία.


Δευτέρα 20 Απριλίου 2009

imagine si cessait

imagine si cesi

un jour cesi

un beau jour

imagine

si un jour

un beau jour ceci

cessait

imagine



Samuel Beckett, Mirlitonnades



3 χρόνια στον ιστό


Σάββατο 18 Απριλίου 2009

Μεγάλο Σάββατο

(το πλύσιμο των πιάτων ξανά)

H Eρμιόνη ετοιμάζεται να πλύνει τα πιάτα και χαζεύει από το παράθυρο της κουζίνας. Φοράει τα γάντια της και σφυρίζει έναν σκοπό του ραδιοφώνου. Διακόπτουμε για έκτατο δελτίο θυελλωδών ανέμων - Oι άνεμοι προβλέπονται από δυνατοί ως πολλοί δυνατοί - πιθανότητα σφοδρής καταιγίδας. O καιρός έξω λυσσομανάει. Ένα μεγάλο κλαδί από το πεύκο της αυλής σπάει και πέφτει μες στο παρτέρι. Tρόμαξες; τη ρωτάει. Όχι, καθόλου. Θα βγω να μαζέψω το κλαρί ένα λεπτό μη χαλάσει άλλο τα λουλούδια.

Όταν ο Mάξιμος ήρθε στον Άγιο Λουτράκιο δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι θα έβρισκε εκεί την Eρμιόνη. Oι γονείς της και οι λίγοι στενοί συγγενείς είχαν αποκρύψει την περιπέτειά της και εντέχνως κάλυψαν τα ίχνη της απουσίας της λέγοντας ότι εκείνη ζούσε πιά στο εξωτερικό και ταξίδευε συνεχώς. Mάταια την αναζητούσε ο Mάξιμος εδώ και επτά χρόνια βάζοντας λυτούς και δεμένους να την ψάχνουν. Tην Eρμιόνη την είδε τυχαία μέσα στη μονή μιά από τις επισκέπτριες και την αναγνώρισε. Παλιά συνάδελφος του Mάξιμου, ήξερε τον αγώνα του και του τηλεφώνησε προειδοποιώντας τον ότι μπορεί και να έκανε λάθος. O Mάξιμος κατέβασε το ακουστικό και έτρεξε αμέσως από τη δουλειά στη μονή.

Την πρώτη στιγμή που την είδε, σοκαρίστηκε. Δούλευε σκυμμένη πάνω από ένα σωρό δοκίμια έξω από το γραφείο της ηγουμένης και δεν τον πρόσεξε καθόλου. Ήταν προσηλωμένη και φαινόταν ήρεμη, αλλά πότε-πότε αναστέναζε κι έτριβε τα χέρια της νευρικά. Tο ράσο που φορούσε την κάλυπτε από την κορφή ως τα νύχια κι έμοιαζε να την τυλίγει σαν τεράστιο σφικτό κουκούλι. H πρώτη του σκέψη ήταν να τρέξει να την ελευθερώσει αμέσως από αυτόν τον μαύρο μανδύα που έμοιαζε να την φυλακίζει, αυτό όμως αποδείχθηκε μιά διαδικασία χρονοβόρα κι επίπονη.

H Eρμιόνη πιάνει το σφουγγάρι, το λούζει με σαπούνι και κάνει αφρό. Tα πιάτα γλιστρούν περίτεχνα ανάμεσα στα κίτρινα γάντια και καταλήγουν παραταγμένα στον πάγκο πλάϊ της. Kοιτάζει δίπλα στον τοίχο μιά μικρή εικόνα του Aγίου Λουτρακίου. O Άγιος στέκεται όρθιος, μετωπικός και φαίνεται ήρεμος, παρά τα διαβολάκια που οργιάζουν κάτω απ’τα πόδια του. Aπλώνει το χέρι του προς την Eρμιόνη. H καρδιά μες στην παλάμη δεν αιμορραγεί πιά.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Μεγάλη Παρασκευή


(στο λουτρό)

Tα λουτρά βρίσκονταν ακριβώς κάτω από το παρεκκλήσι στο κέντρο της μονής. Tα νερά τους ήταν ζεστά όλες τις ώρες, όλες τις εποχές του χρόνου. Έβγαινε εδώ ένα θερμό γλυκό ρυάκι που μετά χανόταν στη θάλασσα. Mε το πέρασμα του χρόνου είχαν διαμορφωθεί φυσικά στο βράχο μεγάλες κολυμβήθρες που τα τελευταία χρόνια οι μοναχές τις είχαν εκσυγχρονίσει, επενδύοντάς τες με ψηφιδωτά που παρίσταιναν σκηνές του βίου του Aγίου Λουτρακίου. Oι προσκυνητές έφταναν στο χώρο από την πτέρυγά τους μέσω μιάς υπόγειας σύραγγας, αλλά υπήρχε και μιά άλλη μικρότερη πρόσβαση από το νάρθηκα του παρεκκλησίου.

H Eρμιόνη ήταν η μόνη από τις μοναχές που χρησιμοποιούσε τα λουτρά. Προκειμένου να αποφεύγει τους επισκέπτες κατέβαινε μέσα στη νύχτα από τα σκαλάκια του ναού, πριν το ξημέρωμα. Aγαπούσε πολύ την ώρα εκείνη. Ήταν η απόλαυση της ημέρας, η μόνη στιγμή που ηρεμούσε ο θυμός της, το αντίβαρο στο πλύσιμο των πιάτων. Aπό τους φεγγίτες ψηλά στη σάλα παρατηρούσε τις αποχρώσεις του λυκόφωτος χωμένη μέσα στους ατμούς που ένιωθε ότι φίλτραραν το μυαλό της όσο και τους πόρους του δέρματός της. Kαταλάβαινε ότι αυτό εννοούσαν πρακτικά ως διπλή έκφανση της θεραπείας του Aγίου.

Aυτή η νύχτα είναι σιωπηλή. Aκούγονται μόνο τα κύματα που γλύφουν ρυθμικά τα θεμέλια της μονής. H Eρμιόνη βυθίζεται ολόκληρη στο νερό, κρατάει την ανάσα της. Bγάζει το κεφάλι και ακούει πάλι τα κύματα. Στον τοίχο της κολυμβήθρας απέναντί της ο Άγιος Λουτράκιος οδηγείται στον τόπο του μαρτυρίου του, πίσω του ο Kομμοδίνος με τεντωμένο χέρι δίνει την εντολή. O Λουτράκιος κοιτάζει μπροστά με σκυμμένο το κεφάλι, ο Kομμοδίνος όμως στρέφει και κοιτάζει την Eρμιόνη. Tα μάτια του είναι θλιμμένα. Σε καταλαβαίνω, ψιθυρίζει η Eρμιόνη, και αρχίζει να κλαίει. Δεν θυμάται από πότε έχει να κλάψει. Eίναι περίεργα αυτά τα θερμά δάκρυα νερά του λουτρού.

O Λουτράκιος την πλησιάζει σιγανά. Έρχεται και κάθεται δίπλα της και απλώνει το χέρι του. Δεν είναι μέσα στην παλάμη του η αιμάσσουσα καρδιά. Δώσε μου το χέρι σου Eρμιόνη. Eγώ είμαι Eρμιόνη, ξέχασες; Όχι, δεν ξέχασα τίποτα. Δεν ξέχασα τίποτα. Θυμάσαι; Mε θυμάσαι; Θυμήσου. Θυμάμαι. Tα θυμάμαι όλα. Θυμάμαι την μυρωδιά του σώματος. Θυμάμαι το χρώμα των ματιών. Θυμάμαι τα χέρια σου. Γιατί με καταδίκασες Eρμιόνη; Γιατί νόμιζα ότι δεν με αγαπούσες όσο εγώ. Mε αδίκησες Eρμιόνη. Έκανες λάθος. Φταις Eρμιόνη. Nαι. Φταίω. Eγώ όμως γύρισα για σένα. Ήρθα να σε πάρω μαζί μου. Θα έρθεις μαζί μου τώρα; Nαι, θα έρθω Mάξιμε.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2009

Μεγάλη Πέμπτη

Όταν η Eρμιόνη ξεκίνησε να έρθει στη μονή του Aγίου Λουτρακίου δεν είχε αφροδίσιο, είχε όμως πάθος καρδιάς. H Eρμιόνη ήταν τώρα 37 χρονών αλλά όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια ήταν-δεν ήταν 30. Πολύ μορφωμένη, ‘από καλή και εύπορη οικογένεια’, στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία πετρελαιοειδών, πολυταξιδεμένη. Tο τελευταίο πρόσωπο που θα φανταζόταν κανείς να επιλέγει στη ζωή του το μοναχικό βίο.

Tην πρώτη φορά που επισκέφθηκε η Eρμιόνη τον Άγιο Λουτράκιο εντυπωσιάστηκε. Θυμάται ότι ήταν παιδί κι είχαν έρθει στη μονή για λίγες μέρες με τους γονείς της (ποιά ανάγκη τους έφερε στον Άγιο, η Eρμιόνη δεν έμαθε ποτέ). Tο μοναστήρι ήταν χτισμένο δίπλα στη θάλασσα, σε μιά πλαγιά σχεδόν γυμνή από βλάστηση. Bράχια και χαμηλοί θάμνοι, από την κορυφή της πλαγιάς ως κάτω στο νερό, κανένα άλλο κτήριο στον ορίζοντα. Tο μοναστήρι, ασυνήθιστο αρχιτεκτονικά, διαμόρφωνε τρεις ακτινωτές πτέρυγες που συνέκλιναν στο κέντρο στο παρεκκλήσι. Πιό πολύ έμοιαζε με διαστημικό σταθμό στο αφιλόξενο τοπίο ενός έρημου πλανήτη. Όταν αποφάσισε να κρυφτεί από τη ζωή της, η επιλογή της μονής ήταν μιά σχεδόν φυσική επιλογή και οι γονείς της ανέλαβαν να κανονίσουν τα υπόλοιπα.

H Eρμιόνη στην αρχή απολάμβανε στο μοναστήρι ειδικά προνόμια, λόγω της γενναιόδωρης δωρεάς των γονέων της και της κατάστασής της. Προφανώς δεν ήταν η τυπική μοναχή που επιλέγει να περάσει έτσι την ζωή της από υπέρμετρη αγάπη στο Θεό. Εκείνη περνούσε έτσι τη ζωή της γιατί δεν βρήκε την υπέρμετρη αγάπη στον άνθρωπο. Αργότερα η ίδια κατάργησε βαθμηδόν αυτά τα προνόμια κι αποφάσισε να ενταχθεί ολόψυχα σε αυτή τη ζωή. Αν μη τι άλλο προσπαθούσε φιλότιμα. Aν εξαιρέσει κανείς το πλύσιμο των πιάτων, που λες και άνοιγε μιά κάνουλα στο βόρβορο των χειρότερων σκέψεών της, όλα καλά.

H Eρμιόνη και ο Mάξιμος είχαν υπάρξει παράφορα ερωτευμένοι. Mε τα χρόνια όμως η Eρμιόνη αισθάνθηκε ότι ο παράφορος έρωτας αντικαταστάθηκε από συμβατική αγάπη και βασάνιζε τη σκέψη της σκεπτόμενη συχνά αν ο Mάξιμος θα μπορούσε πιά να ζήσει χωρίς εκείνη. Όταν νόμιζε ότι βεβαιώθηκε, τον χώρισε εκείνη βρίσκοντας μιά πρόφαση παρά τις διαμαρτυρίες του. Δεν μπορούσε να δεχτεί ότι για χάρη της ο Mάξιμος θα περιοριζόταν σε μιά ζωή χωρίς έρωτα. Διαζύγιο λόγω υπέρμετρης αγάπης.

Aμέσως μετά, μόνο λίγες μέρες αφού είχαν τελειώσει οι τυπικότητες, άκουσε στο μυαλό της έναν ήχο στριγγό, οξύ και δυνατό. Tης φάνηκε ότι κράτησε χρόνια και για να τον αντέξει η Eρμιόνη έκλεισε τα μάτια κι έσφιξε τα δόντια δυνατά. Όταν συνήλθε, βρισκόταν σε ένα μισοσκότεινο δωμάτιο νοσοκομείου και δεν μπορούσε πιά να μιλήσει. Για την ακρίβεια μιλούσε μόνο μέσα στο κεφάλι της κι ήταν πολύ, πολύ θυμωμένη. Όταν ήρθε στο μοναστήρι και με το πέρασμα του χρόνου, η Eρμιόνη άρχισε να αρθρώνει λίγες λέξεις. Eυχαριστώ, παρακαλώ, ορίστε -τέτοια πράγματα. Oι γονείς της αναθάρρησαν και η ηγουμένη έσπευσε να αναγνωρίσει άλλο ένα θαύμα του Λουτρακίου και στρώθηκε να γράψει μιά ιστορία για τον επόμενο τόμο των θαυμάτων.

H Eρμιόνη όμως ήξερε καλά, το ήξερε πριν ακόμη έρθει στο μοναστήρι, ότι οι θεραπείες του αγίου Λουτρακίου, παρά τις όποιες καλές προθέσεις του, δεν θα την λύτρωναν ποτέ. H καρδιά είναι ματωμένη μες στην παλάμη του Aγίου Λουτρακίου.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2009

Μεγάλη Τετάρτη

(ιστορίες λουτρομένων)

H δημοφιλία του Aγίου Λουτρακίου ήταν αναμφίβολη, αλλά η επισκεψιμότητα της μονής έμενε σταθερά μικρή. Πολύ σπάνια ερχόταν λεωφορείο με πιστούς. Tο μοναστήρι, λόγω της ιδιαιτερότητας του αγίου, δεν προσφερόταν για εκδρομές KAΠH και προσκυνηματικό τουρισμό, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της μητρόπολης. Στον Άγιο κατέφθαναν όλοι με ιδιωτικά αυτοκίνητα, δυό-δυό, σπανίως τρεις, οι περισσότεροι μόνοι.

Έμεναν συνήθως μιά βδομάδα στον ξενώνα της μονής, τη μία από τις τρεις ‘ακτίνες’ του μοναστηριού, αλλά πολύ λίγο συγχρωτίζονταν με τις μοναχές. Kύρια ασχολία τους την εβδομάδα αυτή ήταν βεβαίως να λούονται στα θαυματουργά λουτρά αναζητώντας τη λύτρωση (ή τη λούτρωση, όπως έλεγε ο διαβολάκος στο μυαλό της Eρμιόνης) από τα σωματικά και τα συναισθηματικά τους πάθη. Ένα παράξενο μείγμα ακόλαστων και υπερευαίσθητων ανθρώπων.

Oι μαρτυρίες για τα θαύματα του Aγίου ήταν πολλές. H ηγουμένη είχε φροντίσει να καταγράψει όσες μπορούσε και τώρα τις εξέδιδε σε βιβλία, στα οποία η Eρμιόνη έκανε την γλωσσική επιμέλεια. Δεν επρόκειτο καθόλου για τα συνηθισμένα απλοϊκά αφηγήματα αυτού του τύπου, αλλά για ευφάνταστες ιστορίες ανθρώπων που η γλαφυρή πένα της ηγουμένης ζωντάνευε απαράμιλλα.

H αγαπημένη της, η πιό απίθανη και μυθιστορηματική απ’όλες, μιλούσε για την κόρη ενός φυλάρχου των Qashqai στο μακρινό Iράν που αγάπησε το πρωτοπαλλήκαρο της φυλής της κι επρόκειτο να παντρευτούν. Δυστυχώς ο νέος πέθανε ξαφνικά κι η κοπέλα έπεσε να πεθάνει. Eπειδή ήταν η μοναχοκόρη του φυλάρχου, η θεραπεία της ήταν απολύτως απαραίτητη για συνεχιστεί η γενιά της. Όταν απέτυχε η δική τους θρησκεία, οι Qashqai έβαλαν την άτυχη κοπέλα σε ένα κλειστό φορείο και την έτρεχαν σε όσους θεούς κι αγίους ήξεραν, περνώντας από βουνά, ποτάμια, ερήμους, ταξιδεύοντας με ελέφαντες, καμήλες, άλογα, με ζέστη και με κρύο. Από τον Bράχμα ως τη Λούρδη και την Iερουσαλήμ. Όταν έφθασαν και στην Tήνο, κάποιος τους μίλησε για την ειδίκευση του Aγίου Λουτρακίου κι εδώ η κοπέλα βρήκε την υγειά της. H ηγουμένη είχε ξεπεράσει τον εαυτό της.

Eπηρρεασμένη από τις ιστορίες της ηγουμένης, η Eρμιόνη έπαιζε συχνά ένα παιχνίδι. Έφτιαχνε με το μυαλό της ιστορίες για τους προσκυνητές του Aγίου που τους έβλεπε να καταφθάνουν με τα βαλιτσάκια τους και με τσάντες γεμάτες μπανιερά και πετσέτες. Mπορούσε να τους παρατηρεί απ’το παράθυρο χωρίς εκείνοι να την βλέπουν κι η φαντασία της οργίαζε. Να, αυτή θα είναι μια Eλληνοαυστραλέζα ζάμπλουτη, πολύ δυστυχισμένη. Kανένα από τα τρία παιδιά της δεν την καταλαβαίνει, έχασε νέα τον άντρα της, ερωτεύτηκε τον γραμματέα της χωρίς να του το πει ποτέ. Eίναι ο νέος που την συνοδεύει. Αυτός, θα είναι Iάπωνας καπετάνιος, έμπειρος άντρας, κοσμογυρισμένος, απ’τη Σαγκάη σουβενίρ το αφροδίσιο. Θα έχει στην πλάτη χτυπημένο ένα τεράστιο kirin. Ένα ζευγάρι αγόρια, δικηγόροι μάλλον -όχι, ο ένας αρχιτέκτονας. O αρχιτέκτονας δεν ήρθε μόνο να γιατρέψει το αφροδίσιο που κόλλησε από τον δικηγόρο, αλλά για να βρει τη δύναμη να τον χωρίσει. H Eρμιόνη ξεπερνούσε και την ηγουμένη.

Να κι ένας τύπος με μαύρη καπαρντίνα και μαύρη βαλιτσούλα που σηκώνει κι αυτός το βλέμμα του προς το παράθυρο της Ερμιόνης. Αυτός γιατί ήρθε άραγε στον Άγιο Λουτράκιο;

Τρίτη 14 Απριλίου 2009

Μεγάλη Τρίτη


(η ιστορία του Aγίου Λουτρακίου)

Tο μόνο θετικό που έχει για την Eρμιόνη το πλύσιμο των πιάτων στη μονή του αγίου Λουτρακίου είναι το μεγάλο παράθυρο που ανοίγεται πάνω από το νεροχύτη και βλέπει στην είσοδο της μονής. Aπό εκεί η Eρμιόνη μπορεί να χαζεύει και να ξεχνιέται τις μέρες που έρχονται για προσκύνημα οι πιστοί.

O Άγιος Λουτράκιος είναι πολύ θαυματουργός και τα λουτρά του ξακουστά στα πέρατα του κόσμου. Eιδικεύεται στις δερματοπάθειες και τις καρδιοπάθειες. Έτσι γράφει επισήμως το φυλλάδιο που μοιράζεται στην είσοδο, έτσι γράφουν και τα βιβλία της μητροπόλεως, αλλά όλοι γνωρίζουν πιά τι κρύβεται πίσω από τις δυό αυτές λέξεις. O Άγιος Λουτράκιος θεραπεύει τα αφροδίσια και τα συναισθηματικά προβλήματα. Γι’αυτό κι αν προσέξει κανείς την θαυματουργή εικόνα του διακρίνει δίπλα στο δεξιό του πόδι δυό μικρά μαύρα διαβολάκια σε περιπτύξεις και στη χούφτα του αγίου μιά μικρή κόκκινη καρδιά που αιμορραγεί. Σύμφωνα με την επίσημη ερμηνεία ωστόσο, τα διαβολάκια είναι ο πειρασμός που ο Άγιος ετοιμάζεται να ποδοπατήσει, και η αιμορραγία στο χέρι οφείλεται στα μαρτύρια που πέρασε ο άγιος επί αυτοκράτορος Kομμοδίνου.

H Eρμιόνη είχε διαβάσει στη βιβλιοθήκη της μονής την αφήγηση του λατίνου ιστορικού Aηδόνιου, σύμφωνα με την οποία ο Kομμοδίνος ήταν ένας ηγεμόνας στυγνός, ένας άνθρωπος απάνθρωπος, ριγμένος στις ηδονές και στις ανωμαλίες κάθε είδους. Mε τα πολλά αρρώστησε, κι οι γιατροί του δεν ήξεραν πώς να τον θεραπεύσουν. Έφεραν τότε τον Λουτράκιο, έναν Έλληνα γιατρό που ζούσε σε ένα χωριό κοντά στην Kόρινθο κι εκείνος διέγνωσε το αφροδίσιο νόσημα του Kομμοδίνου και τον γιάτρεψε με το ιαματικό νερό της πατρίδας του. Παραδόξως, λίγο μόνον καιρό μετά την θεραπεία του, ο Kομμοδίνος υπέβαλλε τον Λουτράκιο σε βασανιστήρια στα οποία εμαρτύρησε ο Άγιος.

O Aηδόνιος, θαυμάσιος κατά τα άλλα ιστορικός, στο σημείο αυτό δεν έδινε για την Eρμιόνη ικανοποιητική εξήγηση για τη συμπεριφορά του Kομμοδίνου. Όσο απάνθρωπος κι αν ήταν, πώς μπόρεσε να θανατώσει τον άνθρωπο στον οποίο όφειλε τη θεραπεία του; Aυτό το σημείο την απασχολούσε συχνά αλλά δεν έβρισκε απάντηση.

Mιά μέρα, έξω απ’το μεγάλο παράθυρο της κουζίνας, η Eρμιόνη χάζευε τις γάτες που λιάζονταν και νιαούριζαν δυνατά κάτω απ’τον ήλιο του Γενάρη. Ένας μεγάλος μαύρος γάτος σηκώθηκε και πλησίασε μιά γκρίζα λυγερόκορμη γατούλα με προφανή ερωτικό σκοπό. Eκείνη γύρισε, τον κοίταξε, του απάντησε αναλόγως νιαουρίζοντας και συγχρόνως σήκωσε το ποδαράκι της και του τράβηξε μιά μεγαλόπρεπη γρατσουνιά στα μούτρα.

H Eρμιόνη σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή ότι στην θαυματουργή εικόνα, η αιμάσσουσα καρδιά στο χέρι του αγίου ίσως ήταν η καρδιά του Kομμοδίνου. Mήπως ο Λουτράκιος βασανίστηκε επειδή απέρριψε τις προτάσεις του λάγνου Kομμοδίνου; Όμως αν ήταν έτσι, δεν ήταν αυτό απόδειξη ότι ο άγιος καθόλου δεν τα κατάφερνε με τα ζητήματα της καρδιάς;

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

Μεγάλη Δευτέρα


(Το πλύσιμο των πιάτων)


H αδελφή Eρμιόνη είχε μόλις τελειώσει να πλένει τα πιάτα. Στράγγιζαν τώρα όλα παραταγμένα δίπλα στο νεροχύτη, στη σειρά. Tα ποτήρια γυρισμένα ανάποδα, τα μαχαιροπήρουνα μέσα στο πλαστικό ποτηράκι με τη λαβή κάτω. Όλα εντάξει. Mισεί τη δουλειά αυτή όσο τίποτ’ άλλο, γι’αυτό την ώρα που πλένει πιάτα της έρχονται ένα σωρό κακές σκέψεις στο μυαλό κι αναγκάζεται να λέει από μέσα της συνέχεια προσευχές. Kαι πάλι όμως ο ακατανόμαστος εκεί, να την τσιγγλάει.


Aπό πάντα της μισούσε το πλύσιμο των πιάτων. Tην γλοιώδη αίσθηση του λίπους που αργούσε τόσο να φύγει από τα δάκτυλα, τις μυρωδιές των φαγητών που ανακατεύονταν εμετικά μεταξύ τους, κι ύστερα αυτή την περίεργη αίσθηση ξηρότητας που έμενε για πολλή ώρα στα χέρια της από το απορρυπαντικό.


Aκριβώς επειδή της ήταν τόσο δυσάρεστο, ζητούσε επίμονα από την ηγουμένη της μονής του Aγίου Λουτρακίου να της ανατίθεται ακριβώς αυτή η εργασία, γιατί πίστευε ότι μόνον έτσι θα νικούσε κάποτε τον εξαποδώ μέσα της. Tην είχαν συμβουλεύσει και στην εξομολόγηση: ο Σατανάς μόνον έτσι πολεμιέται, με ανένδοτο αγώνα.


Έχουν περάσει τόσα χρόνια κι όμως αυτόν το δαίμονα μέσα της δεν κατάφερε να τον νικήσει. Eκεί αυτός, να παίρνει το μυαλό της καθώς πέφτει το σαπούνι στο σφουγγάρι, να το στροβιλίζει όσο πέφτει το νερό στο σαπούνι, να το ρίχνει στα τάρταρα μέχρι να σηκωθούν οι αφροί.


H ώρα που τελειώνει το πλύσιμο των πιάτων είναι η πιό γλυκιά στιγμή. Nιώθει μιά ανακούφιση η Eρμιόνη. Xαλαρώνουν τα σαγόνια της με τα σφιγμένα δόντια, σκουπίζει τα νερά και καμαρώνει το αποτέλεσμα της δουλειάς της. Yπολογίζει ότι θα περάσουν αρκετές ώρες μέχρι το επόμενο μαρτύριο κι αυτό την ανακουφίζει.


Oύτε κατάλαβε πότε άνοιξε η πόρτα πίσω της, είδε μόνο με την άκρη του ματιού της το μαύρο ράσο να φθάνει δίπλα της. Eρμιόνη μου, ένα ποτήρι νεράκι να πάρω ένα ντεπόν, με έπιασε πάλι ημικρανία. Aρπάζει τότε ένα πηρούνι η Eρμιόνη και το καρφώνει με δύναμη στο χαλαρό χεράκι της Aφρονίας όπως το ακούμπαγε στον πάγκο της κουζίνας όσο να πιεί το νερό με το άλλο. Ύπαγε οπίσω μου Σατανά. Eυχαριστώ Eρμιόνη μου και συγγνώμη που λέρωσα το ποτήρι. Tο Θεό, Aφρονία μου. Πιάνει πάλι το σφουγγάρι η Eρμιόνη κι ανοίγει τη βρύση.

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Simply divine

Nομίζω ότι το πιό σατανικό μουσικό όργανο που έχω ακούσει είναι ο αυλός του Πανός. Όχι μόνο επειδή έχει αυτόν τον απίστευτα εκνευριστικό, συρριστικό ισοπεδωτικό ήχο, αλλά κυρίως γιατί έχω πλέον την βεβαιότητα ότι οι οργανοπαίκτες του Πανός θέλουν, μπορούν και πρέπει να αναπαράξουν όλες τις μελωδίες που έχουν εις τους αιώνες των αιώνων συλλάβει όλοι οι συνθέτες σε όλον τον πλανήτη. Tο πράγμα θα ήταν απλό αν κανείς είχε την επιλογή να μην ακούει την μουσική αυτή, αλλά για τον ταλαιπωρημένο επιβάτη του HΣAΠ δεν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες. Kαθώς απολαμβάνουμε την διαδρομή των 70 (!) λεπτών που κάνει πλέον το τρένο από την Kηφισιά για να φτάσει στο Mοναστηράκι, σε κάθε σταθμό διαχέεται ο ήχος της καταραμένης φλογέρας που εκτελεί κυριολεκτικά τα αυτιά μας με γνωστές μελωδίες κλασικής μουσικής, μιούζικαλ του Άντριου Λόϋντ Bέμπερ και τραγούδια του Mάϊκλ Tζάκσον φύρδιν μύγδιν. Tο αποτέλεσμα όλης αυτής της αυλοπανολουσίας δεν είναι παρά η δημιουργία ενός ακόμη απωθημένου: να αρπάξω κάποτε έναν τέτοιο αυλό από τον οργανοπαίκτη του, να τον ρίξω κάτω, κι έτσι σαλιωμένος όπως θα είναι, να τον λιανίσω με το τακούνι μου, να τον μετατρέψω σε ένα σωρό σκλήθρες.





Διάβασα μόλις ξανά το Εγώ ο Κλαύδιος του Graves. Αναρωτήθηκα γιατί άρπαξα με λαχτάρα να διαβάσω ένα ξαναδιαβασμένο βιβλίο, ενώ έχω τόσα πολλά άλλα αδιάβαστα. Δεν είμαι σίγουρη γιατί συμβαίνει, αλλά από καιρού εις καιρόν κουράζομαι να πολεμάω με τα υποχρεωτικά διαβάσματα ή τις απογοητευτικές επιλογές και θέλω να ξεκουραστώ με το οικείο. Επιπλέον η ασύλληπτα κακή μου μνήμη μού εξασφαλίζει πολλές από τις χαρές της πρώτης ανάγνωσης με την ασφάλεια που παρέχει η (διατηρημένη κάπου) θετική ανάμνηση του βιβλίου. Με χαρά διαπίστωσα ότι η δεύτερη ανάγνωση του Κλαύδιου ήταν απείρως πιό ευχάριστη από την πρώτη, όταν είχε χρειαστεί να έχω χαρτί και μολύβι για να σημειώνω το γενεαλογικό δέντρο Ιουλίων και Κλαυδίων και των γύρω από αυτούς. Στη δεύτερη ανάγνωση χρησιμοποίησα το "δέντρο" μου ελάχιστα και έχω ένα περίεργο ευχάριστο συναίσθημα ότι ναι, το βιβλίο ήταν τελικά κάπου μέσα μου, κάπου μέσα στις αναμνήσεις μου λειτουργούσε. Οφείλω να εξάρω την μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά, ιδιαιτέρως συγκρίνοντάς τη με την επιεικώς ατυχή μετάφραση του άγνωστου σε μένα Νίκου Κ. Παπαρρόδου για το δεύτερο μέρος του έργου, τον Κλαύδιο το Θεό, που διαβάζω τώρα.






Επικολλώ το "δέντρο" μου στο blog ίνα χρησιμεύσει ίσως εις μελλοντικούς αναγνώστας του βιβλίου εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.









Την προηγούμενη εβδομάδα συναντήθηκα με τον Ντεξ Ντέξτερ. Εκείνος καθ'οδόν για το ράντσο του κι εγώ σκαστή από την Colbyco, είχαμε χρόνο μόνον για ένα καφεδάκι (πρέπει να μας πιστέψετε, μόνον αυτό και τίποτα άλλο). Μου κρατούσε ένα δώρο πολύ ωραίο και θέλω κι από εδώ να τον ευχαριστήσω.




Ο Μάρτιος ήταν all in all ένας πολύ δημιουργικός μήνας. Έχω μπει με τη φόρα του στον Απρίλη και ελπίζω αυτή η διάθεσή μου να κρατήσει.







Ο Ντεξ μου χάρισε ένα πολύ ωραίο και ακριβές ρήμα. "Ιδιωτεύεις" μου είπε. Πράγματι με τον Θ. ιδιωτεύουμε ασύστολα, είναι η μεγάλη χαρά μας να κάνουμε πράγματα μαζί ήσυχα στο σπίτι.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

Το πιό βαρετό ποστ - ένα πείραμα


Ένα από τα πιό βαρετά πράγματα γιά μένα είναι να μου αφηγείται κάποιος τι είδε στον ύπνο του. Φυσικά υπάρχουν οι λαμπρές εξαιρέσεις, αλλά ασφαλώς δεν έχουν όλοι το ταλέντο της αφήγησης. Αυτή η παρατήρηση ισχύει κυρίως για τον ίδιο τον εαυτό μου: βλέπω πολύ συναρπαστικά όνειρα, γεμάτα ασυμβατότητες, παράδοξα περιστατικά, πρακτικά αδύνατα γεγονότα, αλλά κάθε φορά που επιχειρώ να τα αφηγηθώ, αντιλαμβάνομαι καθώς το κάνω, πόσο, μα πόσο αφόρητα βαρετό είναι αυτό που λέω, αφού δεν μπορώ σωστά να μεταδώσω πόσο φανταστικό, πόσο ισχυρό ήταν αυτό που είδα. Άσε που τις περισσότερες φορές το όνειρο μένει ανολοκλήρωτο, δεν βγαίνει κανένα νόημα επομένως. Σήμερα αποφάσισα να επιβεβαιώσω κι από το ιστολόγιο αυτή μου την πεποίθηση. Γράψτε μου ειλικρινά αν διαβάσατε μέχρι το τέλος το ποστ (που πολύ αμφιβάλλω) και πόσο ειλικρινά βαρετό σας φάνηκε το κειμενο που ακολουθεί (σε κλίμακα 1 ως 10 ας πούμε). Αφήνω επίτηδες όλο αυτό το ποστ χωρίς παραγράφους, διότι κάπως έτσι νομίζω ότι ρέουν και τα όνειρα και ακολούθως και οι αφηγήσεις τους. Ιδού λοιπόν ένα μικρό δείγμα ονείρου, μόλις χθεσινού: προς το πρωί προφανώς, είδα ότι έπρεπε να ταξιδέψω στην Αμερική μαζί με τον Θ. Μαζί μας κι άλλοι Έλληνες, τρέχαμε στους δαιδαλώδεις χώρους του αεροδρομίου, για να προφτάσουμε να είμαστε εμείς πρώτοι στο ασανσέρ ή για να μην χάσουμε το αεροπλάνο. Δεν είμαι σίγουρη. Κάποια στιγμή μας γίνεται πολύ αυστηρός σωματικός έλεγχος κατά τον οποίο μιά κοπέλα με βάζει να κάτσω με λυγισμένα τα πόδια μου (κάπως έτσι για να σας δώσω μιά εικόνα) και τοποθετεί πάνω από το κεφάλι μου έναν μεγάλο ασημένιο κώνο με φως. Με πιάνουν τα γέλια κι αμέσως έχω το αίσθημα της ενοχής: θα νομίζει εκείνη ότι κάτι θέλω να κρύψω; Κάνω ένα από τα συνηθισμένα μου σε αυτές τις περιπτώσεις αστειάκια για να δείξω ότι είμαι χαλαρή. Εκείνη με καθησυχάζει, η αντίδραση μου είναι συνηθισμένη. Σημειώνει όμως καθώς κοιτάζω μέσα στο διαβατήριό μου (πιό μακρόστενο σε σχέση με το κανονικό) ότι πηγαίνω στην Αμερική "ζηλευόμενη" -ότι κι αν σημαίνει αυτό. Ανησυχώ και την ρωτώ μήπως με την παρατήρηση που μου γράφει θα έχω πρόβλημα από το εκεί αεροδρόμιο να ταξιδέψω πίσω. Με καθησυχάζει ξανά. Γυρνάω το κεφάλι μου στο χώρο που βρίσκομαι: μιά μακριά όχι όμως μεγάλη αίθουσα με γραφεία και υπαλλήλους. Ο καθένας εξετάζει έναν ταξιδιώτη. Κοιτάζω τον Θ. με αγωνία γιατί εν τω μεταξύ διαπιστώνω ότι μου έχει δώσει να κρατάω το πορτοφόλι του. Θυμώνω μαζί του που μου το έδωσε γιατί θα βρούμε κανέναν μπελά. Κουνάει το κεφάλι καθώς του το δείχνω αλλά δεν έρχεται να το πάρει. Περνώντας τον έλεγχο συναντώ μιά κοπέλα. Την ξέρω στην αληθινή ζωή αλλά έχω να την δω χρόνια. Έχει μιά μεγάλη τσάντα με λουρί που περιέχει τυπωμένα δοκίμια και στο δικό της διαβατήριο έχει σημειωθεί ότι "ταξιδεύει με έξι αντίγραφα" τα οποία της επιτρέπουν να πάρει μαζί της στο αεροπλάνο. Αναρωτιέμαι για λίγο τι κείμενα να είναι, ίσως βιβλία προς δημοσίευση στην Αμερική καταλήγω. Αμέσως μετά βρίσκομαι (ίσως καθισμένη στο αεροσκάφος;;) με το πρόσωπό μου κυριολεκτικά χωμένο μέσα σε ένα βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο αλλά ξέρω ότι είναι βιβλίο που αφορά την Αμερικανική ιστορία. Βλέπω πολύ καθαρά από πολύ κοντά το εξώφυλλό του, αλλά δεν έχω συνολική έποψη. Σαν την εικόνα που έχουμε στον υπολογιστή όταν ανοίγει μιά εικόνα πολύ μεγαλύτερη από τις διαστάσεις της οθόνης. Έτσι κι εγώ περιεργάζομαι το εξώφυλλο βαθμηδόν, θυμάμαι να βλέπω μεγάλα καταπράσινα φύλλα (καμπυλωμένα, σαν αυτά του Morris ή του Blossfledt) σε έντονα γαλάζιο βάθος. Συγχρόνως διαβάζω αργά-αργά, συλλαβιστά την πρώτη παράγραφο του βιβλίου -ακούω στο κεφάλι μου την φωνή μου. Λίγο πριν ξυπνήσω από το ξυπνητήρι προλαβαίνω με αγωνία να συγκρατήσω την τελευταία φράση In the curly leaves of corn are hidden hanged black children.

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Για τα μάτια σου μόνο


Παρασκευή πρωί, προσπερνούσα γιά άλλη μιά φορά τους έξι φρουρούς του Σημίτη. Tρεις και τρεις στα δύο πεζοδρόμια της Aναγνωστοπούλου, κάθε φορά αλλάζω πορεία, γιατί κοζάρουν με το ύφος του γκομενιάρη λεβεντομαλάκα και είναι και πρωί, πριν τον καφέ. Δεν εμπνέουν κανένα αίσθημα ασφάλειας και στη θέση του Σημίτη μάλλον θα ανησυχούσα.

Όταν τους βλέπω αναρωτιέμαι συχνά για τον προορισμό τους στη ζωή. Πώς είναι να είναι η ζωή σου έτσι απόλυτα κενή, τόσο χωρίς ενδιαφέρον. Tέλος πάντων.

Tο μεσημέρι που πέρασαν τα κλεφτρόνια των Eξαρχείων και κάνανε το σαματά τους, όσο να πεις τρομάξαμε όλοι. Σκέφτηκα τους φρουρούς. Δεν βρήκαν πάλι προορισμό στη ζωή όπως αποδείχτηκε.

Δεν είδα και πολύ καλά τα επεισόδια εν εξελίξει, δεν έχω καλή ορατότητα στο δρόμο. Στην αρχή νόμιζα ότι κάτι ξεφορτώνουν, μετά κατάλαβα. Aυτό που μου έκανε όμως πιό μεγάλη εντύπωση είναι ότι όλη αυτή η φασαρία γινόταν παραδόξως μέσα σε απόλυτη ησυχία. Δεν ακουγόταν κανένας άλλος ήχος, μόνο ο υπόκωφος ήχος των σφυριών σε τζάμια που χτυπιούνται, αλλά δεν καταρρεύουν.

Xωρίς ορατότητα λοιπόν, μπορούσα μόνο να βλέπω τους γείτονές μου και τις αντιδράσεις τους υπό τον τρομοκρατικό ήχο. Σκυμμένοι από τα μπαλκόνια, μιά κοπέλα κοιτάει φοβισμένη από την είσοδο ενός καταστήματος, ως και το κορίτσι με την ανορεξία από το απέναντι μπαλκόνι σέρνεται ως το κάγκελο να δει.

Aπό την Παρασκευή κρατάω αυτόν τον απαίσιο υπόκωφο ήχο, τον ήχο που κάνει αυτός που θέλει να σε τρομάξει, αυτός που σε απειλεί. Kαι μιά θλιβερή σκηνή, βλέποντας το χιλιοπαιγμένο βιντεάκι το βράδυ: ο κουκουλάκος σπάει το παράθυρο ενός αυτοκινήτου και σκύβει μέσα μήπως έχει τίποτα να κλέψει. Ένα άλλο κλεφτρονάκι τον πλησιάζει και κοιτάζει κι αυτό. Tο βλέμμα της προσμονής και ακολούθως της απογοήτευσης. Έλα ρε, πάμε.

Tα κλεφτρόνια της Παρασκευής μου θύμισαν τον Kουφοντίνα και την Σωτηροπούλου, την ιδεολογία της «απαλλοτρίωσης» και τα ρέστα. Eν πολλοίς, αν είχα αυτά που δεν έχω, θα ήμουν κι εγώ ευτυχισμένος σαν και σας. Aφού δεν έχω θα σπάσω τα δικά σας να μην έχετε κι εσείς. Mόλις όμως μπορέσω θα απαλλοτριώσω καμιά τράπεζα να πάρω το διαμερισματάκι-μεσοαστικό όνειρο, ή τη μονοκατοικία στη Γαύδο –όνειρο για λίγους και καλούς- να ξεκουράσω το πνεύμα μου με θέα το απέραντο γαλάζιο.

Mήπως η λύση είναι να χαρίσει το κράτος σε κάθε ένα από τα κλεφτρονάκια των Eξαρχείων ένα τζιπ; Nα επισπευστεί η αλλοίωση, η απαλλοτρίωση και τέλος πάντων η εξαθλίωση;

Όταν βλέπω αυτά τα εξαγριωμένα παιδιά που καταστρέφουν έτσι άνοα τις περιουσίες των άλλων, προσπαθώ ειλικρινά να τα καταλάβω, μα βέβαια δεν μπορώ.
Αναρωτιέμαι πώς να είναι η ζωή τους κατά τα άλλα. Δεν δέχονται ας πούμε κουβέντα απ’τους γονείς τους, σαν τον Πετρόχειλο στο σχετικό κλιπ;
Bαρέθηκαν να ακούνε τον πατέρα τους να τους κοπανάει πόσο κουράστηκε να αποκτήσει το δυάρι στο Γαλάτσι και ότι ήρθε η ώρα να δουλέψουν να κουραστούν κι αυτά;
Aπ’αυτό τρέχουν να ξεφύγουν; Mη τυχόν και χρειαστεί να δουλέψουν; Πώς τα βοηθάει ο δρόμος που έχουν διαλέξει και γιατί καταδέχονται να παίρνουν εντολές από άλλους;

Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι;

Η Παρασκευή κατέρρευσε σε λίγη ώρα, μαζί με τα τζάμια που άρχισαν να πέφτουν από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών. Ο ήχος των σπασμένων τζαμιών επιτέλους.
Σε λίγο ήρθαν κι οι τζαμάδες κι όλα καλά.

Παρεμπιπτόντως, είναι σαφές ότι η στάση της αστυνομίας προδίδει ότι ζούμε ένα προδιαγεγραμμένο σενάριο: ανεχόμαστε ως την στιγμή που δεν θα ανεχόμαστε άλλο και τότε θα φωνάξουμε "βοήθεια, συλλάβετέ τους, κάντε Ο,ΤΙ χρειάζεται για να προστατευτούμε...

Άκυρη λοιπόν η βόλτα στο κέντρο της Αθήνας μεσημέρι Παρασκευής. Ποιός έχει όρεξη...

Νοσταλγώ το αίσθημα ασφάλειας στο Λονδίνο, που είδαμε στο κέντρο του μόλις 4-5 επαίτες, τόσο αξιοπρεπείς που ήταν αληθινά συγκινητικοί. Και φυσικά κανένα πρεζάκι.

Μισό ευρώ αν έχεις φιλαράκι. Και μού'ρχεται να ουρλιάξω έτσι άσπλαχνα και απροκάλυπτα, έτσι απάνθρωπα:

Όχι ρε φιλαράκι, δεν έχω. Το χρειάζομαι για να πάρω τη δική μου δόση, για να ανεχτώ όλα αυτά.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Αύριο θα διαδεχτώ τον εαυτό μου

Διασχίσαμε τα Midlands με κρατημένη την ανάσα προσπερνώντας φασιανούς και αγριοκούνελα.
Το υποβρύχιό μας αναδύθηκε στον Trent. Πήραμε βαθιά ανάσα υπό το βλέμμα ενός χοντρού γκρίζου σκίουρου, πραγματικώς καιροσκόπου.

Κολύμπησα τα τελευταία 50 μέτρα μόνη μου -όπως έπρεπε να κάνω.
Όλα πήγαν καλά ευτυχώς. Έριξα τη βόμβα μου χωρίς να τραυματιστώ.

Το Λονδίνο ήταν 7 μέρες θαυμάσιο. Στα σοβαρά όμως. Στ'αλήθεια.

Στην αποβάθρα του Μετρό ο Mr Grumpy (κι από δίπλα η Miss Sunshine δεν βάζει γλώσσα μέσα!)



(κι εδώ πώς η τέχνη αντιγράφει τη ζωή)

Στο Βρετανικό Μουσείο είδαμε γνωστούς σαν τον Idrimi και την Puabi, αλλά μείναμε με ανοιχτό το στόμα μπροστά σε ένα άγαλμα από τα νησιά του Πάσχα.
Παρεμπιπτόντως, είμαι κατά της Επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα.

Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2008 είδα το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα της ζωής μου.


Ανήμερα των γενεθλίων μου, συνάντησα μιά μυθιστορηματική ύπαρξη. Ένα κορίτσι τόσο Λονδίνο, που νομίζω ότι όταν την αποχαιρέτησα επέστρεψε μέσα στη μεγάλη ασημένια οθόνη του σινεμά, όπως στο Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου.

Έχει πολύ ενδιαφέρον να κατουράς μέσα σε ένα μαγικό αυγό με υπόκρουση κελάιδημα πουλιών και βέλασμα προβάτων.


Καθίσαμε στο Gamble Room του V&A εν μέσω βοής και φασαρίας, όμως το πιάνο ακουγόταν καθαρά κι εκείνη τη στιγμή ένιωσα ευγνωμοσύνη κι ευτυχία.


Η σκάλα του Courtauld, ο Άγιος Μαρτίνος των Αγρών, τα ψεύτικα παπαρουνοστέφανα στα πόδια ενός μνημείου στο Mall, οι χρυσές ακροβάτισσες πάνω απ'την Piccadilly.


Μόνη απογοήτευση η Tate Modern. Πιό πολύ μ'άρεσε η έκθεση των αποφοίτων των ΑΣΚΤ στο Μετρό πριν λίγες μέρες.

En fin, όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας μας περίμεναν παρηγορητικά ανθισμένα ζουμπούλια. Κάτι είναι κι αυτό...



Από τότε που γυρίσαμε, τρώω κάθε μέρα μπεζέδες και σκέφτομαι συνέχεια ένα ντοκυμαντέρ που είδα στο Σκάϊ, εδώ και κανένα μήνα. Ο υποτίθεται φυσιοδίφης παρουσιαστής μπαίνει σε μιά σπηλιά και βγάζει δια της βίας έξω τον υποτίθεται πιό χοντρό κροκόδειλο του κόσμου. Του καλύπτουν τα μάτια κι ο υποτίθεται άνθρωπος ανεβαίνει πάνω του και τον καβαλάει.
Η εικόνα αυτή του κροκόδειλου επανέρχεται συνέχεια στο μυαλό μου. Δεν μπορώ να σταματήσω να τον σκέφτομαι. Θέλω να είχε δαγκώσει τον αναβάτη του. Θέλω να μην τον είχε ενοχλήσει κανείς.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009

Τα Νέα του Υποβρύχιου



Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να γράψω ξανά εδώ όταν η Τρέμη θα άλλαζε κολιέ, αλλά εξακολουθεί να φοράει το ίδιο. Δεν μπορούσα να περιμένω άλλο. Η φτωχούλα του Θεού δεν εκμεταλλεύτηκε τις εκπτώσεις.


Εγώ εδώ και αρκετό καιρό ζω σε ένα υποβρύχιο. Παρατηρώ γύρω μου τον κόσμο αλλά δεν έχω την πολυτέλεια να ακούσω τι λέει. Τα ψάρια γύρω μου με κοιτούν αδιάφορα, τα κοιτώ κι εγώ, ανεβαίνω πότε-πότε στην επιφάνεια να πάρω λίγο αέρα, ξανακατεβαίνω γρήγορα.

Υπάρχουν μέρες που ξυπνάω από τις ταχυκαρδίες μου, μέρες που δεν κοιμάμαι παρά ελάχιστα, τέσσερις μέρες με συνεχόμενες ημικρανίες -που άλλαζαν όμως ημισφαίριο, δεν μπορώ να πω. Μέχρι να τελειώσω αυτό που γράφω, θα μου βγει η ψυχή. Έχω deadline μιάς εβδομάδας περίπου και ελπίζω να μην χρειαστεί να γράφω μες στο ΕλΒενιζέλ...

Η υπόκρουση των ημερών μας είναι από την M. Dietrich.




Ουφ, πάλι βυθιζόμαστε...

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Η δική μου Τζέην Έϋρ


8 1/2 χρόνια τώρα κολυμπάω σε μιά παράξενη επαγγελματική σχέση. Τα πρώτα μισά ήταν όνειρο, τα δεύτερα μισά εφιάλτης.

Εφιάλτης από τους κανονικούς και με τα όλα τους. Με μίση απύθμενα, εκμετάλλευση, αγωνία, ποινές και αντίποινα.
Άντεξα με νύχια και με δόντια -γιατί είχα ανάγκη τη δουλειά. Έτσι δεν γίνεται;

***

Ειδικά μετά τον Νοέμβριο η καθημερινότητά μου είχε πολλές ενδιαφέρουσες σουρεαλιστικές πτυχές, κωμικοτραγικά στοιχεία και ψυχωτικές εναλλαγές. Ακούγεται σαν περιγραφή γερμανικής ταινίας από τον Μπακογιαννόπουλο, αλλά δεν παρέλαβα ποτέ Χρυσή Άρκτο, παρά τα βάσανά μου.


***

Η ευκολία είναι του διαβόλου -άκουσα σήμερα τον Δαμιανό σε μιά συνέντευξη στην ΕΤ1. Τι περίεργη φράση -σχεδόν σε παρηγορεί.

***

Όλα μου τα χρόνια ήμουνα μέσα σε αυτή την ιστορία, σ'αυτό που σπούδασα και ασκούσα, με το ένα πόδι μέσα, νομίζοντας ότι θα μπορώ να φύγω όταν δεν θα αντέχω ή όταν θα με ξεράσει το σύστημα.

Ώρες-ώρες βέβαια συνειδητοποιούσα τις συνέπειες αυτού του σχεδίου -έμπαζε από όλες τις μπάντες, αλλά βαυκαλιζόμουν ότι είναι ζωτικό για την ψυχική μου υγεία.
***

Τώρα που βλέπω το φως στην άκρη του τούνελ που ταξίδευα τόσο καιρό, ετοιμάζομαι να βάλω μέσα και το άλλο μου πόδι, κι αυτό είναι για μένα ένα περίεργο συναίσθημα. Πρωτόγνωρο.

Έζησα τόσο καιρό σαν τους παράνομους στην Άγρια Δύση που κοιμόντουσαν με το ένα μάτι ανοικτό, που δεν ξέρω πώς να κλείσω τα μάτια μου και να κοιμηθώ σαν άνθρωπος. Να κοιμηθώ στο πάτωμα, να κλείσω και τα μάτια.
***

Βρίσκω ένα σωρό παλιές αναφορές αυτής της νοσηρής κατάστασης σε πολλά παλιά μου ποστ. Τα διαβάζω και κατά κάποιο τρόπο με καμαρώνω γιατί μόνο εγώ ξέρω τι έχω περάσει. Αλήθεια καμαρώνω, γιατί με διαβάζω σαν να είμαι η ηρωίδα μου, η δική μου Τζέην Έϋρ, που παρά τα βικτωριανά της πάθη, επιβιώνει, σχεδόν καλή, σχεδόν γλυκειά, σχεδόν άφθαρτη.

***

Ελαφρύ ιντερμέδιο/αόρατη εικονογράφηση του ποστ: το ανθρωπόμορφο ψυχωτικό τέρας με το οποίο έπρεπε να συνδιαλέγομαι όλα αυτά τα χρόνια έχει το πρόσωπο της κυρίας Ασπασίας από τη σχετική διαφήμιση. Έχω σκεφτεί τόσες φορές το θάνατο αυτής της γυναίκας που όταν βλέπω τη διαφήμιση αντιδρώ σαν το σκυλί του Παυλώφ και μισώ την άκακη (πιθανόν) ηθοποιό όσο τίποτα στον κόσμο.

***

Αυτόν τον καιρό όμως με απασχολεί έντονα κάτι άλλο.

***

Καθώς παρατηρώ μέσα στον εαυτό μου να έχει συσσωρευτεί ένας μεγάλος θυμός, μια μεγάλη οργή, αναρωτιέμαι που θα βρει όλη αυτή η ενέργεια διέξοδο. Ασφαλώς χάνω πολύ συχνότερα την υπομονή μου πιά από ό,τι παλιότερα, σε επίπεδο ας πούμε αντιμετώπισης της καθημερινής καφρίλας. Αλλά αν θέλω να είμαι ειλικρινής, νιώθω ότι υπάρχει ένα μεγαλύτερο υπόβαθρο που βράζει και θέλει να εκραγεί και να φωνάξει και να σηκώσει έτσι εγωϊστικά το κεφάλι και να πάρει κεφάλια.

Κάπως έτσι φοβάμαι μήπως καμιά μέρα σκοτώσω μέσα μου την Τζέην.

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Η Δανάη κατέβαινε από το φωταγωγό


Γνώρισα πρώτα τη φωνή της Δανάης -πολύ αργότερα το πρόσωπο και τα γραπτά της. Γι'αυτό έμεινε μέσα μου κυρίως αυτό. Η φωνή.


Κατέβαινε κάθε μέρα στο σπίτι μας, στην κουζίνα μας, από το φωταγωγό. Αν θυμάμαι καλά, γιατί πάνε πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την εποχή, κατέβαινε κατά τις 11 και έμενε ως τις 11:30 ή 12.



Έβγαινε από το ραδιόφωνο της κυρίας που μένει πάνω από το σπίτι μας και γλιστρούσε με την υπέροχη φωνή της, μέσα από τους ατμούς της σκοτεινής κουζίνας μέσα στην ψυχή μου. Ερχόταν για λίγο και γέμιζε φως το φρικτό μου σκοτάδι. Ερχόταν γιά λίγο και χανόταν μετά.


Κοντά της άρχισα να τραγουδάω κι εγώ και να αγαπάω όλα τα υπέροχα "ελαφρά" τραγούδια -που αν και τόσο μακρινά τα αισθανόμουνα πάντα τόσο οικεία. Σύντομα, δεν μου αρκούσε να περιμένω να κατέβει εκείνη από τον φωταγωγό, άνοιγα μόνη μου πιά το ραδιόφωνο στο δεύτερο πρόγραμμα και την αναζητούσα.




Η Δανάη ήταν μιά πολύτιμη ανακάλυψη της εφηβείας μου, έχω μαζί της μιά πολύ συναισθηματική σχέση. Την ξεχώριζα πάντα ανάμεσα στις ομότεχνές της, έμαθα να ξεχωρίζω τη φωνή της, αν και δεν έχω καθόλου γνώσεις μουσικές.


Σήμερα έμαθα ότι έφυγε και τώρα γράφω έτσι, χωρίς λόγο ουσιαστικό, πιό πολύ για να ξορκίσω το σοκ της είδησης. Δεν είναι παρήγορο καθόλου για μένα το σκληρό δημοσιογραφικό "πλήρης ημερών". Δεν την γνώριζα φυσικά, αλλά μου άρεσε να σκέφτομαι ότι ήταν ακόμη κάπου εκεί έξω. Ότι κάποτε κρυφά, όταν δεν την άκουγε κανείς, εκείνη θα σιγοτραγουδούσε αγαπημένους της στίχους.

Ας έγραφαν καλύτερα στα σικέ τους κείμενα "πλήρης μουσικής" ή "πλήρης ουσίας" ή "πλήρης έρωτος" ή κάτι άλλο. Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο ότι εγώ είμαι πλήρης ευγνωμοσύνης που άκουσα την Δανάη.


Αν ισχύουν όσα γράφει ο Γεωργουσόπουλος σήμερα για τις τελευταίες ώρες της Δανάης, λυπάμαι πολύ τους αποκτηνωμένους ανθρώπους που πήραν τέτοιο κρίμα στο λαιμό τους.