Είδα χθές βράδυ στον ύπνο μου ένα σωρό περίεργα όνειρα, ως συνήθως.
Σε ένα από αυτά ήμουνα λέει η Mary Poppins, μιά Mary Poppins ξεμαλλιασμένη, με βρώμικα κουρελιασμένα ρούχα, ταλαιπωρημένη, κουρασμένη. Ανέβηκα με κόπο τα σκαλιά μιάς παλιάς πολυκατοικίας, μπήκα σε ένα μικρό αλλά ψηλοτάβανο διαμέρισμα, φτωχικό μάλλον, με μιά λάμπα-γλόμπο να κρέμεται από το ταβάνι κι έναν τοίχο στο βάθος βεραμάν ξεφλουδισμένο. Κατευθύνθηκα στο βάθος και προσπάθησα να κλείσω με πολύ κόπο τα φύλλα μιάς ψηλής παλιάς τζαμαρίας. Ήταν νύχτα, έξω φύσαγε κι έβρεχε, ο αέρας έφερνε στο πρόσωπό μου σκουπίδια και φύλλα ξερά κι εγώ έβαζα όλη μου τη δύναμη να κλείσω τα φύλλα της τζαμαρίας φοβούμενη όλη την ώρα μήπως σπάσουν και σωριαστούν πάνω μου τα γυαλιά. Δεν θυμάμαι αν την έκλεισα τελικά.
Humpty Dumpty and Infant
Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να παίζω ένα παιχνίδι στη μαμά μου. Όταν εκείνη έφευγε για λίγο από το σπίτι, να ψωνίσει κάτι ή να πεταχτεί σε μιά γειτόνισσα, επέστρεφε και με έβρισκε ξαπλωμένη κατάχαμα σε στάση δολοφονημένου ή λιπόθυμου θύματος. Έκλεινα τα μάτια μου, κρατούσα την ανάσα μου, προσπαθούσα να είμαι σοβαρή να μην γελάσω και για λίγα δευτερόλεπτα ζούσα με την ηδονή της προσμονής της αντίδρασής της. Ήθελα να τρέξει επάνω μου γεμάτη αγωνία και να φωνάξει σαν ηρωίδα αρχαίας τραγωδίας "ωιμέ, το παιδί μου" ή κάτι τέτοιο. Σπανίως το έκανε, είναι πολύ σκληρό κοινό, αρνιόταν να μου χαρίσει την εξαρτημένη αντίδραση. Εγώ όμως εκεί, επιζητούσα να τελειοποιήσω το ρόλο μου ως θύματος και να προκαλέσω την αγωνία των αγαπημένων, και κάθε λίγο και λιγάκι, τσουπ, ξάπλωνα προσποιούμενη ότι είχα πεθάνει τον βίαιο θάνατο.
Το θυμήθηκα αυτό αυτές τις μέρες που συνειδητοποίησα ότι αν ποτέ χρειαστεί να πεθάνω από θάνατο τραγικό, από μιά χρόνια ασθένεια ας πούμε, δεν θα είμαι από αυτούς τους αξιοπρεπείς ανθρώπους που βιώνουν στωικά αυτό που τους συμβαίνει ή αντιθέτως εκπέμπουν κέφι παρηγορώντας εκείνοι τους οικείους τους. Θα είμαι μία μελοδραματική ασθενής που θα ζητάει συνέχεια την προσοχή, την περιποίηση και την αγάπη. Θα ζητάω πράγματα διαρκώς, θα κάνω παράπονα, σκηνές κουραστικές, θα είμαι αβάσταχτη, εκνευριστική. Οι φίλοι θα με αποφεύγουν, οι συγγενείς θα απηυδίζουν.
Θα είμαι πάντα εκείνο το τρελλό παιδί που ήταν πάντα της κακή ηθοποιός. Θα είμαι μιά από εκείνες τις ηρωίδες της όπερας που θέλουν μιά ολόκληρη πράξη μέχρι να πεθάνουν -κι ένα σωρό άριες μαρτυρικές στο μεταξύ.
Very Well
Αυτές τις μέρες τις περνάω με έναν τρόπο περίεργο. Λίγοι άνθρωποι ξέρουν πού βρίσκομαι και ακόμη λιγότεροι πώς ακριβώς είμαι. Έτσι μπορώ να λειτουργώ με σχετική ελευθερία, βιώνοντας το πρωτόγνωρο συναίσθημα του να ζει κανείς σε έναν χώρο μή-χώρο, αφού παρατήρησα ότι τελικά και ο χώρος μπορεί να καθορίζεται από τους άλλους. Εδώ λοιπόν μέσα στη φωλιά μου, στον πάτο της κατσαρόλας μου πάλι, μπορώ να αναπνέω βαθιά περιμένοντας, να αφήνω τα παράθυρα κλειστά και να προσποιούμαι ότι είναι πάντα νύχτα. Μπορώ να έχω την πολυτέλεια να περνάω όσες ώρες θέλω με τον Χαρούκι Μουρακάμι στο κρεββάτι μου. Μπορώ επιτέλους να απομονώσω το βόμβο και να σκεφτώ.
Desire and the Burning Bush
Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είμαι ένα πελώριο κρεμμύδι. Καθώς με ξεφλουδίζει κανείς, καθώς αφαιρεί και πετάει τα στρώματα που έχω να με προστατεύουν, να πρέπει αναπόφευκτα να κλαίει κι αυτός γοερά, μέχρι να φτάσει στο τελευταίο φύλλο.
Fauna and the Crying Queen
Την ανάρτηση εικονογραφούν πίνακες της Margo Selski. Σε ορισμένα έργα της παρατήρησα γραμμένες ελληνικές λέξεις ή λέξεις με ελληνικά γράμματα. Ψάχνοντας τη σχέση της με την Ελλάδα βρήκα αυτό
"she often uses Greek writing in her paintings to convey a sense of narrative. Sometimes it's actual Greek, while other times they are words that only she can understand."
Θέλω να γράψω μα δεν κατορθώνω να τιθασεύσω τις σκέψεις μου και να τις περάσω από το κόσκινο που οφείλουν πιά να περνούν προκειμένου να εκτεθούν εδώ.
Μα τρόπο βρήκα να εκφραστώ τελικά. Πάντα υπάρχει τρόπος, ευτυχώς.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης, διαλέγω εδώ για το ιστολόγιο ποιήματα του πολυαγαπημένου Henri Michaux - μήν ξεχνάτε άλλωστε τον υπότιτλο της "Ιφιμέδειας" που είναι μιά σκέψη δική του. Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή "Με το αγκίστρι στην καρδιά" των εκδόσεων Γαβριηλίδης σε μετάφραση Αργύρη Χιόνη.
ΚΡΑΥΓΗ
Το καλαγκάθι είναι φρικτό μαρτύριο. Όμως αυτό που μ'έκανε ακόμη πιό πολύ να υποφέρω, ήταν που δεν μπορούσα να φωνάξω. Καθότι ήμουν σε ξενοδοχείο. Η νύχτα μόλις είχε πέσει κι η κάμαρά μου ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε δύο άλλες όπου κοιμόταν κόσμος.
Βάλθηκα, λοιπόν, να βγάζω απ'το κρανίο μου τεράστια τύμπανα, χάλκινα πνευστά και ένα όργανο που δυνατότερα κι από τις χορδοσύριγγες ηχούσε. Και, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη τη φοβερή που μού'δινε ο πυρετός, έφτιαξα μ'αυτά μιάν εκκωφαντική ορχήστρα. Τα πάντα τρέμαν απ'τους κραδασμούς.
Τότε, σίγουρος πιά ότι δεν θ'ακουγόταν η φωνή μου μέσα σ'αυτό το πανδαιμόνιο, άρχισα να ουρλιάζω, να ουρλιάζω επί ώρες, και κατάφερα, σιγά σιγά, να ανακουφιστώ.
Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ
Επιμένεις πράγματι ν'ανεβείς τη σκάλα;
Κι αν είναι για να καταλήξεις κρεμασμένος;
Από το
ΑΚΡΟΓΩΝΙΑΙΟΙ ΠΑΣΣΑΛΟΙ
Όποιος καθημερινά καταποντίζεται δεν έχει ανάγκη από υπερωκεάνια και παγόβουνα ακυβέρνητα για να βουλιάξει, να βουλιάξει δίχως όρια. Δεν έχει ανάγκη από σκηνοθεσία.
Δεν χρειάζεται Τιτανικός. Ούτε Ατλαντίδα. Συνοδεία καμιά ούτε να βλέπεις τίποτε. Απλώς βυθίζεσαι.
Από το
ΥΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΙΚΟ ΦΑΡΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
Δεν είναι ακόμη παρά μιά ελάχιστη άλως, κανένας δεν την βλέπει, όμως αυτός το ξέρει ότι από κει θα'ρθεί η πυρκαγιά, μία τεράστια πυρκαγιά θα'ρθεί, κι αυτός, καταμεσής της, θα πρέπει να τα καταφέρει, να συνεχίσει όπως πριν να ζει (Πώς πάει; Καλά, κι εσείς;), αφανισμένος απ'το ευσυνείδητο και αδηφάγο πυρ.
Η σημερινή ανάρτηση εικονογραφείται με φωτογραφίες του Κινέζου φωτογράφου, σκηνοθέτη και ηθοποιού Fan Ho.
Αυτή η συζήτηση της Αλίκης με τη Βασίλισσα στο 5ο κεφάλαιο του "Μέσα απ'τον Καθρέφτη" θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του υπερρεαλιστικού κινηματογράφου, ένα έργο που άνετα συναγωνίζεται ταινίες όπως ο Ανδαλουσιανός Σκύλος του Μπουνιουέλ. Αναφέρομαι στην ταινία Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης του Ντίνου Δημόπουλου σε σενάριο του Λάκη Μιχαηλίδη και μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη με πρωταγωνιστές την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.
Η Αρχόντισσα κι ο Αλήτης, από τις δημοφιλέστερες ταινίες του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, βρίθει σουρεαλιστικών περιστατικών που γίνονται αποδεκτά ως απολύτως φυσικά από τους ήρωες και κατ'επέκταση το κοινό. Ο σκηνοθέτης αποδεσμεύεται φαντασμαγορικά από τις συμβάσεις της καθημερινότητας, τις αποδεκτές φυσικές μορφές και τις κοινωνικές νόρμες δημιουργώντας έναν σουρεαλιστικό κόσμο με δικούς του κανόνες, ενώ κλείνει το μάτι στο θεατή προτείνοντάς του την εναλλακτική θέαση, τον θρίαμβο της διαφορετικότητας και την νίκη επί των φυσικών δυνάμεων.
Η πρόθεση του σκηνοθέτη δηλώνεται σαφώς από την πρώτη σκηνή της ταινίας όταν οι δύο πρωταγωνιστές, νικώντας όλους τους κανόνες της Φυσικής, τραγουδούν ένα ντουέττο με φόντο χαρακτηριστικά τοπία της Κέρκυρας. Κανείς δεν αναρωτιέται πώς μεταφέρονται τόσο γρήγορα στο χώρο, πώς αλλάζουν ρούχα στη συνέχεια του ίδιου κιόλας στίχου, γιατί η Ρένα (Αλίκη Β.) φοράει πορτοκαλί μαγιώ με ασορτί μπότες μες στο κατακαλόκαιρο ή γιατί ο Λευτέρης (Δημήτρης Π.) τραγουδάει "Ρίχνω τα δίχτυα δίπλα στην ακρογιαλιά" ενώ τραβάει ένα παλαμάρι που δεν είναι δεμένο σε κανένα εμφανές αντικείμενο -κορυφαίο σημείο συμβολισμού.
Ενώ εκτυλίσσεται το πάρτυ αρραβώνων της Ρένας Κατσαρού (όνομα όχι τυχαίο, αλλά ασφαλώς ένα υπαινικτικό tribute στον Κερκυραίο μουσουργό Γιώργο Κατσαρό) έξω από το παράθυρό της ακούγεται μιά μακρινή φωνή που τραγουδάει μιά "Βαρκαρόλα" (νομίζω της Πόπης Αστεριάδη). Το τραγούδι αυτό είναι τόσο μαγικό, ώστε αφενός διαρκεί όσο να κατέβει η Ρένα στον κήπο, να μαλώσει και να γυρίσει στην κάμαρα για να ακούσει τη συνέχεια, αφετέρου έχει την ιδιότητα να μεταφέρει το ίδιο το σπίτι της Ρένας, το οποίο στην σκηνή αυτή είναι παραθαλάσσιο με θέα στο Ποντικονήσι, σε άλλη όμως βρίσκεται στην ενδοχώρα, "μακριά από την πόλη" ως λέγεται. Λεπτομέρειες, θα μου πείτε. Ίσως, θα σας απαντήσω.
Οι ανατροπές της λογικής συνεχίζονται. Ποιός άνθρωπος που έχει σώας τας φρένας ή ακολουθεί την πεζή λογική, ενώ θέλει να το σκάσει και να περάσει απαρατήρητος, επιλέγει τελικά από την πλούσια γκαρνταρόμπα του να φορέσει ένα λαμπερό ταγιέρ-κοστούμι με ζωηρά κίτρινα λουλούδια σε γαλάζιο φόντο; Μήπως πρόκειται για υπαινιγμό του σκηνοθέτη ότι η ηρωίδα θέλει τελικά να βρεθεί ή, πιό σωστά, δεν θέλει να χαθεί;
Η Ρένα περνάει τη νύχτα στο ταπεινό σπίτι ενός βαρκάρη και το πρωί, αφήνοντας πίσω το αστραφτερό ταγιέρ, φορά τα ρούχα του γιού του που κοιμάται (προφανώς γυμνός) έξω από την παράγκα. Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς τί φόρεσε το πρωί ο γιός του βαρκάρη;
Το κορυφαίο επίτευγμα του σουρεαλιστικού σεναρίου: η ηρωίδα μεταμφιέζεται από ενήλικη χυμώδης γυναίκα σε μετέφηβο αγόρι, μιά μετάλλαξη ασφαλώς συμβολική. Κουρεύει μιά καστανή περούκα και φορά αντρικά (ή τέλος πάντων unisex) ρούχα. Όλοι όσοι την αντικρύζουν αποδέχονται την δεδηλωμένη της ταυτότητα, την εξίσωση που τους προτείνει: κοντό μαλλί+πουκάμισο+παντελόνι = άνδρας, χωρίς να αμφισβητούν την σεξουαλικότητά της. Μήπως μιλάμε για την ιδεώδη κοινωνία της απελευθέρωσης από τα πρότυπα του φύλου; Προφανώς ναι.
Κανείς δεν αναρωτιέται πού βρίσκει κάθε μέρα ο φτωχός Πίπης τόσο πολύ make-up και μάλιστα έναν τόνο πιό σκούρο από το δέρμα του για να δείχνει ηλιοκαμένος. Κανείς δεν απορεί για τα καλοβγαλμένα φρύδια του, για την μάσκαρα στις βλεφαρίδες ή για το δροσερό λιπ-γκλος. Ο Πίπης είναι αποδεκτός ως έχει, ως επιλέγει.
Ακόμη κι όταν ο Πίπης φλερτάρει με μιά άλλη γυναίκα σε ένα κέντρο, ενώ οι θεατές στην κινηματογραφική αίθουσα γνωρίζουν ότι είναι και ο ίδιος γυναίκα, κανείς δεν εξανίσταται, δεν απορεί. Το όλον είναι αστείο, μα όχι παράξενο, όχι απόβλητο. Πώς είναι δυνατόν; Μα επειδή ο σκηνοθέτης έχει ήδη κουρελιάσει την καθεστηκυία γνώση, έχει πετύχει να διαλύσει τον κόμβο των συμβάσεων, να απελευθερώσει τον θεατή από την ίδια του τη λογική.
Κι ο Λευτέρης; Αναρωτήθηκε κανείς για τα δικά του αισθήματα; Ποιά είναι η τραγική πάλη του ήρωα αυτού; Γιατί σε όλο το κοινό οδοιπορικό των ηρώων ο Λευτέρης δεν αλλάζει ρούχα παρά το γεγονός ότι έχει ιδρωκοπήσει χίλιες φορές μες στο κατακαλόκαιρο; Είναι τυχαίο ότι το μόνο περιεχόμενο του ταπεινού του σακιδίου είναι ένα σετ ριγέ πυζάμες; Γιατί ο Λευτέρης δεν είχε μαζί του δεύτερο πουκάμισο; Αναρωτήθηκε κανείς τί συμβολίζουν όλα αυτά;
Όταν ο Πίπης με το χυμώδες κορμί του προσγειώνεται στα στιβαρά μπράτσα του Λευτέρη, ο τελευταίος δυσανασχετεί με έναν τρόπο περίεργο, η στιγμή είναι ασφαλώς μαγική. Το κοινό κρατά την ανάσα του αποδεχόμενο το παίγνιο αυτό. Ο σκηνοθέτης κλείνει πάλι το μάτι.
Λίγο μετά, η κορύφωση του δράματος ρίχνει αληθινό ράπισμα στην κοινή λογική. Πώς είναι δυνατόν να μετατραπεί τόσο γρήγορα, γρηγορότερα κι απ'την ταχύτητα του φωτός, το συναίσθημα του Λευτέρη για τον μετέφηβο Πίπη από αγνή συντροφική φιλία σε σαρκική επιθυμία αμέσως μετά τα αποκαλυπτήρια της Ρένας; Ποιά ήταν τελικά τα αληθινά συναισθήματα του Λευτέρη για τον Πίπη πριν αυτός μετέρθη της νέας μεταμόρφωσης;
Αγαπημένοι μου φίλοι, δεν θα συνεχίσω. Θα προτιμήσω να σας κλείσω κι εγώ το μάτι και να σας προτείνω να απελευθερωθείτε από τις παρωπίδες που καταδικάζουν συλλήβδην τις ταινίες του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου σε καλλιτεχνικά δημιουργήματα άνευ ουσιώδους αξίας.
Ποιός μπορεί στα αλήθεια να αμφισβητήσει ότι η "Αρχόντισσα κι ο Αλήτης" είναι ένα αριστούργημα του σουρεαλιστικού κινηματογράφου;
****
Υστερόγραφο
O κοςMersaultγράφει ότι από κανένα μπλογκ δεν θα έπρεπε να λείπει ένα ποστ για τον Justin Bieber. Νομίζω ότι μόλις έγραψα ένα τέτοιο ποστ.
Ας πούμε εν κατακλείδει ότι ο Justin Bieber είναι ο Πίπης της διεθνούς ποπ σκηνής.
Μέσα από μιά σειρά περίπλοκες διεργασίες, πράξεις, κινήσεις, αστρολογικές συναστρίες ή απλώς τυχαία γεγονότα κατέληξα να ζω πλέον ένα εικοσιτετράωρο πολύ διαφορετικό από αυτό που ζούσα μέχρι το τέλος του 2010, αρκετά διαφορετικό από όσο θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ - κι έχω μεγάλη φαντασία.
Would one not say it was a foreign city, an eastern city, with minarets and mosques in the moonlight?
Η βασικότερη δραστηριότητα στην οποία επιδίδομαι αυτή την περίοδο της ζωής μου είναι η ανθρωποπαρατήρηση, και μάλιστα σε δύο επίπεδα.
Σε πρώτο επίπεδο παρατηρώ πώς αντιδρούν οι άλλοι άνθρωποι στα ερεθίσματα του κοινού μας περιβάλλοντος, πώς αντιδρούν απέναντι στην εξουσία και πώς εκφράζεται αυτή η εξουσία. Παρατηρώ πώς βρίσκει ο καθένας τη θέση του μέσα σε μιά πολυπληθή ανομοιογενή ομήγυρη, πώς κανείς συχνά δημιουργεί αυτή τη θέση, πώς την συντηρεί αν είναι ευχαριστημένος ή επιχειρεί να την αλλάξει αν είναι δυσαρεστημένος. Πώς αντιμετωπίζει κανείς την απειλή ή τους κραδασμούς που προκαλεί ένα νέο δεδομένο (εγώ ας πούμε).
Δεν είναι πολύ πρωτότυπες αυτές οι παρατηρήσεις ωστόσο και δεν έχει νόημα να τις καταγράψω.
(ναι καλά, εννοείται ότι έχουν φοβερό ενδιαφέρον, οφθαλμοφανώς αυτολογοκρίνομαι)
The doctor had energy enough to ascend an ice-mountain while the snow-hut was building.
Σε δεύτερο επίπεδο, λοιπόν, παρατηρώ τον εαυτό μου ενδελεχώς και με ανανεωμένο ενδιαφέρον (είμαι πολύ αγαπημένη μου και πάντοτε μου αρέσει να ανακαλύπτω πράγματα για μένα). Προσωπικά λοιπόν, και παρά τις περί του αντιθέτου εντυπώσεις, δεν είμαι όσο συγκροτημένη ή αυτοσυγκρατημένη φαίνομαι και αντιδρώ συχνά αυθόρμητα, επομένως έχω την τύχη αυτή την εποχή να με παρατηρώ να αντιδρώ σε νέα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με τρόπους που δεν είναι αναμενόμενοι. Όλο αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον!
Ένα από τα πιό σημαντικά συμπεράσματα που συνήγα προσφάτως είναι το γεγονός ότι ευρισκόμενη σε πλήρη απελπισία ή τέλος πάντων σε μεγάλη απογοήτευση, κατέκτησα (ως δια μαγείας!) ένα εντελώς πρωτόγνωρο για μένα, σπουδαίο αίσθημα ελευθερίας. Αποστασιοποιήθηκα, τραβήχτηκα θαρρείς από το ίδιο μου το σώμα, παρατήρησα την τραγική μου κατάσταση, πήρα βαθιά ανάσα, και - αντί να το βάλω στα πόδια, να κλάψω ή να κλαφτώ (το λίγο δεν πιάνεται) - χαμογέλασα ωσάν πεπειραμένη βουδίστρια. Η ζωή τελικά έχει πλάκα, έχει πλάκα πόσο ηλίθια μπορεί να γίνει, έχει πλάκα πόσο ασόβαρη είναι κατά βάθος, πόσο δεν αξίζει να στενοχωριέσαι παρά μόνο για το θάνατο, το μόνο οριστικό.
Το ήξερα αυτό, το είχα μάθει ήδη από τα 20, μα κατά βάθος το είχα ξεχάσει αυτό το μάθημα. Το ξαναθυμήθηκα τώρα που η καθημερινότητα μου άγεται και φέρεται από δυνάμεις τις οποίες ουδόλως ελέγχω.
Επέστρεψα λοιπόν στον Όμηρο, για φαντάσου, καταργώντας αιώνες ελληνικού ορθού λόγου, Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Επέστρεψα στον Όμηρο και επιτέλους κατάλαβα τον Οδυσσέα και τις διδαχές της φιλολόγου της Α' Γυμνασίου. "Ο Οδυσσέας αντιστέκεται στις επιθυμίες των θεών, προσπαθεί να ορίσει τη ζωή του, μα κατά βάθος μένει πάντα έρμαιο των επιθυμιών τους, του θυμού ή της αγάπης τους".
Πολύτροπη κι εγώ, κατέφυγα σε μιά Οδύσσεια λύση. Μένω δεμένη στο κατάρτι, με αυτιά και μάτια ανοιχτά, κι ας με χτυπάνε τα κύματα κι ας θέλω όσο τίποτα άλλο να λυθώ. Κοιτάζω γύρω μου με μεγάλη περιέργεια. Μαθαίνω. Αυτό το ταξίδι άλλωστε μόλις άρχισε.
Almost every night the doctor could observe the magnificent auroras.
Όχι, δεν θα επιλέξω την προφανή λύση να εικονογραφήσω την ανάρτηση με τη γνωστή σκηνή του Οδυσσέα δεμένου στο κατάρτι εδώ. Διαλέγω τρία χαρακτικά του Édouard Riou για το μυθιστόρημα του Jules Verne, At The North Pole or The Adventures of Captain Hatteras (1874).
Ταλαντεύτηκα πάλι για την τύχη της Ιφιμέδειας. Έγραψα το τελευταίο της κείμενο, την "τελευταία της υπόκλιση", μα δεν την έριξα στους καταρράκτες του Reichenbach, πιό δειλή από τον Conan Doyle - ακόμη κι αν, όπως και εκείνος, σκέφτηκα και το επόμενο βήμα: να την αναστήσω, ίσως με άλλο όνομα, σ'άλλη γη, σ'άλλα μέρη.
Θα βρω το θάρρος να γράφω ειλικρινά μπροστά στο κοινό που δεν επιθύμησα να έχω; Ασφαλώς ναι.
Ασφαλώς, όχι.
Κάναμε παραμονή Πρωτοχρονιάς 2010 χορεύοντας λυσσαλέα. Στο πιό περίεργο πάρτυ για δύο που μπορούσα να φανταστώ, με έναν τρόπο απόλυτα ταιριαστό σε αυτό που έφευγε και σε αυτό που ερχόταν.
Cuno Amiet, Sunset in a Snowy Landscape
Τελευταίο βράδυ του 2010 παίζουμε χαρτιά. Το παιχνίδι μεταξύ μας κι αυτό λυσσαλέο, η σαμπάνια καθόλου δεν έχει μειώσει τα αντανακλαστικά μας. Ο Θ. παίζει ριψοκίνδυνα, εγώ περισσότερο συντηρητικά από ποτέ. Η εφεκτική μου στάση, για την ακρίβεια η μπλόφα, επιβραβεύεται για άλλη μιά φορά: κερδίζω. Με μιά κίνηση συγκεντρώνω μπροστά μου όλο το ποσόν, μαζεύω στίβα μπροστά μου όλες τις καραμέλες του μπωλ.
Cuno Amiet, Tree in a winter landscape
Μέσα στις γιορτές, ο Θ. με πήρε πάλι από το χέρι να περπατήσω, σιγά-σιγά να σταθώ στα πόδια μου, να θυμηθώ την κάποτε δυναμική μου περσόνα. Τον κοιτάζω και σκέφτομαι πώς αντέχει, φοβάμαι την ώρα που θα κουραστεί. Σφίγγω τα δόντια και κάνω δύναμη. Νιώθω σαν εκείνα τα παλιά αυτοκίνητα που τα έσπρωχνε κανείς στην κατηφόρα για να πάρουν μπρος. Έσπρωχνες και συγχρόνως αφουγκραζόσουν με αγωνία να ακούσεις τον βόμβο της μηχανής να ξεκινά. Μέσα στην ησυχία του σπιτιού, ακούγεται έξω ο αέρας, ακούγεται δίπλα το πλυντήριο, δεν ακούγεται βόμβος μηχανής.
Ήθελα να ήμουνα μιά από εκείνες τις γυναίκες που έχουν ένα γέλιο γοητευτικό κι ακαταμάχητο. Πού γελάνε δυνατά, αλλά όχι ενοχλητικά, γέρνουν πίσω το κεφάλι κι εσύ παρασύρεσαι μαζί τους, τις κοιτάζεις, τις θαυμάζεις, γελάς κι εσύ, σε σαγηνεύουν. Νομίζω ότι αν είχα αυτό το χαρακτηριστικό θα ήμουν πανίσχυρη.
Cuno Amiet, Paysage de neige (Le grande hiver)
Ο Θ. διαβάζει στην Φυσική Ιστορία της Καταστροφής του Sebald μιά φράση του Jean Améry.
Η μνησικακία καρφώνει τον καθέναν από μας γερά πάνω στον σταυρό του ρημαγμένου του παρελθόντος. Ηχώντας παράλογη, απαιτεί να ανακληθεί το ανέκκλητο, να αναστραφούν τα συντελεσμένα.
Καταλαβαίνω τί λέει ο Améry.
Μόνο λίγες ώρες αργότερα ένα τυχαίο γεγονός με βυθίζει στην μνησικακία μου και απαιτώ παράλογα να αναστραφούν τα συντελεσμένα. Ο θυμός μου είναι τόσο αβάσταχτος, τόσο μεγάλος, κοχλάζει τόσο που νιώθω ότι πνίγομαι, πνίγομαι μέσα στην οργή μου, ψάχνω να βρω κατηγορούμενο να στήσω δικαστήριο. Τους περνάω όλους από το εδώλιο, μα στο τέλος, όσο και να ψάχνω, ο κατηγορούμενος είμαι πάντα εγώ, εγώ και ο κατήγορος. Η δίκη δεν βγάζει πουθενά, δεν βρίσκω πότε και πού έκανα το λάθος. Πώς είναι δυνατόν να κάνει κανείς πάντα το σωστό και να καταλήγει να έχει κάνει λάθος;
Κάτι δεν έχω υπολογίσει σωστά, η δίκη πρέπει να γίνει από την αρχή, συνεχίζεται στο κεφάλι μου ξανά και ξανά. Ξανά και ξανά μνησικακώ με τους λάθος ανθρώπους και πάλι το μυαλό μου κατρακυλάει απαρηγόρητο.
Είναι μύθος ότι το αλκοόλ σταματάει το μυαλό να σκέφτεται. Πείτε μου λοιπόν πώς σταματάει το μυαλό να σκέφτεται; Με τί περνάει αυτός ο κόμπος στο λαιμό και πώς σταματάει να πονάει η καρδιά σου;
Μίλτος Σαχτούρης, Τα Φάσματα ή Η Χαρά στον Άλλο Δρόμο (1958)
Το τέλος του 2010 σηματοδοτεί το οριστικό και αμετάκλητο τέλος ενός δεκαετούς κύκλου στη ζωή μου. Με την είσοδο του 2011 θα αρχίσει ένας νέος κύκλος που καθόλου δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί, πόσο θα διαρκέσει ή αν τα πράγματα θα είναι χειρότερα ή καλύτερα. Θα είναι σίγουρα πολύ διαφορετικά και στην αρχή πολύ καινούργια και πολύ αγχωτικά.
Έτσι όπως στέκομαι τώρα σ'αυτό το κατώφλι και ετοιμάζομαι να κλείσω την πόρτα πίσω μου, αισθάνομαι την ανάγκη να σας πω κάτι. Αισθάνομαι την ανάγκη, ειλικρινά, να ευχαριστήσω προσωπικά όλους εσάς που περάσατε ποτέ από εδώ μέσα, σταθήκατε και κάνατε τον κόπο να μου αφήσετε έναν λόγο.
Το ιστολόγιο αυτό ήταν σε πολλές περιπτώσεις όλα αυτά τα χρόνια το αποκούμπι μου, ήταν η φωνή μου όταν ήθελα να ουρλιάξω και δεν μπορούσα.
Η δική σας φωνή στα σχόλια υπήρξε όλες αυτές τις φορές πολύ σπουδαία για μένα. Ήταν η παρηγοριά μου ότι όλοι οι άνθρωποι εκεί έξω δεν είναι χυδαίοι, ανέντιμοι, υποκριτές ή απλώς σκληροί. Υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που είναι ευαίσθητοι, διακριτικοί, ευγενικοί, ευφυείς και με χιούμορ. Ευτυχώς.
Ο Θ. μου λέει συχνά ότι αν είχε ιστολόγιο δεν θα άφηνε ανοικτά τα σχόλια. Εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ να μην έχω αυτή τη δυνατότητα να ακούσω τί σκέφτεστε, αν σας άγγιξε κάτι που σας έδειξα ή κάτι που έγραψα, δεν θα μπορούσα να μιλάω μόνη μου, ήθελα να ακούω κι εσείς τι έχετε να πείτε.
Πολλές φορές είχα ανάγκη να ακούσω τι έχετε να πείτε.
Γι'αυτές τις φορές ειδικά θέλω να σας ευχαριστήσω, όταν βρέθηκα να κάθομαι οκλαδόν στον πάτο του βαρελιού μου, όταν είχα κλείσει το καπάκι της κατσαρόλας μου και εσείς μπήκατε στον κόπο να κοιτάξετε μέσα στην κρυψώνα μου, διαβάσατε προσεκτικά αυτά που έγραφα και μου γράψατε δυό λόγια που εγώ τα αισθάνθηκα σημαντικά και παρήγορα.
Βρήκα αυτή τη φωτογραφία του Άγιου Βασίλη (από εδώ). Υποτίθεται ότι είναι τραβηγμένη το 1895. Δεν έχω ιδέα αν αυτό είναι αλήθεια. Δεν με νοιάζει κιόλας. Με νοιάζει που μόλις την είδα σιγουρεύτηκα, πείστηκα ότι αυτός είναι αλήθεια ο Άγιος Βασίλης. Ο ίδιος. Ο γνωστός.
.
.
.
. Σημασία λοιπόν για μένα έχει τί πιστεύεις εσύ, γιατί σε τελευταία ανάλυση αυτή θα είναι πάντα η δική σου αλήθεια: αυτό που νομίζεις εσύ, αυτό που νιώθεις εσύ, αυτό που βιώνεις εσύ. Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι.
Ο αγαπητός athensville με κάλεσε για δεύτερη χρονιά να γράψω ένα κείμενο για την Αθήνα. Τον ευχαριστώ κι από εδώ ειλικρινά για τη φιλοξενία και την θαυμάσια εικονογράφηση.
Η Τασσώ Καββαδία έμοιαζε καταπληκτικά σε μιά καθηγήτρια που είχα στο πανεπιστήμιο. Έμοιαζαν εξ όψεως, δυό ωραίες γυναίκες, με παράστημα, καλοντυμένες, μα περιέργως είχαν και το ίδιο ψυχρό βλέμμα ανωτερότητας και σνομπισμού κι επιπλέον ήταν ικανές να ξεστομίσουν με στόμφο λόγια απύθμενης κακίας. Μόνο που αυτό που για την Καββαδία ήταν ένα εξαιρετικό ταλέντο για την αποτελεσματική άσκηση της τέχνης της, για την καθηγήτριά μου παραμένει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα.
Κάθε φορά λοιπόν που την συναντώ (την καθηγήτρια, όχι την Τασσώ), νομίζω ότι θα ανοίξει το στόμα της, θα στρογγυλέψει Κολωνακιώτικα τις λέξεις της για να μου τις πετάξει στα μούτρα κι εγώ θα πρέπει ως άλληΣτεφανίανα σφουγγαρίσω όλο το αναμορφωτήριο (στα γόνατα με σφουγγαρόπανο, όχι με σφουγγαρίστρα).
Σκέφτομαι πάντως ότι μετά την πρόσφατη απώλεια της σπουδαίας ηθοποιού μπορώ:
α. να βλέπω με μεγαλύτερη συμπάθεια την πρώην καθηγήτρια γιατί θα μου θυμίζει την συγχωρεμένη την Καββαδία,
β. να φαντασιώνομαι μιά περίσταση στην οποία η Καββαδία ταπεινώνει μεγαλειωδώς την καθηγήτρια, όπως το κάνει με απαράμιλλο τρόπο στην παρακάτω σκηνή από την "Αμαρτία της Ομορφιάς".
Παρατηρήστε παρακαλώ, πώς ερμηνεύει το ρόλο της αυτή η καταπληκτική ηθοποιός με τις κινήσεις της, το βλέμμα της, την εκφορά και την ένταση του λόγου! Betty Livanou you didn't stand a chance.
Όλο μέσα μου απωθώ την παρόρμηση να κάνω απολογισμό του 2010 κι όλο αυτή επιστρέφει. Είναι που δεν θυμάμαι και καλά, ούτε καν τα πρόσφατα. Είναι που δεν έχει και πολύ νόημα να αραδιάζεις ατυχίες και απογοητεύσεις, τί τους θέλω εγώ τους απολογισμούς;
Απρίλιος. Γράφω ακατάπαυστα - και μετά σκάει ένα ηφαίστειο σχεδόν στα μούτρα μου.
Αύγουστος. Διαπιστώνω πόσο κοντά μπορώ να βρεθώ σε μιά σοβαρή ασθένεια.
Νοέμβριος. Μαθαίνω ότι η καλύτερή μου φίλη μού λέει ψέμματα για να αποφύγει να με συναντήσει.
Καλά, μιλάμε για πολύ κλάψα. Άστο. Πάμε αλλιώς.
Αντί απολογισμού, προτιμώ να αφηγηθώ το Σημαντικότερο Επίτευγμά μου για το 2010, το οποίο θα αποτελέσει και κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας μου με τίτλο
Το τελευταίο σκαλοπάτι
Εγώ που λέτε δεν ήμουν ανέκαθεν τροφαντή. Είχα τα μαγουλάκια μου αλλά χοντρή δεν με έλεγες. Αυτό είναι και καλό, είναι και κακό. Καλό είναι γιατί είχα έντιμο πρότερο βίο, κακό γιατί ενώ έπαιρνα κιλά δεν έβλεπα τον εαυτό μου χοντρό. Τον έβλεπα δηλαδή, είχα μάτια, όταν σφήνωνε το XL επάνω μου εκεί ήμουνα κι έβλεπα, αλλά να, ψυχολογικά τοποθετούσα πάντοτε τον εαυτό μου στους αδύνατους ή έστω στους προσωρινά-μή-αδύνατους (αυτή είναι κατηγορία κυρίες και κύριοι...).
Επιπλέον δεν βοηθούσε το γεγονός ότι ο Θ. (σε αντίθεση με τη μαμά μου) δεν με έκανε ούτε μιά στιγμή να αισθανθώ άσχημα με το σώμα μου (τουναντίον), ούτε το γεγονός ότι όταν κοιμόμουν ονειρευόμουν κι έβλεπα τον εαυτό μου αδύνατο.
Τέλος πάντων, μην τα πολυλογούμε, πάχαινα, πάχαινα, πάχυνα.
Κι όλο έλεγα μέσα μου ότι ήθελα να αδυνατίσω αλλά πάλι δεν είχα το κουράγιο να πιέσω τον εαυτό μου να το κάνει, γιατί ήξερα ότι αυτό ήθελε κότσια που δεν μπορούσα να διαθέσω προς αυτή την κατεύθυνση.
Βαυκαλιζόμουνα ότι έχω ακόμη περιθώρια κι ελέγχω την κατάσταση κι αστειευόμουν για το τελευταίο σκαλοπάτι, το να σε περνάνε οι άγνωστοι για έγγυο και να μην είσαι.
Μέχρι που βεβαίως την κατέβηκα όλη την σκάλα, το έφτασα κι αυτό το σκαλοπάτι, την έζησα κι αυτή την εμπειρία (εδώ κανονικά ακούγεται ταρατατάν μπουζούκι). Όρθιοι στο τρένο και δίπλα μας ένα ζευγάρι Αλβανοί (καλή τους ώρα οι ευγενέστατοι) να με κοιτάνε, κυρίως η γυναίκα. Κι εγώ (χαζή δεν είμαι) την είδα την ξεφτίλα να έρχεται, την ρούφαγα εις μάτην την κοιλιά. Κι η κοπέλα, όλο αγωνία μη χάσω το παιδί, να σκουντάει τον άντρα της να σηκωθεί, να του λέει κάτι στη γλώσσα τους κι εναγωνίως να ψάχνει το βλέμμα μου για να μου πει να κάτσω. Κι εγώ να αποφεύγω το βλέμμα και να εύχομαι να είχε το τρένο μιά κινηματογραφική καταπακτή στο πάτωμα, να ανοίξει, να πέσω, να με πατήσει κιόλας από πάνω να τελειώνουμε. Το τέλος της ιστορίας μας είναι γλυκόπικρο, όπως γλυκόπικρη είναι κι η ζωή: "σας ευχαριστώ, μην ενοχλείστε, δεν είμαι έγγυος, χοντρή είμαι". Καταραμένη καταπακτή δεν άνοιξες ποτέ.
Αυτό λοιπόν νόμιζα ότι ήταν το τελευταίο σκαλοπάτι, μα πλανήθηκα πλάνην οικτράν.
Λίγους μήνες αργότερα επισκέπτομαι για πρώτη φορά έναν γυναικολόγο. Ας τον πούμε γιατρό Καζαμπούμπου, έτσι τον αποκαλούμε πλέον στο σπίτι μας κι έχουμε τους λόγους μας. Ο γιατρός Καζαμπούμπου λοιπόν μου ρίχνει ένα βλέμμα, χαμογελάει ήρεμος και μου λέει: "πότε με το καλό;"
Εγώ ανυποψίαστη ρωτάω "τι εννοείτε;" "Πότε με το καλό γεννάμε;"
Αυτό, κυρίες και κύριοι, είναι το αληθινά τελευταίο σκαλοπάτι στον εξευτελισμό της παχουλής γυναίκας. Όχι απλώς να σε θεωρήσουν έγγυο, αλλά να σε θεωρήσει έγγυο ένας γυναικολόγος.
Όσο κι αν ο γιατρός αποδείχτηκε εν τέλει μεγάλος σκιτζής, αυτή η συνάντηση υπήρξε καθοριστική. Δεν είχα άλλα περιθώρια για ξεφτιλίκια, ούτε από ευγενικούς απλούς ανθρώπους, ούτε από μορφωμένους Καζαμπούμπου, η κοινωνία μας δεν είναι φτιαγμένη για παχουλούς, τα πρότυπα τα κοινωνικά είναι πλέον διαφορετικά, δεν ζούμε στο 1920 που το τροφαντό το μπούτι ήταν μεγάλο ατού.
Από την επόμενη κιόλας ημέρα άρχισα βίαιτα, δηλαδή βίαιη δίαιτα (ένας όρος όχι δικός μου αλλά του Νανάκου). Μόνη μου, γιατί δεν άντεχα να πάνω να τσιτσιδωθώ για να με ξεφτιλίσει κι ο διαιτολόγος. Δύο εβδομάδες Άτκινς (που δεν αντέχεται) και μετά μετρώντας θερμίδες προσπαθούσα να μένω σε ένα ποσό 1100 θερμίδων την ημέρα. Έτσι έχασα 13 κιλά σε περίπου 3-4 μήνες.
Δεν είμαι ακόμη αδύνατη, είμαι ας πούμε όχι-τόσο-χοντρή κι αυτό είναι, σας βεβαιώ, πολύ σπουδαίο επίτευγμα.
προειδοποίηση: το κείμενο που ακολουθεί είναι μεγάλο και κουραστικό ώστε αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω εκ των προτέρων όσους θα έχουν την υπομονή να φθάσουν ως το τέλος του.
Το Ζήτημα
Προ ολίγων ημερών προβλήθηκε από το κανάλι Extra-3 μιά εκπομπή που παρουσιάζει η Τζούλια Αλεξανδράτου με καλεσμένο (αυτή τη φορά) τον Γιάννη Φλωρινιώτη. Οι δυό τους βρέθηκαν έξω από τον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάς Επιδαύρου και στο πλαίσιο της εκπομπής, έχοντας ως φόντο τις αρχαιότητες, η Τζούλια πήρε συνέντευξη από τον Φλωρινιώτη αναφερόμενη στην καριέρα του τραγουδιστή και ιδιαιτέρως στην εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος όπου ο μέγας Χατζηδάκις αφιέρωσε στον Φλωρινιώτη.
Η Τζούλια απήγγειλε στίχους από τον Ολυμπιακό Ύμνο του Παλαμά και την "Άρνηση" του Σεφέρη και ο Φλωρινιώτης τραγούδησε (όχι κάποιο από τα εύθυμα σουξέ του αλλά) ένα θαυμάσιο τραγούδι "Το Πέρασμά Σου".
Μικρή παρέκβαση - Το Πέρασμά Σου
"Το Πέρασμά σου" είναι ένα ποίημα του Κώστα Βάρναλη από την ποιητική συλλογή "Ποιητικά" του 1956.
Ἄχ! Τόσο λίγο νὰ βαστάξει Τούτ᾿ ἡ γιορτὴ κ᾿ ἡ Πασκαλιά!.. Ἔφυγες κ᾿ ἔχουμε ρημάξει ξανὰ καὶ πάλ᾿ ἡ Πασκαλιὰ γιατ᾿ ἔτσι λίγο νὰ βαστάξει!
Το ποίημα μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός στην Τρίτη Ανθολογία το 1975 και ερμήνευσε τότε ο Κώστας Καράλης. Την ερμηνεία μπορείτε να ακούσετε εδώ.
Πιό πρόσφατα, το 2007, οι Χειμερινοί Κολυμβητές μελοποίησαν ξανά και ερμήνευσαν θαυμάσια το ίδιο ποίημα, που μπορείτε να ακούσετε εδώ.
Στην σημερινή ανάρτηση ενσωματώνω την ερμηνεία του Γιάννη Φλωρινιώτη από την πρόσφατη εκπομπή. Ο Φλωρινιώτης, όπως μαθαίνω από μιά παλιότερη ανάρτηση του Αντώνη Μποσκοΐτη (εδώ) ερμήνευσε το ποίημα μελοποιημένο από τον Γιώργο Γεωργιάδη σε ένα δίσκο του που ονομαζόταν "Ποίηση και Μελωδία" και περιλάμβανε μελοποιημένη ποίηση των Ουράνη, Βάρναλη και Πορφύρα.
Οι Αντιδράσεις των Άλλων
Όλες οι αντιδράσεις που εγώ τουλάχιστον διαπίστωσα μετά την προβολή της εκπομπής μου δείχνουν ότι οι περισσότεροι θύμωσαν και χλεύασαν το προϊόν, θίχτηκαν αισθητικά και θεώρησαν ιδιαιτέρως προκλητική και απαράδεκτη την ανάγνωση ποίησης από την Τζούλια Αλεξανδράτου.
Σημειώνω χαρακτηριστικά την πιό ενδιαφέρουσα ίσως αντίδραση που διάβασα στο Daily Express της Lifo, εδώ, ένα κείμενο με την υπογραφή "The Love Company".
Πριν προχωρήσω στην έκθεση των δικών μου σκέψεων, ας σημειώσω ότι στις πολλαπλές επιλογές του ανωτέρω κειμένου (αν δεν με καταδίκαζε ο συγγραφέας του άκριτα στο 3.) θα πρόσθετα ένα 6. Βλέπω την εκπομπή σαν μιά ευκαιρία να παρατηρήσω τη σχέση που έχουν αναπτύξει οι σύγχρονοι νεοέλληνες με την "ιερότητα" του αρχαίου και του νεώτερου κλασικού πολιτισμού.
Διαφωνώ βλέπεις επί της αρχής: ακόμη κι αν η εκπομπή είχε στόχο να είναι "ένα συνειδητό, ναζιστικού τύπου, γιαούρτωμα της διανόησης" (που αμφιβάλλω για να είμαι ειλικρινής), πιστεύω ότι η μεν κλασική διανόηση δεν επηρρεάζεται πλέον από γιαουρτώματα, η δε σύγχρονη διανόηση δεν πρέπει να βρίσκεται εκτός κριτικής.
Σκέψεις και ερωτήματα - για φαντάσου με ποιά αφορμή...
Είδα λίγο την εκπομπή στην τηλεόραση και είχα ήδη κάποιες σκέψεις που τις ρίχνω όλες άτακτα εδώ. Σε κάθε περίπτωση ας σημειώσω ότι πριν γράψω το κείμενο αυτό φρόντισα να δω αρκετά αποσπάσματα που έχουν ανέβει στο Youtube.
Ι. Τα αρχαία και εμείς - ποιοί εμείς;
Η Αλεξανδράτου και ο Φλωρινιώτης κάνουν την εκπομπή ΕΞΩ από τον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάς (ή Μικρής) Επιδαύρου. Σκέφτομαι ότι κατά πάσα πιθανότητα ούτε καν τόλμησαν να ζητήσουν άδεια κινηματογράφησης εντός του αρχαιολογικού χώρου. Αντ'αυτού κινηματογραφούν και κινούνται (ως έχουν δικαίωμα) έξω από τον χώρο. Δεδομένης της ταπεινής περίφραξης του συγκεκριμένου θεάτρου η εντύπωση που δίνεται στον θεατή ενίοτε είναι ότι βρίσκονται μέσα, άρα ο αποκλεισμός που υφίστανται καταργείται.
Έχει δικαίωμα η Τζούλια Αλεξανδράτου να εισέλθει σε έναν αρχαιολογικό χώρο; Αν ναι, με ποιές προϋποθέσεις; Ποιός είναι αυτός που θα κρίνει και γιατί; Η Τζούλια και ο Φλωρινιώτης είναι κατώτερα όντα επειδή έχουν κάνει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε από άποψη αισθητικής ή ηθικής; Τα αρχαία ανήκουν μόνο σε ανώτερα όντα που έχουν υψηλή αισθητική και ηθική; Ποιό είναι το μέτρο που μετρά το ύψος της αιθητικής (για να μην πιάσω την ηθική);
ΙΙ. Ο χώρος - ποιός χώρος;
Η Τζούλια αναφέρει διαρκώς οτι βρίσκονται στην "Επίδαυρο" και είμαι απολύτως σίγουρη ότι ο περισσότερος κόσμος θα νομίζει στο τέλος ότι ΟΝΤΩΣ βρίσκεται στην Επίδαυρο, δηλαδή στο μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου. Επομένως πολλοί θα θίγονται τελικά από την εκπομπή της Τζούλιας για τον λάθος χώρο - παραδέχομαι ότι η σκέψη αυτή με διασκεδάζει.
Θυμάμαι τη δική μου επίσκεψη στην Παλιά Επίδαυρο. Μου έκανε εντύπωση πόσο πολύ στενά περιβάλλεται από ιδιοκτησίες. Όχι μόνο σπίτια, αλλά και κοτέτσια και στάβλους. Θυμάμαι ότι ήταν καλοκαίρι και η μυρωδιά ήταν αβάσταχτη. Το κτήριο όπου ο Φλωρινιώτης τραγουδά το "Πέρασμα" είναι ένας στάβλος σε άμεση εγγύτητα με τον αρχαιολογικό χώρο. Αναρωτιόμουν τι γίνεται όταν λειτουργεί το θέατρο.
ΙΙΙ. Η πρέπουσα εμφάνιση - ποιά είναι;
Κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης η Τζούλια φορά ένα πολύ λεπτό λευκό φόρεμα. Την βλέπω να κρυώνει αλλά δεν το δείχνει. Το φόρεμα είναι μακρύ, ποδήρες, σαν κακοραμμένο νυφικό, και η εμφάνιση συμπληρώνεται με εντυπωσιακό κρωβύλο και το χαρακτηριστικό της μακιγιάζ. Ο Φλωρινιώτης, γνωστός για τις ενδυματολογικές του ακρότητες, αυτή τη φορά φοράει ένα μαύρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα. Μοιάζει κι αυτός να κρυώνει, ίσως επειδή έχει συννεφιά.
Κανείς από τους δυό τους δεν έχει ντυθεί όπως συνηθίζει σε τηλεοπτικές του παρουσίες. Και οι δύο προσαρμόζουν την εμφάνισή τους στον χώρο. Ακολουθούν έναν άγραφο κώδικα ενδυματικών επιλογών.
Ποιά είναι η πρέπουσα ενδυματολογική εμφάνιση προκειμένου να επισκεφθεί κανείς έναν αρχαιολογικό χώρο; Ο αρχαιολογικός χώρος είναι σαν τα μοναστήρια που έχουν καθιερωμένο (από ποιόν αλήθεια;) ενδυματολογικό κώδικα; Ποιός είναι αυτός; Ο κανόνας καταλύεται αν ο χώρος λειτουργεί ως θέατρο με σύγχρονες παραστάσεις;
Αν η Τζούλια πόζαρε ημίγυμνη ή με μπικίνι έξω από την μικρή Επίδαυρο θα ξεσηκωνόταν όλη η κοινωνία. Γιατί δεν ξεσηκώνεται όταν οι θερινοί επισκέπτες (διεκδικούν να) εισέρχονται έτσι σε αρχαιολογικούς χώρους; Μήπως γιατί αυτό δεν προβάλλεται από την τηλεόραση; Η τηλεοπτική προβολή είναι το κριτήριο για την επιβολή ενδυματολογικής σεμνότητας; Αν ναι, η Τζούλια νίκησε. Ήταν ενδυματολογικώς σεμνή.
ΙV.
Η πρέπουσα συμπεριφορά - ποιά είναι;
Η Τζούλια διαβάζει ποίηση. Λίγους στίχους Παλαμά και λίγους Σεφέρη. Διαβάζει ρίχνοντας διαρκώς ματιές στο χαρτί της, διαβάζει με στόμφο, κακή εκφορά, διακεκομένα, χωρίς συγκέντρωση, ίσως χωρίς να κατανοεί ακριβώς τι διαβάζει. Προσπαθεί να είναι σοβαρή αλλά έχει και ένα ύφος σαν να είναι έτοιμη να γελάσει, σαν παιδί που κάνει αταξία (όπως σωστά μου επισημαίνει ο @greekgaylolita στο twitter). Ο Φλωρινιώτης επιλέγει να τραγουδήσει μελοποιημένο Βάρναλη. Τί τυχερός, είχε ήδη στην δισκογραφία του το τραγούδι.
Οι επιλογές και των δυό σε σχέση με τον χώρο που βρίσκονται έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν επιλέγουν να αναπαράξουν στίχους κάποιου αρχαίου κειμένου. Γιατί όχι αλήθεια; Δεν θα ταίριαζε Αριστοφάνης στο αρχαίο θέατρο; Δεν θα έδινε ωραίες πικάντικες αφορμές αστειότητας; Προφανώς ναι, αλλά οι ίδιοι επιλέγουν να κινηθούν σε άλλο μονοπάτι, αυτό της της "κλασικής" ποίησης του 20ου αιώνα.
Βρίσκω πολύ έξυπνο αυτό το γεφύρωμα των δύο "κλασικών" πολιτισμών. Ποτέ κανείς δεν αμφισβητεί το κλασικό. Αμφισβητεί όμως την διαχείριση του κλασικού. Ήτοι: αν διαβάζει η Κονιόρδου τον Ολυμπιακό Ύμνο, δεν υπάρχει πρόβλημα, αν τον διαβάζει η Τζούλια υπάρχει.
Οι δύο πρωταγωνιστές δεν φωνάζουν αλλά συζητούν ήρεμα, ωσάν επηρεασμένοι από την υποβλητικότητα του χώρου. Δεν προκαλούν φθορά στο μνημείο, ούτε καν άλλωστε το αγγίζουν. Θα μπορούσε να μην είναι έτσι. Πολλοί επισκέπτες αρχαιολογικών χώρων και μουσείων κανιβαλίζουν με την συμπεριφορά τους τα μνημεία, συχνά ρυπαίνουν, ακόμη και με σωματικές ακαθαρσίες, και δείχνουν επί τούτου ποικιλοτρόπως την "ασέβειά" τους.
Αυτή η "ασέβεια" αν δεν την βλέπουμε, δεν υπάρχει; Είναι "ασέβεια";
Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε, ότι με πρόφαση την τέχνη, υπάρχουν άνθρωποι που έχουν κατά καιρούς φωτογραφηθεί έως και γυμνοί σε αρχαιολογικούς χώρους (δείτε π.χ. εδώ).
Η Τζούλια και ο Γιάννης αναλογίζονται ότι βρίσκονται σε εγγύτητα (ούτε καν εντός) του αρχαιολογικού χώρου και αυτή και μόνο η εγγύτητα τούς υποβάλλει μιά συγκεκριμένη σεμνύζουσα συμπεριφορά. Η ακτινοβολία του χώρου λοιπόν εκτείνεται και έξω από την περίφραξή του. Πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση, δεν νομίζετε;
Η συμπεριφορά ωστόσο κρίνεται μεμπτή. Αναρωτιέμαι γιατί, εφόσον οι κανόνες τηρήθηκαν τυπικά.
VΙ.
Το γιαούρτωμα της διανόησης - Γιατί όχι;
Προφανώς υπάρχει αισθητική διαφωνία ή διαμαρτυρία για το γεγονός ότι η Τζούλια φαίνεται να χλευάζει την ποίηση την ίδια στιγμή που την εκφωνεί.
Το επιχείρημα της αισθητικής διαφωνίας δεν το δέχομαι. Για μένα χειρότεροι αισθητικά μπορεί να είναι διάφοροι θίασοι που κατά καιρούς έχουν παίξει στο θέατρο της Επιδαύρου, χειρότερες κάποιες ανά την Ελλάδα χορωδίες που κακοποιούν τον Ολυμπιακό ύμνο, χειρότεροι κάποιοι ηθοποιοί που απαγγέλουν ποίηση με στόμφο και προσωδία. Διαφωνώ μαζί τους αισθητικά αλλά αναγνωρίζω το δικαίωμά τους να συνεχίσουν να παράγουν την τέχνη τους. Το ίδιο μπορεί ή πρέπει να ισχύει και για την κάθε Τζούλια.
Αν δεχτούμε ότι η Τζούλια χλευάζει την κλασική ποίηση, αυτό το κάνει όχι με τα σχόλιά της επί των ποιημάτων, αλλά με τον ασεβή τρόπο εκφοράς της ή πιό σωστά με τον τρόπο εκφοράς που εμείς κρίνουμε ότι είναι ασεβής.
Αν η Τζούλια είναι η κακή μαθήτρια της Β' Γυμνασίου που την πιάνουν τα γέλια στη σχολική γιορτή μπροστά στους συμμαθητές της (γιατί το ποίημα δεν της λέει τίποτα;), ο καθένας από εμάς που αντιδρά, αυτομάτως μπαίνει σε έναν καθόλου θελκτικό ρόλο: του γυμνασιάρχη που θέλει να δώσει στην Τζούλια αποβολή γιατί δεν σεβάστηκε τον Σεφέρη και τον Παλαμά, δεν έδειξε την δέουσα προσοχή στην κλασική ποίηση και μας χάλασε την ατμόσφαιρα σεβασμού που κρίνουμε ότι πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε τέτοια περίσταση.
Ξεχνάμε ίσως ότι η κλασική ποίηση, ευτυχώς ή δυστυχώς, επιβιώνει ακόμη και μετά από την χειρότερη σχολική γιορτή, την χειρότερη δημοτική εκδήλωση και την χειρότερη βραδιά ποίησης.
Στο τέλος της εκπομπής, προκειμένου πάλι να σκανδαλίσει προφανώς, η Τζούλια αποφωνεί με ένα λογύδριο διανοουμενίστικου ύφους αλλά ακατάληπτου περιεχομένου. Ίσως εδώ να έγκειται η μεγαλύτερη διάθεση χλεύης, με την οποία όμως δεν διαφωνώ. Βρίσκω πολλούς ανθρώπους γύρω μου να προσπαθούν να εκφραστούν με επιτηδειότητα χάνοντας τον ειρμό ή το περιεχόμενό τους. Αν αυτό είναι μιά κριτική στην σύγχρονη διανόηση και τον ακατάληπτο συχνά λόγο της, με βρίσκει απολύτως σύμφωνη - και μάλιστα μου θυμίζει ένα ανάλογο σχόλιο του Σακελλάριου που είχα επισημάνει παλιότερα εδώ.
Μήπως το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι "δεν επιτρέπουμε" καν την ύπαρξη αυτής της συνύπαρξης: Τζούλια + κλασική ποίηση;
Γιατί δεν την επιτρέπουμε; Συμφωνήσαμε ότι η Τζούλια, πρωταγωνίστρια αισθησιακών ταινιών, είναι ανήθικη στην ηθική κοινωνία μας και άρα δεν μπορεί να ασχολείται με τα "ιερά και τα όσια"; Τα πορνικά της χείλη δεν μπορούν να εκφωνούν τον Ολυμπιακό ύμνο; Προτιμάμε την απαγγελία ποίησης από πολιτικούς;
Αν η ηθική είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την απαγγελία κλασικής ποίησης, που θα βρεθεί άνθρωπος αρκετά ηθικός για να την εκφωνήσει και ποιός είναι αυτός που θα τον κρίνει;
Βρίσκομαι σε μιά αίθουσα συναυλιών. Παίζουν Βιβάλντι και με το πρώτο θέμα βλέπω το κάθισμα πλάι μου αδειανό. Αρχίζω να σε φτιάχνω με την φαντασία μου και να σε βλέπω πλάϊ μου ν'ακούς μαζί μου μουσική. Όμως έρχεται πάλι το πρώτο θέμα και μου δείχνει το κάθισμά σου αδειανό. Σε ξαναφτιάχνω με αγωνία και για να μη μου φύγεις πιάνω το χέρι σου και στο κρατώ μες στο δικό μου, ίσαμε που 'ρχεται ξανά το πρώτο θέμα κι αφήνει άδειο το κάθισμά σου. Χαϊδεύω τ'άδειο κάθισμα που'ναι ζεστό από το κορμί σου, αρχίζω πάλι πλάι μου να νιώθω την αναπνοή σου, αλλά το πρώτο θέμα οριστικά, τυραννικά κι απελπισμένα μου φανερώνει την αλήθεια. Εγώ είμαι μόνη, το κάθισμα είναι άδειο κι εσύ δεν υπάρχεις. Μάνος Χατζηδάκις, Το κοντσέρτο, στο Χαμόγελο της Τζοκόντας. Βγαίνοντας από την Τράπεζα εγκλωβίζομαι στον μικρό κενό χώρο, ανάμεσα στον έξω κόσμο και στο χώρο της τράπεζας. Ακούω διαρκώς την επιτακτική εντολή ενός άγνωστου άνδρα - "πατήστε το κουμπί της εξόδου" - "πατήστε το κουμπί της εξόδου" - "πατήστε το κουμπί της εξόδου". Το πατάω κύριε, το πατάω ξανά και ξανά. Και περιμένω. Μα η πόρτα δεν ανοίγει, το πράσινο φως δεν ανάβει και δεν μπορώ να βγω. Ούτε κι εγώ θέλω να μείνω εδώ. Ένας χώρος μή-χώρος ανάμεσα στο μέσα και στο έξω είναι εδώ που βρίσκομαι. Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω, δεν μπορώ να πάω μπροστά, δεν μπορώ να μείνω εδώ. Δεν μπορώ να μείνω εδώ κυρίως γιατί με ενοχλούν τα τζάμια. Γύρω-γύρω τζάμια. Και μπορεί όποιος θέλει να σε βλέπει, ενώ εγώ θέλω να με βλέπει όποιος θέλω και, για την ακρίβεια, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή δεν θέλω να με βλέπει κανείς. Λίγο πριν με πιάσουν τα κλάματα λοιπόν, εντελώς παιδαριωδώς, γελοίο έρμαιο των ορμονών μου πάντα, ανάβει το πράσινο φως και βγαίνω από αυτόν τον μή-χώρο, μα στα αλήθεια νιώθω σαν να μην έχω βγει ακόμη. Γιατί είναι τόσο αβάσταχτο το αίσθημα της απώλειας για κάτι που δεν είχες ποτέ;
Εχτές διαπίστωσα ότι μου χρειάζονται περίπου 8 απανωτά επεισόδια των Απαράδεκτων προκειμένου να καθαρίσω την κρεβατοκάμαρα στο πλαίσιο του ευρύτερου προγράμματος που ονομάζεται "Γενική Καθαριότης, χειμερινή έκδοσις".
Το πρόγραμμα περιλαμβάνει δραστηριότητες οι οποίες επιτυγχάνουν την καθαριότητα κάθε ορατής επιφάνειας του σπιτιού, από της οροφής έως του δαπέδου, των τοίχων περιλαμβανομένων, και ασφαλώς όλου του περιεχομένου το οποίον εβρίσκεται εκτεθειμένον.
Η Γενική Καθαριότης θεωρείται ολοκληρωμένη μόνον όταν έχομε επιτύχει ικανοποιητική αφαίρεση σκόνης (ή εξαντλητική κούραση) σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού, οπότε στρώνουμε τα χαλιά και στολίζουμε το σπίτι μας για τα Χριστούγεννα.
[εδώ κολλάει ένα Ja wohl!]
Οι Απαράδεκτοι παίζουν εδώ και χρόνια πολύ καταλυτικό ρόλο, καθώς διαπίστωσα ότι το να παίζουν στο background βοηθάει καταπληκτικά να εκτελώ τις εργασίες μου χωρίς να αναλογίζομαι πόσο κουραστικό και βαρετό είναι αυτό που κάνω εκείνη τη στιγμή. Μπορώ πάντα να προσποιούμαι ότι έβλεπα Απαράδεκτους όλη μέρα, ε, και πήρα κι ένα ξεσκονόπανο να κάνω καμιά δουλειά.
Το ξέρω, η κατάσταση θυμίζει Τσελεμεντέ της δεκαετίας του '60 και women's magazines και women's blogs μη σου πω, μα τι να γίνει; Έτσι είμαι εγώ. Την προηγούμενη εβδομάδα έδινα διάλεξη, την επόμενη καθαρίζω παντζούρι.
Γιατί δεν παίρνουμε βοήθεια, σκέφτεται μεγαλόφωνα (και συχνότερα φαντάζομαι ενδόμυχα) ο Θ. κι αναστενάζει.
Δεν μπορώ ποτέ να του εξηγήσω ικανοποιητικά γιατί όχι.
Γιατί έτσι πρέπει; (όπως θα απαντούσε η Λωξάντρα)
Γιατί δεν μπορώ να δίνω εντολές σε έναν άλλον άνθρωπο για να κάνει μιά σωματικά κουραστική εργασία; [- εκτός αν είναι ο ίδιος ο Θ. :) ]
Γιατί κάπου μέσα μου το αντιμετωπίζω όλο αυτό ως απαραίτητη διαβατήρια διαδικασία για να ευχαριστηθώ καλύτερα την κατάσταση μετά;
Ο Θ. το αποδίδει στις ενοχές που έχω από τον τρόπο που βλέπει η μαμά μου την καθαριότητα (μανιακά δηλαδή) - και μάλλον έχει δίκιο, και το περνάμε σαν αρρώστεια που κάνει τον κύκλο της.
Αυτό είναι το πιό αγαπημένο μου Χριστουγεννιάτικο τραγούδι σε μιά ωραία εκτέλεση σχολικής χορωδίας και κινηματογράφηση του 1975. Δεν ήρθε ακόμη η ώρα του αλλά δεν πειράζει, ενισχύει το φρόνημα ;)
Λίγο άσχετο αλλά.
Σπανίως σας δίνω συμβουλές ή κάνω υποδείξεις διασκέδασης αλλά αισθάνομαι αλήθεια την ανάγκη να φωνάξω πόσο πολύ σπουδαία, πόσο ειλικρινά συγκλονιστική είναι η έκθεση της Βάσως Κατράκη στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.
Επισκεφθείτε την και θα με θυμηθείτε.
Kι αν πάτε μέχρι εκεί, περάστε δίπλα στην πτέρυγα του Μεγάρου Σταθάτου και δείτε την πολύ εντυπωσιακή έκθεση The Lost World of Old Europe
(που εγώ θα την μετέφραζα αυτολεξεί: Ο Χαμένος Κόσμος της Παλιάς Ευρώπης και όχι: Το Ξεχασμένο Παρελθόν της Ευρώπης) Είναι από αυτές τις εκθέσεις που έχεις την ευκαιρία να καθαρίσεις το μυαλό σου από ένα σωρό κλισέ.
Όλο αυτό το διάστημα που δεν έγραφα εδώ (και δεν έλειψα ως φαίνεται σε κανέναν ιδιαιτέρως γκουχ-γκουχ) επισκεφτόμουν κλεφτά τα ιστολόγιά σας κι έτσι εν πολλοίς έχω μιά εικόνα τι κάνετε, πώς είστε γενικώς, τι σας απασχολεί, τι γράφετε. Μα σκέφτηκα, έτσι γυρνώντας μετά από αρκετό καιρό, ότι αν σας έβλεπα μπροστά μου, αν καθόμασταν για καφέ, δεν θα σας ρώταγα τι γνώμη έχετε για το νέο κόμμα της Ντόρας ας πούμε (I couldn't care less). Θα προτιμούσα άλλα πράγματα να μου πείτε, πιό προσωπικά σας.
Ιδού λοιπόν τρεις ερωτήσεις μου και όποιος θέλει, απαντά, κι όποιος θέλει αντίστοιχα με ρωτά. (κι όπως θα έλεγε ο αγαπημένος μου Προβατούκοςχάου μο γκέρλυ μπλογκ καν γιου γκο;)
1. Σκέψου καλά και πες μου: ποιό είναι το πιό όμορφο πράγμα που είδες τώρα τελευταία;
2. Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιος που πρόσφατα σε στενοχώρησε ή σε πρόσβαλε κι εσύ δεν έκανες τίποτα γι'αυτό. Θέλεις να μου πεις αυτό που δεν μπόρεσες ή δεν θέλησες να του/της πεις;
3. Αν δεν είχες κανέναν περιορισμό, που και με ποιόν θα ήθελες να περάσεις τα Χριστούγεννα;